Κράνος μοτοσυκλέτας με έμπνευση από τις ζώνες ασφαλείας αυτοκινήτων

Νέα πατέντα της Autoliv φέρνει τον μηχανισμό αδράνειας στους ιμάντες του κράνους
Autoliv
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

6/4/2026

Η Autoliv μεταφέρει την τεχνολογία των ζωνών ασφαλείας στα κράνη μοτοσυκλέτας, με στόχο την καλύτερη εφαρμογή και αυξημένη προστασία σε περίπτωση σύγκρουσης.

Η σουηδική Autoliv, η μεγαλύτερη προμηθεύτρια συστημάτων παθητικής ασφάλειας στον κόσμο δεν είναι άγνωστη στον χώρο της μοτοσυκλέτας, παρότι ο κύριος τομέας που δραστηριοποιείται αφορά τα αυτοκίνητα.

Autoliv

Με στόχο να συμβάλει στη προστασία ζωών, η εταιρεία επενδύει έντονα στην ασφάλεια και των δύο τροχών. Μετά από προηγούμενες τεχνολογίες που έχει παρουσιάσει, όπως ενσωματωμένοι αερόσακοι σε μοτοσυκλετιστικά μπουφάν και σακίδια ή αυτόνομα γιλέκα-αερόσακοι, αλλά και συνεργασίες όπως αυτή με την ιταλική Airoh για κράνη με αερόσακο ή τη Yamaha για τον αερόσακο του Tricity, τώρα στρέφεται σε μια διαφορετική αλλά εξίσου ενδιαφέρουσα κατεύθυνση, την εφαρμογή της τεχνολογίας ζωνών ασφαλείας στους ιμάντες του κράνους.

Autoliv

Η βασική ιδέα πίσω από τη νέα πατέντα είναι η ενσωμάτωση ενός μηχανισμού προέντασης και αδράνειας, ακριβώς στη λογική του μηχανισμού που χρησιμοποιείται στις σύγχρονες ζώνες τριών σημείων στα αυτοκίνητα. Πρόκειται για ένα σύστημα που επιτρέπει στον ιμάντα να ξετυλίγεται ελεύθερα όταν τραβιέται ομαλά, τον ασφαλίζει και μαζεύει αυτόματα, αλλά και τον κλειδώνει άμεσα σε περίπτωση έντονης κίνησης, όπως σε ένα ατύχημα.

Στην περίπτωση του κράνους, αυτό μεταφράζεται σε έναν ιμάντα που προσαρμόζεται αυτόματα στο κεφάλι του αναβάτη. Ο χρήστης τραβά τον ιμάντα για να φορέσει το κράνος και, μόλις αυτό τοποθετηθεί και ο ιμάντας κλείσει, ο μηχανισμός σαν ζώνη αυτοκινήτου τον σφίγγει αυτόματα, εξαλείφοντας τον κίνδυνο να παραμείνει χαλαρός. Είναι μια προσέγγιση που ουσιαστικά αφαιρεί την ανθρώπινη αβλεψία, η οποία αποτελεί συχνά κρίσιμο παράγοντα σε ζητήματα ασφάλειας.

Autoliv

Παράλληλα, το σύστημα μελετά και εφαρμογές με έναν πρόσθετο ιμάντα που περνά πίσω από τον αυχένα, εμπνευσμένο από τις ζώνες τριών σημείων. Αυτό το στοιχείο αυξάνει τη σταθερότητα του κράνους, ειδικά τη στιγμή που ενεργοποιείται ο μηχανισμός κλειδώματος, περιορίζοντας περαιτέρω την πιθανότητα μετακίνησης του κράνους.

Autoliv

Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο της πατέντας είναι η ευκολία χρήσης. Σύμφωνα με την περιγραφή, ο αναβάτης δεν χρειάζεται καν να ανοίξει τον ιμάντα για να φορέσει ή να αφαιρέσει το κράνος. Αρκεί να τραβήξει τους ιμάντες στην άκρη ώστε να δημιουργηθεί αρκετός χώρος, να τοποθετήσει το κράνος και στη συνέχεια το σύστημα αναλαμβάνει να το ασφαλίσει στη σωστή θέση.

