MotoGP Ducati: Δεν είμαι δοκιμαστής λέει ο Bagnaia!
Τί φταίει με την GP22
Από τον
Μπάμπη Μέντη
8/3/2022
Μετά από ένα μάλλον καταστροφικό πρώτο αγώνα στο Qatar, που η Ducati κέρδισε μεν, αλλά χωρίς να πάρει ούτε ένα βαθμό η εργοστασιακή ομάδα της, ο Pecco Bangaia μίλησε ανοιχτά για την ουσία του προβλήματος με τις GP22 και την λύση που συζήτησε με τον Gigi Dall’Igna. Σύμφωνα με τον Ιταλό αναβάτη, το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον ίδιο και φυσικά για τον Jack Miller είναι το γεγονός πως από την πρώτη ημέρα των επίσημων δοκιμαστικών στη Sepang έως και τα FP4 στο Qatar, δεν οδήγησε ποτέ την ίδια μοτοσυκλέτα!
Ο Bangaia ισχυρίστηκε πως συνεχώς άλλαζαν εξαρτήματα, με αποτέλεσμα να μην έχει ποτέ τον απαιτούμενο χρόνο να επικεντρωθεί στην προσαρμογή της οδήγησής του στη νέα μοτοσυκλέτα. “Δεν είμαι δοκιμαστής, είμαι εδώ για να κερδίζω αγώνες. Από την αρχή της νέας σεζόν, ο Enea Bastianini με την GP21 το μόνο που είχε να κάνει είναι να βάζει βενζίνη στο ρεζερβουάρ και να οδηγεί την μοτοσυκλέτα του. Μια μοτοσυκλέτα που ήδη από το τέλος της προηγούμενης σεζόν ήταν ισορροπημένη. Εμείς από την άλλη μεριά (σ.σ. οι αναβάτες με τις GP22) μπαίναμε κάθε φορά στην πίστα με διαφορετική μοτοσυκλέτα. Ποτέ δεν είχαμε χρόνο να προσαρμόσουμε την οδήγησή μας πάνω της, διότι κάθε φορά κάτι ήταν διαφορετικό. Πέρσι είχαμε αποφασίσει από την μέση της χρονιάς να κρατήσουμε ένα βασικό set-up και να προσαρμόσω εγώ τον τρόπο που πρέπει να οδηγήσω την μοτοσυκλέτα. Φέτος δεν το κάναμε αυτό με την καινούρια μοτοσυκλέτα, οπότε στην κουβέντα που είχα με τον Gigi του ζήτησα ακριβώς αυτό.
Αν θέλεις να νικάς, θα πρέπει να δημιουργήσεις μια σταθερή κατάσταση.
Δεν είμασταν έτοιμοι για τον πρώτο αγώνα και ξέραμε πως οι προσδοκίες για νίκη ήταν υπερβολικά φιλόδοξες. Ούτε τα ηλεκτρονικά είχαμε ρυθμίσει σωστά, ούτε είχαμε βρει μια καλή βάση. Όλες οι Ducati είχαμε πολύ κακή εκκίνηση και χάσαμε πολλές θέσεις, αλλά στον αγώνα ο ρυθμός μας δεν ήταν κακός, οπότε το πλάνο ήταν να μαζέψουμε όσους περισσότερους βαθμούς μπορούμε.
Καθυστέρησα λίγο την είσοδο όταν πήγα να προσπεράσω τον Jorge Martin αλλά δεν ήμουν υπερβολικός στα φρένα, οπότε ήταν παράξενο που μπλόκαρε το μπροστινό. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να ζητήσω συγνώμη στην Ducati, την Pramac και τον Jorge”.
Να θυμίσουμε πάντως, πως η Ducati πάντα είχε αυτό το “πρόβλημα” με τους αναβάτες και ίσως είναι η βασική αιτία που έχει πάρει μόνο ένα πρωτάθλημα με τον Stoner.
Από τη μια μεριά η διαρκής τεχνολογική εξέλιξη που κάνει στις μοτοσυκλέτες της την έχουν φέρει στην κορυφή της τεχνολογίας και είναι η εταιρεία που έχει παρουσιάσει όλες τις τεχνολογικές καινοτομίες στα MotoGP τα τελευταία χρόνια, όμως από την άλλη μεριά είναι εξαιρετικά δύσκολο για έναν αναβάτη (και μάλιστα σε αυτό το επίπεδο ανταγωνισμού) να οδηγεί σε κάθε αγώνα μια μοτοσυκλέτα με εντελώς διαφορική συμπεριφορά.
Επίσης ο Bagnaia είχε πει πολλές φορές πέρσι, πως τα εξαιρετικά αποτελέσματα που είχε στο δεύτερο μισό της σεζόν, οφείλονταν αποκλειστικά στο γεγονός πως η Ducati σταμάτησε να αλλάζει διαρκώς εξαρτήματα στη μοτοσυκλέτα (υπήρχε και απαγόρευση εξέλιξης).
Πάντως ο Bagnaia ξεκαθαρίζει πως το πρόβλημα δεν είναι η GP22, αλλά η έλλειψη χρόνου δοκιμών και η διαδικασία εξέλιξης που έχουν κάνει έως τώρα.
