Η τεχνική του drift στους αγώνες και οι κίνδυνοι στο δρόμο – Η διαφορετική προσέγγιση του Casey Stoner!

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

5/9/2016

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να βάλεις έναν αναβάτη των MotoGP, να σου αναλύσει πτυχές της τεχνικής του στην οδήγηση. Το πρόβλημα δεν είναι η διάθεση: Ακόμα κι όταν καταφέρεις να βρεις τον τόπο και τον χρόνο για μία συζήτηση, δεν είναι απόλυτα σίγουρο ότι θα μπορέσει να σου αναλύσει με σειρά κινήσεων όλα όσα κάνει. Η αδυναμία εξήγησης είναι γενικότερο πρόβλημα των αθλητών και ο βασικός λόγος που δεν γίνονται όλοι δάσκαλοι και προπονητές όταν παρέλθει η αγωνιστική τους δράση. Είναι επίσης λόγος που συναντά κανείς προπονητές και δάσκαλους που μπορούν να εκπαιδεύσουν κάποιον για να φτάσει να διεκδικεί το παγκόσμιο πρωτάθλημα, την στιγμή που οι ίδιοι δεν έχουν το επίπεδο οδήγησης που απαιτείται.

Ο παραπάνω πρόλογος είναι απαραίτητος για να αντιληφθεί κανείς, παρακάτω στο κείμενο, την δυσκολία του Stoner να εξηγήσει την τεχνική του, όταν χρόνια πριν, βρέθηκε ο τόπος και ο χρόνος για τέτοιου είδους συζήτηση… Πρέπει επίσης να γίνει κατανοητό ότι δεν υπάρχει ταλέντο και όλα διδάσκονται και αποκτούνται - απλά υπάρχουν άνθρωποι με μία έμφυτη κατανόηση για ένα άθλημα που τους επιτρέπει να προσπεράσουν τα πρώτα βήματα και να συνεχίσουν να μαθαίνουν πιο γρήγορα από τους άλλους. Συνήθως αυτοί είναι που δεν μπορούν να σου αναλύσουν την κάθε τους κίνηση. Είναι γιατί δεν την διδάχτηκαν εξ αρχής… Φυσικά τίποτα από τα παραπάνω δεν υφίσταται σε απόλυτο βαθμό, και οι εξαιρέσεις είναι αρκετές, με πιο εύκολα αναγνωρίσιμο το παράδειγμα του Rossi. Είναι από τους λίγους ανθρώπους που μπορούν να εξηγήσουν την αιτία πίσω από κάθε κίνηση των μυών, εκπαιδεύοντας άλλους αναβάτες και ταυτόχρονα να αναλύσουν την μηχανική της κίνησης της μοτοσυκλέτας, βοηθώντας και κατευθύνοντας τους μηχανικούς για την εξέλιξή της. Ο Rossi είναι μία δική του κατηγορία.

Σε επέκταση των προηγούμενων όμως, θεωρώ τον Stoner έναν από τους καλύτερους αναβάτες στην συνολική ιστορία της μοτοσυκλέτας, από την εποχή των ξύλινων πλαισίων - και «superman» στο drift! Μονάχα που δεν κάνει για δάσκαλος, παρόλο που είναι εξαιρετικός ως βοήθεια στους μηχανικούς για την εξέλιξη της μοτοσυκλέτας. Στο αχανές αρχείο του MOTO, υπάρχουν σημειώσεις από μία συζήτηση του Stoner με δημοσιογράφους στο Qatar, πίσω στην εποχή της Repsol Honda, όταν το θέμα συζήτησης στα MotoGP, ήταν αυτό ακριβώς: ο απίθανος έλεγχος του Stoner και ο τρόπος που έστριβε σε ορισμένες στροφές, κερδίζοντας σημαντικό χρόνο έναντι των υπολοίπων οδηγών.. Όπως ακριβώς το “whip” στο motocross, που στο τέλος όλοι το κάνουν αλλά χρειάζεται κάποιος να το αναδείξει αρχικά, έτσι και το drift είναι πλέον κοινός τόπος με τον Marquez καλύτερο εκφραστή αυτή την στιγμή, όταν στην πιο σύγχρονη εποχή ο Stoner ήταν που το ανέδειξε. Κοιτώντας πιο πίσω θα βρει κανείς αναβάτες που έκαναν απίστευτα drift σε μία εποχή χωρίς ηλεκτρονικά, όπως ο επίσης Αυστραλός Garry McCoy, αλλά σκοπός δεν είναι να δούμε τον καλύτερο, παρά μονάχα την σημερινή πρακτική - Και πριν αρχίσει κανείς να λέει ότι το drift είναι τώρα ευκολότερο εξαιτίας των ηλεκτρονικών, να ξέρει ότι κάνει λάθος. Γιατί τα ηλεκτρονικά είναι εδώ για να ελέγξουν την διαφορετική απόδοση, στις νέες ταχύτητες που επιτρέπει η αλματώδεις εξέλιξη των ελαστικών και των αναρτήσεων. Άλλωστε είναι ο Stoner που έχει σημειώσει μία από τις ταχύτερες εισόδους με drift, πράγμα που δεν θα μπορούσε να γίνει σε μία περασμένη εποχή…

