KTM 1290 Super Duke R: Το οδηγούμε στο Portimao! [VIDEO]

Θηρίο 3.0!!!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

6/2/2020

Μοτοσυκλέτα φτιαγμένη για την πίστα, να την χαίρεσαι στον δρόμο. Χωράει πολύ νερό σε αυτό τον χαρακτηρισμό βέβαια, ειδικά από την στιγμή που ο καθένας βάζει τα δικά του, διαφορετικά όρια στην σπορ οδήγηση. Κάθε σπορ μοτοσυκλέτα μπορεί να είναι ταυτόχρονα πολύ μαλακή και πολύ σκληρή, να έχει εξίσου τρομακτική ή προοδευτική απόκριση, αναλόγως ποιος κάθεται στην σέλα της. Κι όμως, όπως ακριβώς η ομορφιά έχει και αντικειμενικά εκτός από υποκειμενικά κριτήρια, έτσι και σε μία τέτοια μοτοσυκλέτα μπορούμε να βάλουμε έναν κοινό παρονομαστή για την συμπεριφορά της στην γρήγορη οδήγηση που θα μείνει αμετάβλητος σε ό,τι μαθηματικά θέλει να εισάγει ο κάθε αναβάτης της.

Το νέο Super Duke, το τρίτο κατά σειρά, είναι το πιο φιλικό θηρίο που έχει φτιάξει η KTM κι ας έχει οριακά μεγαλύτερη ιπποδύναμη από τους προκατόχους του. Φτιάχτηκε από το μηδέν γύρω από έναν γνωστό, αλλά ριζικά ανανεωμένο κινητήρα. Το πλαίσιο είναι για πρώτη φορά αποκλειστικά μελετημένο για το Super Duke, κι όχι ένα χωροδικτύωμα που έχει έρθει να προσαρμοστεί από supermoto και adventure μοτοσυκλέτες, όπως στην περίπτωση του πρώτου «Θηρίου» το 2013. Το είχα οδηγήσει τότε στο Ascari και ήταν πραγματικά μία από τις πιο ωραίες εμπειρίες, δεν ήταν δηλαδή μία δύστροπη, υπερβολικά δυνατή μοτοσυκλέτα. Δεν είναι όμως τα δεδομένα ίδια με τότε, έχουμε καταφέρει να προχωρήσουμε, ξεκινώντας από τα ελαστικά και τα ηλεκτρονικά. Η πρόοδος που έχει γίνει στην μοτοσυκλέτα τα τελευταία χρόνια είναι τρομακτική και σε μοτοσυκλέτες όπως το Super Duke κάτι τέτοιο φαίνεται ακόμη περισσότερο. Τα ελαστικά και τα ηλεκτρονικά έχουν φτάσει σε τέτοιο σημείο που πλέον διατηρείς μεγαλύτερες ταχύτητες εισόδου, στρίβοντας με πολύ περισσότερα πάνω σε σπορ ελαστικά, ούτε λόγος για slick. Στο Portimao το Super Duke έμπαινε στην πρώτη φουρκέτα, μετά την πρώτη στροφή δηλαδή και την καμπή που την κάνεις ευθεία, με τρίτη στο κιβώτιο. Η δευτέρα δεν χρειαζόταν για να σε βοηθήσει να καλύψεις τα λίγα μέτρα μέχρι την επόμενη στροφή, η ροπή κάλυπτε τα πάντα.