Σε περίπτωση ατυχήματος, ο μηχανισμός αδράνειας ενεργοποιείται άμεσα, εμποδίζοντας οποιαδήποτε χαλάρωση των ιμάντων. Με αυτόν τον τρόπο, το κράνος παραμένει σταθερά στη θέση του, μεγιστοποιώντας την προστασία του αναβάτη.

Autoliv

Η Autoliv δεν σταματά εκεί. Το σύστημα συνοδεύεται και από ηλεκτρονική επιτήρηση: αισθητήρες στον μηχανισμό κλειδώματος ανιχνεύουν αν ο ιμάντας δεν έχει ασφαλίσει σωστά και ειδοποιούν τον χρήστη μέσω δονήσεων, ηχητικών σημάτων ή ακόμη και οπτικών ενδείξεων στη ζελατίνα. Για την τροφοδοσία αυτών των λειτουργιών, η εταιρεία διερευνά λύσεις όπως ενσωματωμένα ηλιακά πάνελ ή μικρές γεννήτριες που αξιοποιούν τη ροή του αέρα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, προς το παρόν, πρόκειται για πατέντα και όχι για έτοιμο προϊόν σε στάδιο παραγωγής. Ωστόσο, η λογική πίσω από τη συγκεκριμένη προσέγγιση είναι αρκετά σαφής, αν η σωστή εφαρμογή του κράνους μπορεί να γίνει αυτόματη και αλάνθαστη, τότε ένα κρίσιμο κομμάτι της ασφάλειας όλων μας βελτιώνεται σημαντικά.

Autoliv

Σε έναν κόσμο όπου πολλά ατυχήματα δεν οφείλονται μόνο στην έλλειψη εξοπλισμού αλλά και στη λανθασμένη χρήση του, η ιδέα της Autoliv δείχνει όχι απλώς ενδιαφέρουσα, αλλά και σημαντική. Αν και μένει να δούμε αν θα περάσει στην παραγωγή, πώς θα επηρεάσει το συνολικό βάρος του κράνους και το εάν η υλοποίηση αυτής της καινοτομίας είναι κάτι που θα αγκαλιάσει ο κόσμος της μοτοσυκλέτας. Σε κάθε περίπτωση η πατέντα αυτή αποτελεί ένα ακόμη βήμα προς ένα μέλλον όπου η τεχνολογία αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στην προστασία ζωών.

 

 

Οι παλιοί βρετανικοί κινητήρες ήταν σχεδιασμένοι να στάζουν λάδια! Πως έλυσαν το πρόβλημα οι Ιάπωνες

Ο σχεδιασμός που έκανε τη διαφορά
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

19/7/2022

Όταν τα Ιαπωνικά εργοστάσια μπήκαν στο χώρο της βιομηχανίας μοτοσυκλετών και έκαναν μαζικά εξαγωγές στις χώρες της δύσης, οι πρώτες μοτοσυκλέτες που κατασκεύαζαν έμοιαζαν υπερβολικά ίδιες με τις δικύλινδρες εν σειρά μοτοσυκλέτες των βρετανών, δηλαδή τις Triumph, τις Norton και τις BSA. Η επιλογή των βρετανικών εν σειρά κινητήρων ως “πρότυπο” για τις δικές τους μοτοσυκλέτες δεν έγινε τυχαία από τους Ιάπωνες.