 

Αν και δεν υπάρχει ένας τρόπος και μία τεχνική, η βασική αρχή είναι πως μεταφέρεις το βάρος της μοτοσυκλέτας στον εμπρός τροχό, φρενάροντας δυνατά με το εμπρός φρένο. Με γυροσκοπικό φαινόμενο δίνεις κλίση στη μοτοσυκλέτα, ελέγχοντας ταυτόχρονα με την μετατόπιση του σώματος την κλίση και τον ρυθμό της. Ο πίσω τροχός, έχοντας πλέον μικρότερη πρόσφυση από την μεταφορά βάρους, βγαίνει προς το εξωτερικό της στροφής και με το εμπρός φρένο πλέον ελέγχει ο αναβάτης το μέγεθος του drift. Ο Stoner μετατόπιζε πάρα πολύ το σώμα του στην σέλα, για να αντισταθμίσει την μικρότερη κλίση της μοτοσυκλέτας κατά το drift. Μικρότερη κλίση, σήμαινε μεγαλύτερη πρόσφυση στον εμπρός τροχό που με τη σειρά του, του επέτρεπε περισσότερη δύναμη στα φρένα. Με την δυνατότητα να φρενάρει περισσότερο, ο Stoner μπορούσε να ξεκινήσει το φρενάρισμα πιο αργά, κερδίζοντας μέτρα αλλά και ταχύτητα μέσα στην στροφή. Το drift τελικά του χάριζε καλύτερο έλεγχο, καθώς πλάγιαζε λιγότερο και του επέτρεπε να κερδίζει δέκατα μέσα στην στροφή, την στιγμή που διατηρούσε τις στροφές του κινητήρα ψηλότερα και την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας μεγαλύτερη.

Τα παραπάνω καλύπτουν την είσοδο της στροφής με έλεγχο του εμπρός φρένου και όχι τις περιπτώσεις που το drift γινόταν μέσα στην στροφή με το γκάζι. Εκεί είναι που διαφοροποιείται ο Stoner από τους υπόλοιπους, αν και δεν μπορεί να απαντήσει για το πώς το κάνει: «μου έχουν κάνει τόσοι πολλοί την ίδια ερώτηση, που έχω σκεφτεί την απάντηση πολλές φορές, αλλά και πάλι δεν μπορώ να εξηγήσω ακριβώς πώς το κάνω. Το μόνο που μπορώ να πω, είναι ότι χρειάζεται να έχεις τεράστιο θράσος και μεγάλη εμπιστοσύνη στην μοτοσυκλέτα σου. Ξεχνάς τελείως την ύπαρξη του πίσω φρένου και ρίχνεις το βάρος μπροστά, φρενάροντας με το εμπρός. Εκείνη την στιγμή ανοίγεις το γκάζι, τόσο όσο χρειάζεται για να νικήσεις την πρόσφυση, ανάλογα και με τις στροφές του κινητήρα αλλά όχι πάρα πολύ γιατί θα πέσεις. Αν από την άλλη ξεκινήσεις το drift και δεν νικήσεις την πρόσφυση, τότε θα σπρώξεις τον εμπρός τροχό, θα διπλώσει και θα πέσεις… Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να το εξηγήσω».