Στην πίσω ευθεία του Portimao που έβγαινες αμέσως μετά, το άνοιγμα του γκαζιού με τρίτη εκτόξευε τον τροχό απότομα ψηλά με το wheelie control απενεργοποιημένο, και άλλαζες τετάρτη στον αέρα. Λίγα φρένα για να στρίψεις με τρίτη εκεί που θα έβαζες δευτέρα σε ένα superbike και άλλες δύο στροφές μετά, χωρίς ποτέ να κατεβάσεις, σε οδηγούν στον πίσω λόφο και σε μία σούζα με τετάρτη στην κατηφόρα που μόλις πατήσει ο εμπρός τροχός πρέπει να στρίψεις αλλάζοντας όμως σε πέμπτη για να βγεις στο πιο τρομακτικό κομμάτι της πίστας ανεβαίνοντας τον δεύτερο λόφο χωρίς να βλέπεις τι έχεις αμέσως μετά. Αν δεις σε πιάνει πανικός γιατί η ευθεία έχει τελειώσει ξαφνικά και υπάρχει στροφή. Αν ξέρεις που πηγαίνεις, μένεις δεξιά, ισιώνεις την επόμενη καμπή και με τρίτη στρίβεις στην – κανονικά-  αργή δεξιά στροφή. Στην περίπτωση του Super Duke είναι κι αυτή γρήγορη, αλλάζοντας κατευθείαν σε τετάρτη! Άλλες δύο στροφές με την μία από αυτές διπλή, μπαίνοντας ούτε κλειστά, ούτε ανοικτά στο πρώτο της κομμάτι για να ξύσεις κερμπ στο δεύτερο και σε λίγο είσαι στην τελευταία παρατεταμένη που ξεκινά από ψηλά χωρίς ορατότητα, βυθίζεται και ξανά ανεβαίνει, όσο εσύ είσαι με τα μαρσπιέ βυθισμένα και οριακά υπερστρέφοντας πίσω με 180 στο κοντέρ. Όχι δεν είσαι ο Stoner, είναι το “Slip” στο κοντέρ που από την ένδειξη «4» στα street ελαστικά, και στην δεύτερη ή τρίτη (αναλόγως αν έχεις τις πιο καλές από τις καλές αναρτήσεις) αναλαμβάνει εκείνο να κάνει για εσένα την δουλειά, φτάνει να μην κλείσεις το γκάζι. Πράγμα που φυσικά και θα κάνεις βγαίνοντας μάλιστα έξω στα πιρ για να πλύνεις την στολή... Κρατώντας την τετάρτη, αλλάζεις πέμπτη ακριβώς εκεί που τελειώνει η υψομετρική διαφορά και έρχεται η ευθεία της εκκίνησης. Εκεί δηλαδή που σηκώνεσαι σούζα λίγο πριν τα διακόσια την οποία και κρατάς μέχρι την αλλαγή της έκτης, ή κλείνεις το γκάζι και χάνεις δέκατα. Κατηφόρα και στροφή δεξιά που μπαίνεις με τετάρτη όταν συνηθίσεις την ορμή αυτής της μοτοσυκλέτας, ή απλά με τρίτη και ξανά από την αρχή! Το Portimao μεταμορφώνεται με το Super Duke, γίνεται κάτι άλλο που δεν το βλέπεις εύκολα με ένα Superbike αν δεν είσαι παγκόσμιος. Με το Super Duke ζεις ένα Roller Coaster από αυτά που δεν τα ξέρουμε εμείς εδώ στην Ευρώπη και τα χαίρονται μονάχα οι Αμερικανοί. Από εκείνα τα παιχνίδια που σε κάνουν να αρρωσταίνεις από αδρεναλίνη, να αρρωσταίνεις πραγματικά και κυριολεκτικά. Όσο συνηθίζεις το κύμα ροπής αυτής της μοτοσυκλέτας, τόσο περισσότερο αρρωσταίνεις και στο Portimao με τις έντονες υψομετρικές αλλαγές, η γλυκιά αυτή ζάλη έρχεται πολύ γρήγορα!

Έξι απανωτά εικοσάλεπτα χωρίς διάλλειμα είναι ζόρι από μόνα τους, όμως με το KTM 1290 Super Duke R είναι τιμωρία κανονική. Υποβάλλεις τον εαυτό σου άνετα στην δοκιμασία, όχι βέβαια από την πρώτη στιγμή που το βλέπεις βουνό, αλλά φτάνεις στο έκτο και θέλεις άλλο τόσο. Είναι εθιστικό να χειρίζεσαι τόση ροπή με τέτοια ευκολία, ξεχνάς εύκολα την κούραση!