Ο δικύλινδρος εν σειρά είναι πολύ πιο απλός σχεδιαστικά από οποιασδήποτε άλλης αρχιτεκτονικής δικύλινδρο κινητήρα (π.χ. τους περίπλοκους ιταλικούς και γερμανικούς V2 και Boxer οι οποίοι απαιτούν διπλάσια εξαρτήματα) και αυτό παίζει τεράστιο ρόλο στο κατασκευαστικό κόστος και στην ταχύτητα των γραμμών παραγωγής. Οι Ιάπωνες ήθελαν να επιτύχουν όσο το δυνατόν χαμηλότερη τιμή (ανταγωνιστική) και να επεκταθούν όσο πιο γρήγορα γίνεται σε όλες τις αγορές του κόσμου.

Ο δικύλινδρος εν σειρά των βρετανών είχε όλα τα χαρακτηριστικά για να πετύχουν  το στόχο τους και ακριβώς για τους ίδιους λόγους είναι ο πιο δημοφιλής κινητήρας αυτή την εποχή στους μικρομεσαίους κυβισμούς και έχει κυριαρχήσει έναντι των V2 στα μοντέλα όπου η τιμή παίζει καθοριστικό ρόλο.

Αυτή η υπερβολική ομοιότητα στην εμφάνιση και στις προδιαγραφές των ιαπωνικών δικύλινδρων εν σειρά με τις βρετανικές μοτοσυκλέτες, έκανε πολλούς να λένε υποτιμητικά ότι οι Ιάπωνες απλώς φτιάχνουν “αντίγραφα” χρησιμοποιώντας τις κονσέρβες που άφησε ο στρατός της δύσης μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η αλήθεια όμως είναι κάπως διαφορετική, διότι οι Ιάπωνες γνώριζαν τις βασικές αδυναμίες των βρετανικών δικύλινδρων εν σειρά πριν ξεκινήσουν την κατασκευή μοτοσυκλετών για εξαγωγή σε όλο τον κόσμο.

Τα βρετανικά εργοστάσια μοτοσυκλετών χρησιμοποιούσαν στροφάλους με χρονισμό 360⁰, όπου τα δύο έμβολα παλινδρομούσαν μαζί δίπλα-δίπλα σαν μονοκύλινδρος. Η επιλογή αυτή έγινε λόγω της δυνατότητας που σου δίνει να χρησιμοποιείς ένα κοινό καρμπυρατέρ και για τους δύο κυλίνδρους, αλλά και τη δυνατότητα να χρησιμοποιείς το ίδιο σύστημα ανάφλεξης με εκείνο των μονοκύλινδρων. Σήμερα με τους ηλεκτρονικούς ψεκασμούς και τις ECU ακούγεται αστείο, όμως τότε ήταν πάρα πολύ σημαντικό διότι η τεχνολογία ήταν ακριβή και τα εργατικά χέρια φτηνά.

Από καθαρά κατασκευαστική άποψη, οι βρετανικοί δικύλινδροι εν σειρά ήταν οι πιο απλοί και οι πιο φτηνοί στην κατασκευή από κάθε άλλο δικύλινδρο εν σειρά έχουμε δει έως σήμερα στην παραγωγή.

Μάλιστα για να απλοποιήσουν ακόμα περισσότερο τη διαδικασία παραγωγής, τα κάρτερ στις βρετανικές δικύλινδρες εν σειρά ήταν κάθετα χωρισμένα, κάνοντας πολύ εύκολη και γρήγορη τη συναρμολόγησή τους.

Όλα αυτά τα πλεονεκτήματα για τα βρετανικά εργοστάσια είχαν όμως και κάποια σοβαρά μειονεκτήματα για τους ιδιοκτήτες των βρετανικών μοτοσυκλετών.

Το πρώτο μειονέκτημα ήταν φυσικά οι κραδασμοί πρώτης τάξης λόγω της ταυτόχρονης κίνησης πάνω-κάτω των δύο εμβόλων μαζί. Πέρα από ενοχλητικοί στην οδήγηση, οι κραδασμοί πρώτης τάξης είναι “επώδυνοι” για τον ίδιο τον κινητήρα και βάζουν σε κίνδυνο την υγεία του στις υψηλές στροφές.

