Ο Rossi δοκίμασε πίσω φρένο στο τιμόνι

Γιατί υπέκυψε κι αυτός
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

25/6/2019

Ανάμεσα στις μικρές παράλληλες ιστορίες που συμβαίνουν μέσα στις ομάδες των MotoGP, υπάρχουν και κάποιες που δείχνουν πόσο πολύ μετράνε οι λεπτομέρειες σε αυτό το επίπεδο αγώνων, αλλά και γιατί οι αναβάτες χρειάζεται διαρκώς να προσαρμόζονται στις αλλαγές συνθηκών που δημιουργούν οι νέες τεχνολογίες και οι αλλαγές στους κανονισμούς. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι και η δοκιμή πίσω φρένου στο τιμόνι από τον Valentino Rossi στα δοκιμαστικά μετά τον αγώνα της Βαρκελώνης… δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που χρησιμοποιεί κάτι τέτοιο ο Γιατρός, καθώς το 2017 είχε τοποθετήσει στην μοτοσυκλέτα του ένα τέτοιο σύστημα στον αγώνα της Aragon, λίγες εβδομάδες μετά το ατύχημα στο Mugello, παίρνοντας μάλιστα και την πέμπτη θέση! Όπως γνωρίζουμε εδώ και πολλά χρόνια, η χρήση μικρών λεβιέδων στο τιμόνι που ενεργοποιούν το πίσω φρένο ξεκίνησε από τον Mick Doohan μετά το ατύχημα που του διέλυσε το δεξί του πόδι. Εκείνη την εποχή των δίχρονων 500, οι αναβάτες χρησιμοποιούσαν τακτικά το πίσω φρένο μέσα στη στροφή για να κλείνουν τη γραμμή τους (οι δίχρονοι κινητήρες έχουν ελάχιστοφρένο από τον κινητήρα) και στις εξόδους των στροφών για να ομαλοποιούν την παροχή της δύναμης χωρίς να κλείνουν το γκάζι (δηλαδή χρησιμοποιούσαν το πίσω φρένο ως traction control και ως wheelie control).

Μετά τον Doohan, πολλοί αναβάτες άρχισαν να βάζουν τέτοιους λεβιέδες στο τιμόνι για να πατάνε πίσω φρένο με τον αντίχειρα, όχι γιατί είχαν σπάσει το πόδι τους και είχαν προβλήματα κινητικότητας, αλλά γιατί ανακάλυψαν πως βολεύει (κυρίως στις δεξιές) στροφές όπου το πόδι δεν χωράει να μπει ανάμεσα στην άσφαλτο και το φαίρινγκ της μοτοσυκλέτας όταν είναι υπερβολικά πλαγιασμένη. Ακόμα και όταν ήρθαν στη ζωή μας τα traction control και τα wheelie control, οι περισσότεροι αναβάτες συνέχυσαν να χρησιμοποιούν τον λεβιέ του πίσω φρένου στο τιμόνι, καθώς τους επέτρεπε να μειώσουν την παρεμβατικότητα των ηλεκτρονικών. Από το 2017 και μετά, ο Valentino Rossi δεν είχε τοποθετήσει ξανά στην μοτοσυκλέτα τους έως σήμερα τέτοιο μηχανισμό. Το δοκίμασε όμως και πάλι μετά τον αγώνα της Βαρκελώνης!

Ο λόγος που “υπέκυψε” και αυτός, είναι το γεγονός πως οι νέες μοτοσυκλέτες και τα νέα ελαστικά των MotoGP, επιβάλλουν πλέον στους αναβάτες να τοποθετούν πολύ μπροστά και προς το εσωτερικό της στροφής το πάνω μέρος του σώματός τους, με αποτέλεσμα τα πόδια να παίρνουν αφύσικη θέση ως προς τον λεβιέ του πίσω φρένου. Ο Rossi δοκίμασε και τις δύο παραλλαγές του συστήματος, δηλαδή και τον λεβιέ για τον αντίχειρα, αλλά και την κλασσική δεύτερη μανέτα κάτω από εκείνη του συμπλέκτη (scooter brake την αποκαλούν). Η λύση του μηχανισμού στον αντίχειρα του άρεσε περισσότερο, καθώς δεν εμποδίζει τη χρήση του συμπλέκτη στις εκκινήσεις, όπως κάνει η δεύτερη κλασσική μανέτα.

“Βοηθάει να έχεις όλα τα φρένα στα δάκτυλα όταν είσαι στη μέση της στροφής”

Μαζί με το πίσω φρένο στο τιμόνι, ο Rossi δοκίμασε και τα νέα ελαστικά της Michelin που εξελίσσει για το επόμενο πρωτάθλημα του 2020. Σύμφωνα με τον Rossi, “Είναι φανταστικά! Έχουν βελτιώσει την πρόσφυση κατά την επιτάχυνση και μπορείς να ανοίγεις πιο νωρίς και πιο πολύ το γκάζι. Έκαναν πολύ καλή δουλειά”.        

MotoGP: Χρειάζεται αναθεώρηση ο κανονισμός ελάχιστου βάρους; Τα μεγέθη όλων των αναβατών

Από τον Moreira και τον Ogura ως τον Razgatlioglu μεσολαβεί ένα χάσμα 20 κιλών
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

26/2/2026

Ενδιαφέρον προκαλούν το ύψος και το βάρος του κάθε αναβάτη που παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη συμπεριφορά και την απόδοση της εκάστοτε μοτοσυκλέτας, με τους rookie Diogo Moreira και Toprak Razgatlioglu να βρίσκονται στα δύο άκρα της λίστας. 