Το Super Duke έχει πλέον σκληρό ανταγωνισμό. Έναν ανταγωνισμό που έρχεται να κερδίσει τις εντυπώσεις στα νούμερα, εκεί δηλαδή που μέχρι τώρα έπαιζε μπάλα μοναχό του, ιδιαίτερα στην ροπή. Όμως η Kawasaki έχει πλέον υπετροφοδοτούμενη γυμνή, η Ducati το streetfighter που χωρίς τα αεροδυναμικά βοηθήματα χάνεις έγκριση τύπου μιας και αυτά το κρατάνε στο έδαφος, και ένα S1000R που το ΜΟΤΟ πρώτο σας έχει πει πως έρχεται νωρίτερα. Τώρα είναι που η KTM τους λέει να φαγωθούν μόνοι τους! Από όλες αυτές τις μοτοσυκλέτες οι ίδιοι λένε πως ξεχωρίζουν ως συμπεριφορά εντός και εκτός πίστας. Προς το παρόν, χωρίς να έχουμε οδηγήσει τις υπόλοιπες, πρέπει να τους πιστέψουμε! Μονάχα από την διαφορά με πριν!

Το 1290 Super Duke είναι φανταστικό σε κλειστά και ανοικτά κομμάτια, σε επαρχιακούς με λακκούβες και σε απαιτητικές τεχνικές πίστες, όπως το Portimao! Υπάρχει μεγάλη επιχειρηματολογία για αυτό και θα το αναλύσουμε στο τεύχος. Μέχρι τότε, κι έχοντας ήδη ξεπεράσει τον όγκο πληροφορίας που αντέχουν να διαβάζουν οι περισσότεροι σε μία οθόνη, πάμε να δούμε επιγραμματικά εκείνα τα σημεία που πρέπει κανείς να γνωρίζει για το νέο Δούκα, το ΥΠΕΡΟΠΛΟ της KTM για σπορ οδήγηση. Παντού και πάντα!

  • Ο LC8 κινητήρας των 1.301 κυβικών άλλαξε σε αρκετά σημεία, όμως ήταν ήδη εξαιρετικά αποδοτικός ώστε να μην επηρεαστεί από τους κανονισμούς Euro5. Κιόλας από το 2013, ζύγιζε μόλις 62 κιλά, που με την απόδοση που είχε τον έκαναν το δικύλινδρο με την καλύτερη αναλογία. Τώρα με νέα καπάκια και βάσεις έχασε άλλο ένα κιλό
  • Συνολικά το νέο Super Duke είναι έξι κιλά ελαφρύτερο, έχοντας όμως προσθέσει σε αισθητήρες και ηλεκτρονικά, με αποτέλεσμα η διαφορά να είναι μεγαλύτερη
  • Κέρδισε τρεις ίππους χωρίς να χάσει ροπή και υπερκαλύπτοντας τους νέους κανονισμούς από τώρα. Οι μεγάλες αλλαγές είναι στην τροφοδοσία με 56mm σώματα ψεκασμού και αμεσότερο έλεγχο της καύσης.
  • Οι βαλβίδες εισαγωγής είναι τιτανίου με επίστρωση PVD και ζυγίζουν 39 γραμμάρια, ελεγχόμενες από finger follower επικεφαλής εκκεντροφόρους, ώστε η ευστροφία να είναι χαρακτηριστική
  • Το φιλτροκούτι μεγάλωσε για να μπορέσει να τροφοδοτήσει όλα τα παραπάνω, ενώ ο εντομο-προβολέας πήγε χαμηλά για να αφήσει όλη την ροή του αέρα να το γεμίζει με πίεση
  • Μεγάλη διαφορά υπάρχει στον συμπλέκτη που δεν ματώνεις πλέον όταν κατεβάζεις αλλά και στην λειτουργία του quick shifter που είναι ηπιότερο από πριν

