Kawasaki Ninja 400 2018 – Το οδηγούμε αποκλειστικά σε πίστα!

Το παιχνίδι δεν είναι στα άλογα..
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

27/4/2018

Πώς γίνεται να κατέβεις από το BMW S1000R όπου μάζευες πάνω από 250 χιλιόμετρα στο τέλος της ευθείας και να ανέβεις σε μία μοτοσυκλέτα με σχεδόν το ένα τέταρτο της ιπποδύναμης, συνεχίζοντας να διασκεδάζεις σε απίστευτο βαθμό; Οδηγήσαμε το Kawasaki Ninja 400 στην πίστα, σε στεγνό και βρεγμένο, γράφοντας πολλούς γύρους αμέσως μετά από μία ολόκληρη ημέρα οδηγώντας superbike και streetfighter του λίτρου, εκτιμώντας έτσι καλύτερα τις δυνατότητές του στην γρήγορη οδήγηση. Αν καταφέρνει να σου κρατήσει το ενδιαφέρον και το χαμόγελο έπειτα από μία γεμάτη ημέρα οδήγησης, τότε φαίνεται αν η  Kawasaki λέει την αλήθεια όταν δηλώνει πως η σχεδίασή του είναι εμπνευσμένη με γνώμονα την πίστα…

Στην Σεβίλλη πρόσφατα, κατά την δοκιμή του ολοκαίνουριου Dunlop SportsmartTT όπου βλέπετε εδώ video από την πίστα, μαζί απόσπασμα από την οδήγηση του Ninja400, είχαμε την ευκαιρία μίας αποκλειστικής δοκιμής: Η Dunlop είχε καταφέρει να προμηθευτεί δέκα ολοκαίνουρια Ninja 400 με μηδενικά χιλιόμετρα στο κοντέρ τους, που μας περίμεναν σε ένα κλειστό κομμάτι της τεράστιας πίστας δοκιμών. 

Η πίστα του Monteblanco που την επισκεφθήκαμε για δεύτερη φορά φέτος, δεν έχει εξέδρες για θεατές, δεν γίνονται αγώνες και εκδηλώσεις ανοικτές για το κοινό, παρά μονάχα track days με συγκεκριμένες προσκλήσεις και δοκιμές αγωνιστικών ομάδων, έχοντας κατασκευαστεί ακριβώς για αυτό το σκοπό. Προσφέρει λοιπόν μία ποικιλία διαδρομών και η δεύτερη εσωτερική μικρή πίστα που κρύβει, ήταν ιδανική για το Kawasaki. Συγκριτικά σε μέγεθος, για να έχετε μία εικόνα, θα μπορούσες να πεις πως ήταν σαν δύο πίστες καρτ στην Ελλάδα τόσο σε πλάτος, όσο και σε μήκος, πράγμα που σημαίνει πώς άνετα θα μπορούσαμε να κάνουμε και αγώνα του Πανελληνίου Πρωταθλήματος Ταχύτητας, από την στιγμή που ακόμα χρησιμοποιούμε αεροδρόμια..

Διαβάστε εδώ την τεχνική ανάλυση του νέου Ninja 400

Στην μικρή ανηφορική ευθεία, το Ninja 400 μάζευε έως και 150 χιλιόμετρα –ονομαστικά- ενώ η τελική το όπως φαίνεται και εδώ, είναι λίγο πιο κάτω από τα 200 στο κοντέρ. Από αυτά τα χιλιόμετρα μπορούσε να στρίψει με απόλυτη σταθερότητα, βυθίζοντας τα μαρσπιέ στην άσφαλτο πλαγιάζοντας με το νέο SportsmartTT να εξαντλεί το όριο του πίσω ελαστικού: Όλα αυτά με την καρδιά να χτυπά στον ίδιο ρυθμό που κάνεις χαλαρό βάδισμα, με το χαμόγελο συνέχεια ζωγραφισμένο.