 

Το δεύτερο πρόβλημα ήταν οι τεράστιοι λεκέδες από λάδια που άφηναν σε όποιο σημείο τις παρκάριζες.

 

Το πρόβλημα αυτό δεν είχε καμία σχέση με την ποιότητα κατασκευής ή την ποιότητα υλικών των βρετανικών μοτοσυκλετών εκείνης της εποχής. Ίσα-ίσα που ήταν πολύ ανώτερη από των ιαπωνικών μοτοσυκλετών.

 

Το πρόβλημα ήταν ξεκάθαρα σχεδιαστικό, γι΄αυτό και παραμένει άλυτο μέχρι σήμερα και ακόμα και η πιο τέλεια ανακατασκευασμένη βρετανική μοτοσυκλέτα του ’60 και του ’70 θα αρχίσει να σουρώνει λάδια μετά από μερικά χιλιόμετρα χρήσης, όποιο σύγχρονο διαστημικό υλικό στεγανοποίησης κι αν χρησιμοποιήσεις.

 

Υπάρχουν δύο αιτίες που δημιουργούν το πρόβλημα. Την πρώτη μάλλον την έχετε ήδη βρει, αφού είναι αρκετά εύκολο να καταλάβεις πως τα κάθετα χωρισμένα τμήματα των κάρτερ μεταβάλουν διαρκώς τη δύναμη που τα κρατά ενωμένα λόγω της διαστολής και συστολής των μετάλλων όταν ο κινητήρας είναι ζεστός ή κρύος.

 

Τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα, λόγω της εσωτερικής πίεσης αέρα που δημιουργεί ο χρονισμός του στροφάλου των 360⁰, αφού τα δύο έμβολα συμπιέζουν τον αέρα μέσα στα κάρτερ όταν κατεβαίνουν ταυτόχρονα προς τα κάτω, πιέζοντας τα λάδια να βγουν έξω από τα κάρτερ.

 

Αυτή η εσωτερική πίεση αέρα μέσα στα κάρτερ που δημιουργούν τα έμβολα είναι που κάνουν τις παλιές βρετανικές δικύλινδρες εν σειρά να σουρώνουν ακόμα περισσότερο λάδια όταν ο κινητήρας αρχίζει να κρυώνει, τα μέταλλα συστέλλονται και τα λάδια βρίσκουν πιο εύκολο δρόμο διαφυγής.

Βέβαια και όταν ο κινητήρας είναι ζεστός και τα μέταλλα διαστέλλονται η κατάσταση δεν βελτιώνεται πολύ, αφού η λειτουργία του κινητήρα σε υψηλότερες στροφές αυξάνει ακόμα περισσότερο την εσωτερική πίεση.

 

Οι Ιάπωνες έλυσαν αυτά τα προβλήματα των βρετανικών δικύλινδρων εν σειρά χρησιμοποιώντας στους δικούς τους κινητήρες στρόφαλο 180⁰, όπου όταν το ένα έμβολο ανεβαίνει, το άλλο κατεβαίνει, εξισορροπώντας την πίεση του αέρα μέσα στα κάρτερ και εξουδετερώνοντας με επιτυχία τους κραδασμούς πρώτης τάξης.

 

Ταυτόχρονα, οι Ιάπωνες χώρισαν οριζόντια τα κάρτερ, οπότε το κάτω τμήμα τους αποτελεί λεκάνη και δεν υπάρχουν ενώσεις μεταλλικών επιφανειών που να επιτρέπουν διαρροές λαδιού.  

Έτσι παρά το γεγονός πως η ποιότητα μετάλλων στις ιαπωνικές μοτοσυκλέτες της εποχής δεν ήταν καλύτερη των βρετανικών, εν τούτοις λόγω της διαφορετικής επιλογής χρονισμού του στροφάλου, οι Ιάπωνες κατάφεραν να λύσουν όλα τα προβλήματα που είχαν οι βρετανικές μοτοσυκλέτες επί δεκαετίες!