  • Με εξελιγμένη μεταλλουργία αφαιρέθηκαν 800 γραμμάρια από τον στροφαλοθάλαμο και σε αυτό βοηθά ο πολύ ελαφρύς στρόφαλος με την μικρή αδράνεια
  • Με αλλαγές στα ήδη πολύ ελαφρά έμβολα η KTM κατάφερε να κάνει μία ιδανική χαρτογράφηση αντάξια της ευστροφίας που ήθελε να υπάρχει και της ροπής σε όλο το φάσμα των στροφών. Αυτό που δεν θα διαβάσετε αλλού και ενδεικτικό όσων έρχονται αναλυτικά στο τεύχος του ΜΟΤΟ, είναι πως με την χαρτογράφηση δεν ασχολήθηκαν οι ίδιοι καθόλου. Έγινε εξ ολοκλήρου από την Akrapovic, ακόμη και για τις OEM εξατμίσεις που δεν φτιάχνονται εκεί. Η εμπειρία των Σλοβένων είναι μη συγκρίσιμη με οποιονδήποτε άλλον και για να κερδίσουν χρόνο, ανέλαβαν ολόκληρη την εξέλιξη για λογαριασμό της KTM! Με τρίτη στο κιβώτιο πηγαίνεις τώρα μέσα στα χωριά με το ένα χέρι στο τιμόνι, όταν σε αντίστοιχο ιταλικό δικύλινδρο με παρόμοια απόδοση φτύνεις τα σφραγίσματα από τα δόντια σου. Προφανώς και κροταλίζει ακόμη και το Super Duke, κανείς δεν το εξισώνει με την συμπεριφορά τετρακύλινδρου. Αλλά και θαύματα δεν γίνονται. Το θετικό είναι πως δεν κάνει σαν Ducati στις χαμηλές στροφές, και σου επιτρέπει να οδηγήσεις σαν άνθρωπος με χαμηλές ταχύτητες
  • Όλα τα ηλεκτρονικά είναι καινούρια και έχουν ακολουθήσει μία νέα μέθοδο με τον McWilliams που ήταν και ο βασικός αναβάτης εξέλιξης. Κατά την μέθοδο αυτή, όλα υπολογίστηκαν από πριν γράφοντας ένα μεγάλο κομμάτι κώδικα και αμέσως μετά ο McWilliams έκανε μία σειρά από συγκεκριμένα τεστ, ολοκληρώνοντας τον κώδικα πριν ξεκινήσει τις τελικές δοκιμές. Στις μοτοσυκλέτες που πήραμε στα χέρια μας, το τελικό software δεν είχε ακόμη περαστεί, κι όμως δούλευαν απίστευτα καλά. Το traction control στην θέση ένα είναι σαν να μην υπάρχει, το wheelie control δεν έχει σχέση με το traction control ενώ και ενεργοποιημένο όταν είναι αφήνει τον εμπρός τροχό να σηκωθεί καμιά σαρανταριά πόντους. Για τις καταστάσεις λειτουργίας θα ακολουθήσει ανάλυση στο τεύχος, όμως η KTM έφτιαξε και την Performance να είναι ίδια με την Track από δυναμικά χαρακτηριστικά, αλλά με Bluetooth κτλ, ενεργοποιημένα, ώστε να έχεις στον δρόμο όταν χρειαστεί, όλα τα δυναμικά στοιχεία και αντίστοιχα στην πίστα να είσαι απομονωμένος
  • Έχει γίνει μεγάλη δουλειά στις αναρτήσεις και ιδιαίτερα στο μοχλικό. Εσκεμμένα δεν μπήκαν οι ημι-ενεργητικές που ήδη δοκίμασαν στο Super Duke όπως αποκλειστικά θα διαβάσετε στο ΜΟΤΟ. Πολύς κόσμος θα ευχαριστηθεί με αυτή την επιλογή στην KTM να αφήσει της ημι-ενεργητικές για αργότερα. Εκείνο που είχε τεράστια διαφορά ήταν τα power parts. Συνήθως είναι εκεί για να σου πάρουν τα λεφτά με μικρό πρακτικό αντίτιμο. Εδώ είναι ανάποδα. Το εικοσάλεπτο με την μοτοσυκλέτα που φορούσε τις racing αναρτήσεις και όλα τα καλούδια ήταν το καλύτερο από όλα. Πράγμα περίεργο γιατί οι μηχανικοί μας είπαν πως τα προηγούμενα γκρουπ αισθάνονταν ένα δέος, έναν φόβο απέναντι στο συγκεκριμένο μοντέλο. Ήταν με διαφορά πιο εύκολο παιχνίδι στην πίστα…
  • Εύκολα βγαίνεις και κάθεσαι είτε από την μία, είτε από την άλλη αλλάζοντας κατεύθυνση, η εργονομία θέσης οδήγησης είναι μελετημένη για να είσαι έξω από την μοτοσυκλέτα. Τα μαρσπιέ όμως ούτε βρίσκουν κάτω εύκολα, ούτε και βάζουν τα γόνατα σε περίεργη γωνία και είναι άλλο ένα σημείο που αυτή η μοτοσυκλέτα κάνει καλύτερα από τα superbike…