Η τελική του νέου Kawasaki Ninja 400 (VIDEO)

Χρειάστηκα δύο γύρους για να προσαρμοστώ στην σέλα του, πριν ο αναβάτης εξέλιξης της Dunlop αφήσει ανοικτό το πεδίο για προσπεράσεις και η πίστα αποκτήσει μία στεγνή γραμμή. Από εκείνη την στιγμή, το μόνο που μου ερχόταν στο μυαλό, ήταν με πιο τρόπο θα μπορούσαν να ζήσουν κάτι τέτοιο περισσότεροι, ή καλύτερα όλοι οι Έλληνες αναβάτες, καθώς θα μάθαιναν διασκεδάζοντας με ασφάλεια.

Τα περιθώρια του Ninja400 για να διορθώνεις λάθη είναι τεράστια, καθώς τα 168 κιλά δεν είναι πολλά για την κατηγορία και η Kawasaki τα έχει συγκεντρώσει κοντά στο γεωμετρικό κέντρο κι αρκετά χαμηλά. Μαζί με αξιοπρεπείς αναρτήσεις, όπου ιδιαίτερα το πιρούνι έχει προοδευτική απόδοση, σκληραίνοντας σε συμπίεση χωρίς ποτέ να γίνεται ενδοτικό, το Ninja400 το οδηγείς πολύ γρήγορα με μεγάλη ασφάλεια, από την πρώτη στιγμή που θα βρεθείς στην σέλα του. Φρενάροντας από τα 140-150 κι ενώ συνεχίζεις να κρατάς τα φρένα, δεν σου αντιστέκεται στην είσοδο της στροφής, πλαγιάζοντας σταθερά και με ομοιογενή συμπεριφορά, με τον πίσω τροχό να ακολουθεί πιστά.

Εξαιρετικό πλαίσιο, που η Kawasaki υπερβάλλει λέγοντας πως έρχεται από το H2, αλλά πρέπει να τους αναγνωρίσουμε πως ξέρουν να φτιάχνουν χωροδικτύωμα, γλιτώνοντας σε βάρος και κερδίζοντας σε ακαμψία. Τα νέο πλαίσιο του Ninja 400 είναι ικανό να διαχειριστεί πολύ μεγαλύτερα αποθέματα δύναμης, την στιγμή που δεν είναι υπερβολικά άκαμπτο ώστε να καθιστά το νέο τετρακοσάρι, μία κουραστική μοτοσυκλέτα στην καθημερινή οδήγηση. Στη σέλα του θα μπορούσα να βρίσκομαι όλη την ημέρα γυρνώντας στην πίστα, τόσο απλά.

Το μεγαλύτερο δώρο του Ninja400 στην πίστα, είναι αυτό που εκτιμούν όλοι οι αγωνιζόμενοι, και που δυσκολεύεται να κατανοήσει ο υπόλοιπος κόσμος, την δυνατότητα να ψάξεις τα όρια. Και τα όρια δεν τα ψάχνεις με την ιπποδύναμη, αλλά με το ολοένα και πιο αργό φρενάρισμα και την αυξανόμενη ταχύτητα εισόδου. Όσο πιο πολλά άλογα και να έχεις, απλά θα φτάσεις πιο γρήγορα μέχρι το σημείο που θα φρενάρεις από το όριο εισόδου της στροφής, κι αυτό το όριο για το Ninja400 μπορεί να είναι αντίστοιχο με superbike. Φρενάρεις μαζί του πιο αργά και το διατάζεις να στρίψει πιο απότομα, φτάνοντας στο τέλος να μπαίνεις στις στροφές με γεμάτη τρίτη στο ακριβές και ήπιο κιβώτιο με το ελαστικό των 150/60 να είναι σταθερά στο όριό του.

Οδηγούσα φορώντας μία δανεική στολή, καθώς η Πορτογαλική TAP (ναι είμασταν στην Πορτογαλία πριν την Σεβίλλη) δεν τα κατάφερε ούτε με δύο ώρες αναμονή, και παρά τα άβολα νούμερα η ευχαρίστηση και η ευκολία που χάριζε το Ninja 400 είχαν πολλαπλάσια αξία καταλήγοντας έτσι σε θετικό πρόσημο.