Πώς σχεδιάζονται τα ελαστικά των MotoGP: Μέσα στην τεχνολογία των αγωνιστικών ελαστικών [Video]
Από τις διαφορετικές γόμες και σκελετό μέχρι τις ειδικές προδιαγραφές για κάθε πίστα
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
8/9/2026
Τα αγωνιστικά ελαστικά των MotoGP αποτελούν ένα από τα πιο σύνθετα τεχνολογικά στοιχεία της μοτοσυκλέτας, καθώς καλούνται να λειτουργήσουν στα όριά τους για περίπου 45 λεπτά, με ταχύτητες που ξεπερνούν τα 360 χιλιόμετρα ανά ώρα.
Τα ελαστικά των MotoGP πρέπει να καλύψουν περίπου 110 έως 120 χιλιόμετρα αγωνιστικής απόστασης, δεχόμενα τεράστιες δυνάμεις κατά την επιτάχυνση, το φρενάρισμα και τις αλλαγές κατεύθυνσης. Παράλληλα, πρέπει να προσφέρουν μέγιστη πρόσφυση σε κλίσεις που μπορούν να φτάσουν έως και τις 64 μοίρες.
Η γόμα που βλέπουμε στην εξωτερική επιφάνεια είναι μόνο ένα μέρος μιας ιδιαίτερα σύνθετης κατασκευής. Στο εσωτερικό του ελαστικού υπάρχουν στρώσεις από υλικά όπως νάιλον, πολυεστέρα και αραμίδιο, μαζί με υφασμάτινα και μεταλλικά στοιχεία που δημιουργούν τον σκελετό και διατηρούν τη σταθερότητά του στις υψηλές ταχύτητες.
Ο σκελετός καθορίζει τη συμπεριφορά
Ο σκελετός αποτελεί ουσιαστικά το δομικό πλαίσιο του ελαστικού. Οι υφασμάτινες ίνες δίνουν το σχήμα του και απορροφούν τα τεράστια φορτία που δημιουργούνται κατά την οδήγηση.
Η κατασκευή του επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο το ελαστικό παραμορφώνεται υπό φορτίο, αναπτύσσει θερμοκρασία και συμπεριφέρεται στο όριο. Για αυτόν τον λόγο χρησιμοποιούνται διαφορετικές κατασκευές ανάλογα με τις απαιτήσεις κάθε πίστας.
Μια πιο μαλακή κατασκευή μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε πίστες με γρήγορες στροφές και ροή, ενώ ένας ενισχυμένος σκελετός προτιμάται σε χαράξεις με πολύ δυνατά φρεναρίσματα ή υψηλά πλευρικά φορτία. Η Michelin έχει χρησιμοποιήσει ενισχυμένες κατασκευές σε πίστες όπως το Red Bull Ring και το Buriram.
Κάτω από τη γόμα βρίσκεται επίσης ένα σύστημα μεταλλικών και υφασμάτινων ενισχύσεων, το οποίο διατηρεί σταθερό το αποτύπωμα του ελαστικού στην άσφαλτο. Σε ταχύτητες άνω των 360 χλμ/ώρα, η φυγόκεντρος δύναμη προσπαθεί να αυξήσει τη διάμετρο του ελαστικού και αυτές οι ενισχύσεις συμβάλλουν στη διατήρηση του σχήματός του.
Οι γόμες και τα ασύμμετρα ελαστικά
Η εξωτερική γόμα είναι το τμήμα που έρχεται σε άμεση επαφή με την άσφαλτο και εκεί βρίσκεται μεγάλο μέρος της διαφοράς ανάμεσα στις μαλακές, μεσαίες και σκληρές επιλογές.
Η ακριβής σύνθεση των γομών αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα τεχνολογικά μυστικά της Michelin. Κάθε μείγμα σχεδιάζεται για συγκεκριμένο εύρος θερμοκρασίας, τύπο ασφάλτου και απαιτήσεις πίστας.
Σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούνται ασύμμετρα ελαστικά. Αυτό σημαίνει ότι η μία πλευρά του ελαστικού διαθέτει διαφορετική γόμα από την άλλη, συνήθως πιο ανθεκτική στην πλευρά που δέχεται τα μεγαλύτερα φορτία.
Σε μια πίστα με περισσότερες δεξιές στροφές, για παράδειγμα, η δεξιά πλευρά του ελαστικού μπορεί να καταπονείται σημαντικά περισσότερο. Η χρήση διαφορετικών γομών στις δύο πλευρές επιτρέπει καλύτερη διαχείριση της φθοράς και της θερμοκρασίας.
Κάθε ελαστικό διαθέτει επίσης ενσωματωμένο RFID chip, το οποίο περιλαμβάνει στοιχεία για τη γόμα, την κατασκευή του σκελετού, την ημερομηνία παραγωγής και την παρτίδα κατασκευής. Έτσι η Michelin μπορεί να έχει πλήρη έλεγχο και εποπτεία για κάθε ελαστικό που χρησιμοποιείται στο MotoGP.