Ο Stoner μπορεί να μην είναι ο πλέον κατάλληλος για τέτοια ανάλυση, όμως η πλαγιολίσθηση με γκάζι έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να μπει σε πλαίσια και κανόνες. Οι περισσότεροι αναβάτες στους αγώνες ντριφτάρουν στην είσοδο, φρενάροντας με το εμπρός φρένο για να μετατοπίσουν το κέντρο βάρους, ελέγχοντας έπειτα με το ίδιο φρένο τον πίσω τροχό. Ωστόσο ο Stoner δεν είχε ποτέ σταθερό τρόπο και πολύ συχνά ανάγκαζε τον τροχό να πλαγιολισθήσει στο δεύτερο μισό της στροφής, ελέγχοντας με το γκάζι. Σίγουρα το στήσιμο της μοτοσυκλέτας, τα ηλεκτρονικά, ο έλεγχος του φρένου του κινητήρα είναι όπλα που έχει υπέρ του, και διαφέρουν από αναβάτη σε αναβάτη, στο τέλος όμως είναι καθαρά υπόθεση εξαιρετικού ελέγχου…

Το άλλο κακό που έχουν οι αναβάτες αυτής της κατηγορίας, είναι ότι οι οδηγίες δεν είναι ποτέ γενικευμένες, αλλά απόλυτα εξειδικευμένες σε κάθε στροφή. Ο Stoner λοιπόν δεν εξηγούσε γενικά, αλλά αναφερόταν πάντα ειδικά στις στροφές, με κορυφαία παραδείγματα τα εσάκια της Valencia και του Philip Island. Εκεί οι δεξιές που ακολουθούν τις αριστερές, είναι η απόλυτη μαγεία για drift, καθώς ο αναβάτης μπορεί να κερδίσει το προβάδισμα αν ντριφτάρει κρατώντας την ταχύτητά του, αντί να χρειαστεί να κόψει για να αλλάξει κατεύθυνση. Αν γίνει σωστά, και με την προϋπόθεση ότι η πίστα είναι στεγνή, τότε σύμφωνα με τον Stoner το drift σου χαρίζει δέκατα και ταυτόχρονα έχεις καλύτερο έλεγχο. Τα πράγματα γίνονται επικίνδυνα αν η πλαγιολίσθηση ξεκινήσει χωρίς να την θέλεις και κυρίως αν γίνει με πίσω φρένο, πράγμα που κατά πάσα πιθανότητα θα οφείλεται σε λάθος, καθώς οι αναβάτες δεν χρησιμοποιούν ποτέ το πίσω φρένο για να ντριφτάρουν. Υπάρχουν περιπτώσεις στροφών που η μοτοσυκλέτα από μόνη της θέλει να ντριφτάρει και οι περισσότεροι προσπαθούν να την ελέγξουν, όπως στην Sepang, που ο Stoner διάλεγε πολύ προσεκτικά την πλαγιολίσθηση, σε μία ακολουθία που θύμιζε πατινάζ. Τελικά, όπως καταλήγει ο ίδιος: «Δεν μπορώ να δώσω ακριβή τεχνική, γιατί δεν υπάρχει ένας τρόπος και ούτε μία στροφή. Κάθε περίπτωση είναι διαφορετική, κάθε στροφή θέλει άλλη προσέγγιση».

Ωστόσο, μέσα από όλα αυτά μπορεί κανείς να εξάγει έναν κανόνα, έστω και πολύ γενικό: Η πλαγιολίσθηση δεν γίνεται ποτέ με πίσω φρένο. Ξεκινά με την μετατόπιση του βάρους της μοτοσυκλέτας μπροστά, φρενάροντας τον εμπρός τροχό δυνατά. Δίνοντας μικρή κλίση στην μοτοσυκλέτα, ο πίσω τροχός που έχει χάσει πρόσφυση εξαιτίας της μετατόπισης βάρους, αρχίζει να πλαγιολισθαίνει και ο αναβάτης κρατά τον έλεγχο με το φρένο του εμπρός τροχού.

Αρκετά από τα παραπάνω ισχύουν και για τον δρόμο, εκεί που συχνά βλέπουμε αναβάτες να μπλοκάρουν το πίσω φρένο εσκεμμένα, σε μία προσπάθεια να εξαναγκάσουν την μοτοσυκλέτα σε πλαγιολίσθηση, η οποία όμως δεν είναι ελεγχόμενη. Σε αντίθεση με την πίστα, η απόλυτη εξάρτηση από την πρόσφυση του εμπρός φρένου, είναι επίσης επικίνδυνη στους αστάθμητους παράγοντες που ισχύουν σε δημόσιο δρόμο. Σε μειωμένη πρόσφυση το φρένο του κινητήρα, σε συνδυασμό με το εμπρός φρένο, είναι μία καλή λύση: Κατεβάζοντας δύο ταχύτητες, φρενάρεις πολύ πιο προοδευτικά τον πίσω τροχό, απ’ ότι με την χρήση του πίσω φρένου. Άλλωστε και ο Stoner είχε δηλώσει ότι το φρένο του κινητήρα, είναι βασικό βοήθημα για την έναρξη της πλαγιολίσθησης… Ξεχνώντας λοιπόν το πίσω φρένο, φρενάροντας το δυνατόν περισσότερο με το εμπρός - σε συνάρτηση πάντα με την πρόσφυση και κατεβάζοντας σχέσεις στο κιβώτιο, η πλαγιολίσθηση γίνεται ελεγχόμενη και πολύ πιο ασφαλής ως τακτική!