Ο μονόδρομος και υποβοηθούμενος συμπλέκτης επιτρέπει να κατεβάζεις σχέσεις στο κιβώτιο ενώ φρενάρεις δυνατά χωρίς να αποσταθεροποιείται ο πίσω τροχός, με μόνη έντονη αντίδραση, τον ήχο που έρχεται ενισχυμένος από το φιλτροκούτι που κατά παράδοση της Kawasaki, είναι φτιαγμένο με την λογική της δημιουργίας αντήχησης.

Η πρώτη μας εντύπωση οδηγώντας στην πίστα είναι τόσο θετική, που ανυπομονούμε να έρθει η ώρα για μία πλήρη δοκιμή στην Ελλάδα κάτω από όλες τις συνθήκες και την παραμονή στη σέλα για περισσότερα χιλιόμετρα και ώρα. Το νέο Ninja400 ωστόσο φαίνεται ήδη πως είναι μία μοτοσυκλέτα φτιαγμένη για το δρόμο αλλά εμπνευσμένη από την πίστα…

 

Δοκιμή Long Term Suzuki Address 110

Άθραυστο και πολυχρηστικό
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

29/11/2017

Ξεκινώ ξεκαθαρίζοντας τα πράγματα από την αρχή. Με το Address δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός. Αυτό το μικρό scooter της Suzuki για κάποιο μυστήριο λόγο μου έχει γίνει εμμονή. Ίσως γιατί και τις δύο χρονιές στα Test Rides του ΜΟΤΟ ήταν το όχημά μου ως πλοηγός μέσα στην μικρή πίστα των καρτ, και κάθε φορά που το οδηγούσα είχε βαλθεί να μου αποδείξει ότι διεκδικεί τον τίτλο του superbike των μικρών scooters.

Η αλήθεια είναι ότι με κανένα άλλο από τα σχεδόν 20 διαθέσιμα μηχανάκια δεν το ευχαριστιόμουν τόσο πολύ. Η εξάτμιση, τα πλαστικά της ποδιάς και το σταντ που άλλαξαν σχήμα κι έχασαν βάρος, επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Αντίστοιχα και τα σχόλια των συναδέλφων που το χρησιμοποίησαν, ήταν διθυραμβικά. Αυτός ο "Δαβίδ" των scooters, έκανε τους μεγαλύτερους "Γολιάθ" να παλεύουν για να το ακολουθήσουν. Η εκπληκτική ομοιογένειά του, το εξαιρετικό ζύγισμα και η ευελιξία του, είναι οι συνιστώσες που δίνουν τη δυνατότητα στο Address να προσφέρει περισσότερα απ' όσα τάζει.

Η εμμονή οδήγησε στη συμβίωση, καθώς για τους τελευταίους έξι μήνες σχεδόν, το Address ήταν το καθημερινό μου όχημα. Για πάνω από 180 ημέρες το Address κυκλοφορούσε σε όλο το λεκανοπέδιο σχεδόν, καθώς πέρα από το καθήκον της καθημερινής μεταφοράς, ήταν και η νούμερο ένα επιλογή για κάθε είδους δουλειά που προέκυπτε στο γραφείο. Η ατάκα "δωσ' μου το "αντρεσάκι" να πεταχτώ κάπου" πρέπει να είναι μακράν η πιο πολύ-ειπωμένη φράση στο χώρο της συντακτικής ομάδας, μετά το "βρείτε μου ένα τίτλο ρε…". Κι όχι άδικα καθώς στις αρετές του μικρού scooter συγκαταλέγονται η άνεση και οι χώροι! Παρά το μικρό του μέγεθος, η σχεδιαστική μελέτη έγινε πάνω σε σωστές βάσεις και το Address προσφέρει χώρους και δυνατότητα για να μεταφέρεις πράγματα, που θα έχανες στοίχημα ότι δεν μπορείς να κουβαλήσεις.

Οι δύο "τσέπες" στην ποδιά είναι μεν βολικές για μικροπράγματα, αλλά είναι ανοιχτές και εκτεθειμένες

 

Το φαρδύ και ίσιο πάτωμα, σε συνδυασμό με την απόσταση μεταξύ σέλα και ποδιάς, χωράει ένα παραφουσκωμένο σακίδιο και τρεις τσάντες super market κρεμασμένες στον γάντζο (τσεκαρισμένο), ο χώρος κάτω από τη σέλα μπορεί να φιλοξενήσει ένα full face κράνος, ενώ η ίδια η σέλα φιλοξενεί άνετα δύο ενήλικες που κάθονται με σωστέ γωνίες στα άκρα τους και χωρίς τα αναδιπλούμενα μαρσπιέ του συνεπιβάτη να εμποδίζουν τα πόδια του αναβάτη χάρη στην σωστή τοποθέτησή τους.

Κάτω από τη σέλα θα χωρέσουν άνετα ένα full face κράνος κι ένα ζευγάρι γάντια

 

Αυτή την ευρυχωρία και την άνεση την εκτιμάς όλο και περισσότερο όσο ζεις μαζί του. Όταν αρχίσουν οι πρώτες βροχές που τα αδιάβροχα γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς σου, κι όταν η επιλογή του παίρνω το Address αντί του αυτοκινήτου, ή οποιασδήποτε άλλη μοτοσυκλέτας ήταν διαθέσιμη εκείνη την περίοδο, κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος για παντός είδους "επικίνδυνες αποστολές".


Στη δοκιμή του μικρού scooter της Suzuki γράφαμε για την ευελιξία στην συμπεριφορά του και το πόσο "ζωηρός" είναι ο μονοκύλινδρος αερόψυκτος κινητήρας. Μετά από όλο αυτό τον καιρό που ζήσαμε μαζί του, θα προσθέταμε και την παρατήρηση ότι όσο περισσότερο εξοικειώνεσαι μαζί του, αντιλαμβάνεσαι ότι το Address είναι πράγματι το superbike της μικρής κατηγορίας των scooter. Οι τροχοί των 14'' σε συνδυασμό με την ομοιογένεια και την συνεργασία του πλαισίου με τις αναρτήσεις, του προσδίδουν μια υψηλού επιπέδου σταθερότητα που σου εμπνέει την εμπιστοσύνη να κάνεις πράγματα που δύσκολα θα έκανες με ένα οποιοδήποτε άλλο scooter.

Παρά το μέγεθός του, το Address διαθέτει μια άνετη και φαρδιά σέλα

 

Ο κινητήρας του από την άλλη εκμεταλλεύεται κάθε ρανίδα της ιπποδύναμης, ώστε να μη πάει κανένα ποσοστό ανεκμετάλλευτο. Πολύ σωστά έχει ρυθμίσει η Suzuki το φυγοκεντρικό ώστε να "αρπάζει" άμεσα και χωρίς πολύ πατινάρισμα, καθώς σε αυτά τα επίπεδα ισχύος, ακόμη και μισός ίππος χαμένος αντανακλά ένα σημαντικό ποσοστό της συνολικής απόδοσης των 9,1 ίππων.

Το Address είναι πράγματι το superbike της μικρής κατηγορίας των scooter

Μια από τις σημαντικότερες διαπιστώσεις μετά από τόσους μήνες καθημερινής, σκληρής και χωρίς οίκτο χρήσης, είναι πως τα ποιοτικά στάνταρ του Address παρέμειναν στο ίδιο επίπεδο. Η συναρμογή των πλαστικών δεν απέκτησε χάσματα και τριξίματα, οι αναρτήσεις διατήρησαν την εξαιρετική λειτουργία τους που ισορροπεί άριστα ανάμεσα στην άνεση και την συμπεριφορά και η μοναδική μεταβολή προς το χειρότερο ήταν η απόδοση του εμπρός δισκόφρενου που έχει χάσει λίγη από την αρχική του δύναμη. Το ταμπούρο χρειάστηκε δύο φορές σφίξιμο, ενώ η κατανάλωση παρέμεινε σταθερή χωρίς μεγάλες διακυμάνσεις κοντά στα 2,8 lt/100km που είχαμε μετρήσει κατά τη διάρκεια της δοκιμής του.
Ο αποχωρισμός ήταν δύσκολος και οδυνηρός, καθώς δύσκολα μπορεί να ξαναβρεθούν τόσο μικρά μεγέθη να προσφέρουν τόσο μεγάλες δυνατότητες… Εις το επανειδείν!