Από το εργαστήριο στην πίστα
Η διαδικασία σχεδίασης ξεκινά με την ανάπτυξη της γόμας. Οι μηχανικοί συνδυάζουν φυσικό και συνθετικό καουτσούκ, πυρίτιο, αιθάλη, θείο και άλλα υλικά, με στόχο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά πρόσφυσης, αντοχής και θερμικής συμπεριφοράς.
Τα slick ελαστικά των MotoGP έχουν σχεδιαστεί για να λειτουργούν ιδανικά μεταξύ περίπου 80°C και 120°C.
Στα πρώτα στάδια της εξέλιξης χρησιμοποιούνται εκτενώς προσομοιώσεις σε υπολογιστές. Τα ψηφιακά μοντέλα επιτρέπουν στους μηχανικούς να εξετάσουν τη συμπεριφορά ενός νέου σχεδίου υπό φορτίο πριν κατασκευαστεί το πρώτο πραγματικό πρωτότυπο.
Όταν οριστικοποιηθούν οι προδιαγραφές, ξεκινά η παραγωγή. Τα ελαστικά κατασκευάζονται πάνω σε θερμαινόμενο περιστρεφόμενο μεταλλικό καλούπι και οι διαφορετικές στρώσεις εφαρμόζονται διαδοχικά.
Αρχικά τοποθετείται η εσωτερική σφραγιστική στρώση, ακολουθούν οι υφασμάτινες στρώσεις του σκελετού και οι ενισχύσεις, ενώ τελευταία εφαρμόζεται η εξωτερική αγωνιστική γόμα.
Στη συνέχεια το ελαστικό περνά από τη διαδικασία της βουλκανισμού, κατά την οποία υψηλή θερμοκρασία και πίεση ενώνουν χημικά όλες τις στρώσεις και καθορίζουν οριστικά το σχήμα και τα χαρακτηριστικά του.
Κάθε πίστα απαιτεί διαφορετικά ελαστικά
Η Michelin δεν μεταφέρει την ίδια προδιαγραφή ελαστικών σε κάθε Grand Prix. Η επιλογή γόμας και σκελετού γίνεται ειδικά για τις απαιτήσεις της κάθε πίστας.
Μεταξύ των παραγόντων που εξετάζονται είναι η τραχύτητα της ασφάλτου, η χάραξη της πίστας, τα πλευρικά φορτία στις στροφές, η κυρίαρχη κατεύθυνση των στροφών και η θερμοκρασία περιβάλλοντος και ασφάλτου.
Μια τραχιά επιφάνεια αυξάνει τη φθορά και τη θερμοκρασία του ελαστικού, ενώ μια πίστα με μεγάλες και γρήγορες στροφές δημιουργεί διαφορετικές απαιτήσεις από μια διαδρομή με πολλές αργές και κλειστές στροφές.
Η εισαγωγή των αγώνων Sprint του Σαββάτου, από το 2023, πρόσθεσε ακόμη μία παράμετρο στην εξέλιξη των ελαστικών, καθώς πλέον πρέπει να αποδίδουν αποτελεσματικά τόσο σε μικρότερες όσο και στις πλήρεις αγωνιστικές αποστάσεις.
Για νέες πίστες, όπου δεν υπάρχουν προηγούμενα δεδομένα από το MotoGP, η Michelin βασίζεται σε προσομοιώσεις και ανάλυση των χαρακτηριστικών της διαδρομής για να καθορίσει τις κατάλληλες προδιαγραφές.
Η τελευταία χρονιά της Michelin στα MotoGP
Το 2026 αποτελεί την τελευταία σεζόν της Michelin ως αποκλειστικού προμηθευτή ελαστικών στην κορυφαία κατηγορία των MotoGP. Η γαλλική εταιρεία βρίσκεται σε αυτόν τον ρόλο από το 2016 και από το 2027 η Pirelli θα αναλάβει ως αποκλειστικός προμηθευτής ελαστικών και στις τρεις κατηγορίες των Grand Prix: MotoGP, Moto2 και Moto3.
Αντίστοιχα, η Michelin θα αναλάβει τον ρόλο του αποκλειστικού προμηθευτή ελαστικών στο WorldSBK.
Η αλλαγή αυτή θα αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες τεχνικές μεταβολές των νέων κανονισμών για το 2027, καθώς διαφορετική εταιρεία σημαίνει διαφορετικές γόμες, διαφορετικές κατασκευές και νέα φιλοσοφία στη συμπεριφορά των μοτοσυκλετών.
Για τους αναβάτες, η “αίσθηση” που συχνά περιγράφουν μετά από ένα session κρύβει πίσω του χιλιάδες ώρες εξέλιξης. Η γόμα, ο σκελετός, η θερμοκρασία λειτουργίας, η κατασκευή και η προσαρμογή στις απαιτήσεις της πίστας καθορίζουν τελικά τον τρόπο με τον οποίο η μοτοσυκλέτα συμπεριφέρεται στο όριο, καθώς στα MotoGP, το ελαστικό δεν είναι απλώς ένα αναλώσιμο εξάρτημα αλλά ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της απόδοσης μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας.