MotoGP: Οι αναβάτες κρίνουν τις μοτοσυκλέτες τους

Τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα κάθε εταιρείας
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

1/7/2019

Λίγο-πολύ όλοι έχουμε μια γενική εικόνα για τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των μοτοσυκλετών που συμμετέχουν φέτος στα MotoGP. Τα Ducati έχουν το γκάζι της αρκούδας και είναι τα πιο σταθερά, αλλά αυτό έχει κόστος στην ευελιξία. Στο άλλο άκρο έχουμε τα Suzuki, που έχουν τα ακριβώς αντίθετα χαρακτηριστικά με φοβερή ευελιξία, αλλά είναι εξόφθαλμο πως τους λείπει το γκάζι. Η Honda βρήκε φέτος τον τρόπο να ενδυναμώσει τον κινητήρα της ώστε να στέκεται μαζί με τα Ducati στις μεγάλες ευθείες, όμως πέραν του Marquez, δέχεται διαρκώς παράπονα απ’ όλους τους υπόλοιπους αναβάτες της για την συμπεριφορά των πλαισίων και της μπροστινής ανάρτησης και μάλιστα επιμένουν πως φέτος τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα! Τα Yamaha από την άλλη μεριά, εξακολουθούν να είναι τα πιο φιλικά και αρμονικά, όμως δείχνουν πως έχουν μείνει στάσιμα σε σύγκριση με τον ανταγωνισμό και δυσκολεύονται στις μάχες σώμα με σώμα μέσα στον αγώνα, εκεί δηλαδή που χρειάζεται ο αναβάτης να έχει το κάτι παραπάνω για να προσπεράσει.

Όλα αυτά είναι πιθανόν γνωστά, μόνο που αποτελούν την κριτική των θεατών και όσων δεν έχουν καβαλήσει ποτέ στη ζωή τους τις συγκεκριμένες μοτοσυκλέτες! Τι λένε όμως όσοι οδηγούν τις συγκεκριμένες μοτοσυκλέτες; Συμφωνούν ή διαφωνούν με όσα πιστεύουμε εμείς ως θεατές και “αναλυτές” της πολυθρόνας; Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η κριτική του Rossi για την Yamaha και του Cal Crutchlow για την Honda. Πρόκειται για δύο μοτοσυκλέτες που στα χέρια του Marquez η Honda προηγείται άνετα στο πρωτάθλημα και στα χέρια των Quartararo και Vinales η Yamaha έχει πάρει pole position και νίκη στο Assen.

Θα ξεκινήσουμε από την Honda, διότι η αγωνιστική κυριαρχία του Marc Marquez τα τελευταία χρόνια, έχει δημιουργήσει μια στρεβλή εικόνα σχετικά με τις ικανότητες της RCV213, που έχει μπερδέψει ακόμα και το HRC! Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το γεγονός, πως στα δοκιμαστικά της Βαρκελώνης τη Δευτέρα μετά τον αγώνα, έδωσαν μια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα του 2019 στον Nakagami για να δουν αν η κριτική του Ιάπωνα αναβάτη ταυτίζεται με όσα τους έλεγαν οι Jorge Lorenzo και Cal Crutchlow. Και πράγματι ο Nakagami τους είπε τα ίδια! Η Honda έχει σοβαρό θέμα με το μπροστινό της και ο Crutchlow επιμένει πως φέτος είναι ακόμα χειρότερο. Ο Nakagami ήταν λιγότερο αυστηρός και είπε πως σε κάποια σημεία ήταν καλύτερο και σε κάποια σημεία ήταν χειρότερο από τη δική του μοτοσυκλέτα του 2018.

Ο Jorge Lorenzo έχει επίσης πει πως δεν έχει καμία εμπιστοσύνη στο μπροστινό της Honda, όμως τα πολύ κακά αποτελέσματα και η απευθείας σύγκριση με τον Marquez αποδυναμώνουν την κριτική του. Όμως κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τα λεγόμενα του Marquez, ο οποίος επανειλημμένα έχει πει πως δεν μπορεί να βάλει μαλακή γόμμα εμπρός, σε καμία πίστα. Μετά τον αγώνα του Assen ο Cal Crutchlow μας έδωσε περισσότερα στοιχεία για το πρόβλημα της Honda. Σύμφωνα με τον Βρετανό, η Honda στρίβει με τον πίσω τροχό και σε όποιες πίστες μπορεί να οδηγήσει ντριφτάρωντας τον πίσω τροχό είναι πολύ ανταγωνιστικός. Όμως σε πίστες όπως το Assen που έχουν ροή και πρέπει να κρατήσεις με πειθαρχεία την ιδανική γραμμή, ο Crutchlow είπε πως στην Κ4 και στο τελευταίο S ήταν διαρκώς σε κατάσταση “almost crash”. Πάντα έτσι ήταν τα Honda, όμως φέτος τα πράγματα είναι χειρότερα” συμπλήρωσε ο βρετανός.

Στην μεριά της Yamaha, τα πράγματα έχουν αντίθετη όψη. Παράπονα εδώ κάνει ο αναβάτης με τους περισσότερους βαθμούς μέσα στην μπλε ομάδα, δηλαδή ο Valentino Rossi. Βέβαια κάποιοι λένε πως εκείνο που ξεχωρίζει τους πρωταθλητές είναι η ικανότητά τους να βρίσκουν δικαιολογίες πριν από το κακό αποτέλεσμα. Όμως οι αριθμοί είναι αμείλικτοι και ο Rossi με τρεις σερί εγκαταλείψεις εξακολουθεί να έχει περισσότερους βαθμούς από το “φαινόμενο” Quartararo και τον νικητή Vinales! Ο ιταλός superstar παραπονέθηκε πως η δική του μοτοσυκλέτα είχε υπερβολικά βαριά αίσθηση στις γρήγορες στροφές του Assen. Συμπλήρωσε δε, πως άλλαξε πολλά πράγματα που αφορούσαν τη ρύθμιση του πλαισίου για τον αγώνα. Μέχρι τώρα βλέπαμε τις τελικές ταχύτητες (συνήθως 10 με 20km/h πιο αργά από τα Ducati και τα Honda) και λέγαμε πως τα Yamaha χρειάζονται μόνο περισσότερη δύναμη, όμως ο Γιατρός έβαλε μέσα στην κουβέντα την παράμετρο της σταθερότητας.

Στο στρατόπεδο της Ducati τα πράγματα είναι πιο σαφή. Ο Andrea Dovisiozo, σχεδόν μετά από κάθε αγώνα επιβεβαιώνει στις συνεντεύξεις του τη γενική εικόνα που έχουμε για τις Ducati. Οι ιταλικές μοτοσυκλέτες έχουν σχεδιαστεί για να κερδίζουν χρόνο στις ευθείες. Στις πίστες που υπάρχουν μεγάλες ευθείες και κλειστές, αργές στροφές είναι σχεδόν ανίκητες. Μπορούν να κατεβάζουν όλη την δύναμη στην άσφαλτο χωρίς να σουζάρουν υπερβολικά στις εξόδους και μπορούν να φρενάρουν με απόλυτη σταθερότητα την τελευταία στιγμή από υπερβολικά υψηλές ταχύτητες. Αυτή η υπερβολική σταθερότητα όμως είναι που μειώνει την ευελιξία τους στις γρήγορες παρατεταμένες στροφές όταν χρειάζεται να αλλάξουν τη γραμμή τους ή να κάνουν διορθώσεις μέσα στη στροφή. Κι όπως ήδη είπαμε στην αρχή, το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει με την Suzuki και γι΄αυτό το νέο πλαίσιο που δοκιμάσανε στη Βαρκελώνη είχε στόχο την σταθερότητα (κυρίως στο φρενάρισμα από υψηλές ταχύτητες), όπως είπε ο Alex Rins, που είναι το αντίτιμο που πληρώνουν οι αναβάτες της Suzuki για την δυνατότητα να αλλάζουν πορεία και γραμμές μέσα στη στροφή.  

    

Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.