Ο Moreira με τον Ai Ogura είναι οι ελαφρύτεροι αναβάτες, ενώ ο Razgatlioglu είναι ο ψηλότερος και μακράν ο πιο βαρύς αναβάτης της κατηγορίας με 11 κιλά διαφορά από τον προηγούμενο.

Σε αντίθεση με τις κατηγορίες Moto3 και Moto2, που χρησιμοποιούν ένα συνδυασμένο ελάχιστο όριο βάρους αναβάτη και μοτοσυκλέτας, το MotoGP καθορίζει μόνο το ελάχιστο βάρος μοτοσυκλέτας, που είναι στα 157 κιλά. 

Ο Luca Marini υποστηρίζει εδώ και καιρό ότι το MotoGP θα πρέπει να έχει επίσης ένα συνδυασμένο όριο βάρους, εξηγώντας ότι η επιτάχυνση δεν αλλάζει, αλλά υφίσταται διαφορά στην καταπόνηση των ελαστικών. 

"Υπάρχει ένα [συνδυασμένο] βάρος στο Moto2 και εγώ ήμουν πάνω από το όριο, αλλά μόνο κατά 4 κιλά. Και δεν υπάρχει πρόβλημα αν μεταξύ εμένα και ενός άλλου αναβάτη υπάρχει διαφορά 4 κιλών. 

"Αλλά στο MotoGP η διαφορά μεταξύ εμένα και ενός άλλου αναβάτη της Ducati μπορεί να είναι 10 κιλά. Δεν είναι ότι χάνεις στην επιτάχυνση. Η επιτάχυνση, όπως δείχνουν και τα δεδομένα, είναι η ίδια. 

"Ωστόσο η δύναμη που ασκείς στο ελαστικό είναι μεγαλύτερη. Επομένως, πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός με το πίσω ελαστικό, ειδικά επειδή δεν θέλεις να το φθείρεις πολύ. 

"Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερο για όλους να υπάρχει ένα [συνδυασμένο] ελάχιστο βάρος - και για τους άλλους [μικρότερους] αναβάτες, γιατί έτσι θα μπορούν να βάζουν περισσότερο βάρος και να χτίζουν περισσότερο τους μύες τους. 

"Γιατί ένας βαρύς αναβάτης πρέπει να τιμωρείται για κάτι που είναι απλά στη φύση του; Κατά τη γνώμη μου, είναι κάτι που δεν έχει νόημα”.

Το σκεπτικό του Marini έχει μια λογική βάση και βασίζεται στη δική του προσωπική εμπειρία, όντας ένας από τους ψηλότερους και βαρύτερους αναβάτες του πρωταθλήματος. Ο ίδιος προσπάθησε αρκετές φορές να αδυνατίσει για να μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα τη φθορά των ελαστικών του, ωστόσο αυτό είχε μια παράπλευρη απώλεια: μαζί με τα κιλά, έχανε και σε σωματική αντοχή που του κόστιζε στο κλείσιμο των αγώνων.

"Τα δεδομένα που έχουμε από τους αγώνες δείχνουν πως όταν είσαι βαρύτερος χρησιμοποιείς περισσότερο λάστιχο και τα ηλεκτρονικά συστήματα δουλεύουν επίσης περισσότερο," εξήγησε ο Marini.

Γι' αυτό πιστεύει στην αξία του συνδυασμένου βάρους και στο MotoGP, θεωρώντας πως είναι πιο δίκαιο οι πολύ ελαφριοί αναβάτες να προσθέτουν επιπλέον βάρος (έρμα) στη μοτοσυκλέτα τους - κάτι πάντως που δεδομένα απεχθάνονται οι μηχανικοί των ομάδων. Στην τελική είναι πιο εύκολο κάποιος να δουλέψει στο γυμναστήριο για να δυναμώσει και να ανεβάσει ελεγχόμενα το βάρος του, παρά να προσπαθούν οι βαρύτεροι να αδυνατίσουν - και αυτή είναι μια σκέψη που έχει απασχολήσει αρκετούς ακόμη αναβάτες στο παρελθόν, όπως ο Danilo Petrucci, ο οποίος επίσης προσπάθησε πολύ να αδυνατίσει όταν αγωνιζόταν με την Pramac Ducati, για να εγκαταλείψει την προσπάθεια όταν είδε μεγάλη διαφορά στις αντοχές του.

Παρακάτω μπορούμε να δούμε την λίστα με το βάρος και το ύψος του κάθε αναβάτη, ξεκινώντας από τον πιο ελαφρύ:

Diogo Moreira: 169 cm, 60 kg

Ai Ogura: 169 cm, 60 kg

Fabio di Giannantonio: 177 cm, 62 kg

Jorge Martin: 168 cm, 63 kg

Brad Binder: 170 cm, 63 kg

Pedro Acosta: 171 cm, 63 kg

Enea Bastianini: 168 cm, 64 kg

Marc Marquez: 169 cm, 64 kg

Maverick Vinales: 171 cm, 64 kg

Jack Miller: 173 cm, 64 kg

Francesco Bagnaia: 176 cm, 64 kg

Marco Bezzecchi: 176 cm, 64 kg

Raul Fernandez: 178 cm, 65 kg

Alex Marquez: 180 cm, 65 kg

Johann Zarco: 171 cm, 68 kg

Alex Rins: 176 cm, 68 kg

Franco Morbidelli: 176 cm, 68 kg

Fabio Quartararo: 177 cm, 69 kg

Joan Mir: 181 cm, 69 kg

Fermin Aldeguer: 181 cm, 69 kg

Luca Marini: 184 cm, 69 kg

Toprak Razgatlioglu: 185 cm, 80 kg.