 

Ο Marquez έχει χαρίσει τις εντυπωσιακότερες λήψεις, σώζοντας πλαγιολισθήσεις που άλλοι θα είχαν χάσει:

Ετικέτες

MotoGP: Επιστροφή στη Βραζιλία μετά από πάνω από 20 χρόνια - Με Acosta πρωτοπόρο του πρωταθλήματος

Στην Goiânia ο δεύτερος γύρος της σεζόν 2026 μετά το άνοιγμα της σεζόν στην Ταϊλάνδη
Brazil MotoGP
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

16/3/2026

Μετά από έναν εκρηκτικό πρώτο αγώνα στην Ταϊλάνδη, το MotoGP ταξιδεύει στη Βραζιλία για τον δεύτερο γύρο του πρωταθλήματος, σηματοδοτώντας την επιστροφή της κορυφαίας κατηγορίας στη χώρα μετά από περισσότερες από δύο δεκαετίες.

Η δράση μεταφέρεται στην πίστα της Goiânia, μια πίστα άγνωστη για όλους τους αναβάτες, κάτι που υπόσχεται ένα ιδιαίτερα απρόβλεπτο αγωνιστικό τριήμερο. Με 22 αναβάτες στην εκκίνηση και χωρίς καμία εμπειρία από MotoGP μοτοσυκλέτα στη συγκεκριμένη πίστα, οι ισορροπίες μοιάζουν εύθραυστες.

Ο Acosta οδηγεί την κούρσα του πρωταθλήματος

Ο μεγάλος πρωταγωνιστής του πρώτου γύρου ήταν ο Pedro Acosta της Red Bull KTM Factory Racing. Ο νεαρός Ισπανός ξεκίνησε τη σεζόν με εντυπωσιακό τρόπο, κατακτώντας τη νίκη στο Sprint της Ταϊλάνδης ύστερα από μια σκληρή μάχη σώμα με σώμα με τον Marc Marquez της Ducati Lenovo Team.

Ο Acosta συνέχισε δυνατά και στον κυρίως αγώνα της Κυριακής, ανεβαίνοντας στο βάθρο και φεύγοντας από το Buriram ως πρωτοπόρος του πρωταθλήματος. Μπορεί να μην πήρε την πολυπόθητη νίκη της Κυριακής, όμως το αποτέλεσμα έδειξε ξεκάθαρα τη μεγάλη πρόοδο της KTM σε σχέση με την περσινή χρονιά.

Στην άλλη πλευρά του γκαράζ της KTM, ο Brad Binder είχε επίσης ένα θετικό ξεκίνημα, με δύο αποτελέσματα μέσα στην πρώτη επτάδα που τον φέρνουν στην έκτη θέση της βαθμολογίας πριν από τη Βραζιλία.

Την ίδια στιγμή, οι Enea Bastianini και Maverick Viñales της Red Bull KTM Tech3 θα επιδιώξουν να βελτιώσουν την εικόνα τους. Ο Viñales δεν κατάφερε να επαναλάβει την εντυπωσιακή φόρμα που είχε δείξει στις δοκιμές της Sepang, ενώ ο Bastianini πήρε τη 12η θέση εξασφαλίζοντας τους πρώτους βαθμούς για την ομάδα.

Η Aprilia δείχνει έτοιμη να αμφισβητήσει την Ducati

Αν η KTM έδειξε δυνατή, η Aprilia ίσως ήταν η μεγάλη αποκάλυψη του πρώτου αγώνα. Ο Marco Bezzecchi κυριάρχησε στον κυρίως αγώνα της Κυριακής στην Ταϊλάνδη, έχοντας ήδη κατακτήσει την pole position με ρεκόρ γύρου, πριν οδηγήσει την Aprilia σε μια επιβλητική νίκη.

Παράλληλα, ο Raul Fernandez της Trackhouse MotoGP Team ανέβηκε δύο φορές στο βάθρο, ενώ ο Jorge Martin της εργοστασιακής Aprilia έδειξε ότι επανέρχεται στα επίπεδα που τον οδήγησαν στον τίτλο του 2024. Εξαιρετική ήταν και η παρουσία του rookie Ai Ogura, που ολοκλήρωσε τον αγώνα μέσα στην πρώτη πεντάδα.

Έτσι, τέσσερις αναβάτες με Aprilia βρίσκονται στις θέσεις δύο έως πέντε της βαθμολογίας πριν από τον αγώνα της Βραζιλίας, δείχνοντας ότι το εργοστάσιο του Noale έχει μειώσει ή ίσως ακόμη και καλύψει το κενό από την Ducati.

Η Ducati θέλει άμεση απάντηση

Για την Ducati, το ξεκίνημα της σεζόν στο Buriram δεν ήταν αυτό που περίμενε κανείς. Η ιταλική εταιρεία είδε να σταματά το εντυπωσιακό σερί των 88 συνεχόμενων βάθρων, όμως παραμένει φυσικά ένας από τους βασικούς διεκδικητές της νίκης.

Καλύτερος αναβάτης της Ducati στη βαθμολογία είναι προς το παρόν ο Fabio Di Giannantonio της Pertamina Enduro VR46 Racing Team, ο οποίος έδειξε πολύ ανταγωνιστικός στην Ταϊλάνδη, παρά την ατυχία που αντιμετώπισε.

Ο Marc Marquez, εν ενεργεία παγκόσμιος πρωταθλητής, έχασε την ευκαιρία για βάθρο εξαιτίας ενός ασυνήθιστου κλαταρίσματος στο πίσω ελαστικό στον αγώνα της Κυριακής και φτάνει στη Βραζιλία με διαφορά 23 βαθμών από τον Acosta. Ωστόσο, κανείς δεν θεωρεί ότι ο επτάκις πρωταθλητής έχει βγει εκτός μάχης, ειδικά σε μια πίστα όπου όλοι ξεκινούν από το μηδέν.

Δύσκολο Σαββατοκύριακο είχε και ο Francesco Bagnaia της Ducati Lenovo Team, ο οποίος αντιμετώπισε προβλήματα αίσθησης στο μπροστινό μέρος της μοτοσυκλέτας, ενώ χωρίς βαθμούς έφυγε από την Ταϊλάνδη και ο Alex Marquez της Gresini Racing.

Ο Moreira μπροστά στο κοινό της πατρίδας του

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα έχει και η παρουσία του Diogo Moreira της LCR Honda, ο οποίος επιστρέφει στη χώρα του για τον πρώτο εντός έδρας αγώνα του στο MotoGP. Ο Βραζιλιάνος rookie εντυπωσίασε στο ντεμπούτο του στην Ταϊλάνδη, καταφέρνοντας να τερματίσει μέσα στους βαθμούς.

Με την υποστήριξη των Βραζιλιάνων φιλάθλων και με όλους τους αναβάτες να βρίσκονται στην ίδια αφετηρία όσον αφορά την εμπειρία στην πίστα της Goiânia, ο Moreira μπορεί να ελπίζει σε ακόμη ένα δυνατό αποτέλεσμα.

Αναζητώντας πρόοδο Honda και Yamaha

Η Honda έδειξε σημάδια προόδου στον πρώτο αγώνα της χρονιάς. Ο Joan Mir ήταν ιδιαίτερα ανταγωνιστικός πριν ένα τεχνικό πρόβλημα τον αφήσει χωρίς βαθμούς στον αγώνα της Κυριακής, ενώ ο Luca Marini, ο Johann Zarco και ο Moreira κατάφεραν να μπουν στη δεκάδα ή να πάρουν βαθμούς.

Από την πλευρά της Yamaha, η αρχή της νέας εποχής με τον V4 κινητήρα της YZR-M1 δεν ξεκίνησε ιδανικά, όμως υπήρξαν θετικά σημάδια. Οι Fabio Quartararo και Alex Rins πήραν βαθμούς στην Ταϊλάνδη, ενώ ο rookie Toprak Razgatlioglu εντυπωσίασε με την ανταγωνιστικότητά του παρά το γεγονός ότι όλα ήταν καινούρια για εκείνον.

Με ένα grid γεμάτο άγνωστες παραμέτρους και μια πίστα που κανείς δεν γνωρίζει πραγματικά, το Grand Prix της Βραζιλίας υπόσχεται ένα από τα πιο απρόβλεπτα Σαββατοκύριακα της χρονιάς.