Έρχεται στο ΜΟΤΟ τ.604 – 1η Μαρτίου 2020

Δοκιμή στην Ελλάδα: MV Agusta Magni Filorosso

Κάνει ακριβώς αυτό που υπόσχεται
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

15/10/2018

Το μεγαλύτερο πρόβλημα με τις neoretro μοτοσυκλέτες είναι ότι αδυνατούν να μετουσιώσουν την μηχανική αίσθηση που είχαν τα πρωτότυπα από τα οποία άντλησαν οι σχεδιαστές τους την ιδέα για να τις κατασκευάσουν. Αισθητικά πετυχαίνουν τον στόχο τους και σου ξυπνούν αναμνήσεις από το ανέμελο παρελθόν, όμως από την στιγμή που θα πατήσεις το κουμπί της μίζας και ξεκινήσεις, σε προσγειώνουν απότομα στο παρόν, με την αποστειρωμένη λειτουργία των σύγχρονων κινητήρων τους. Πανέμορφες, γρήγορες, ασφαλείς και χίλιες φορές πιο αξιόπιστες από τις παλιές μοτοσυκλέτες, αλλά ταυτόχρονα άψυχες και… ξενέρωτες. Μέχρι που θα έρθει η στιγμή να καβαλήσεις την Magni Filorosso και θα ψάχνεις να βρεις δανεικά να την αγοράσεις, παρά το γεγονός ότι απέχει εκατομμύρια έτη φωτός από τον χαρακτηρισμό “καλή” σε οποιονδήποτε τομέα μπορείς να σκεφτείς!

Κοστίζει περίπου 35.000 ευρώ στις περισσότερες χώρες τις Ευρώπης ή 32.000 δολάρια χωρίς φόρους για όσους έχουν τα λεφτά τους σε τράπεζες των Νήσων Κάιμαν. 

Από αυτά τα χρήματα, τα 30.000 τα δίνεις για τον ήχο που ακούς όταν την οδηγάς και τα υπόλοιπα 5000 για να έχεις την πιο Bad Ass σε εμφάνιση μοτοσυκλέτα στα πιτς της πίστας. Οποιασδήποτε πίστας! Την συγκεκριμένη Magni Filorosso την οδηγήσαμε στην πίστα των Μεγάρων κατά την διάρκεια του Legends Track Day.

 Πρόκειται για την πρώτη φορά στον κόσμο που ένας δημοσιογράφος οδηγάει μια Magni Filorosso παραγωγής και όχι το πρωτότυπο που είχε δοκιμάσει ο συνεργάτης μας Alan Cathcart πριν δύο χρόνια.

 

Η μοτοσυκλέτα ανήκει σε έναν γερμανό συλλέκτη που συμμετείχε στο Legends Track Day και είχε την ευγενή καλοσύνη να μας την παραχωρήσει, παρά το γεγονός ότι μας γνώριζε μόλις 35 δευτερόλεπτα (τρελός για δέσιμο δηλαδή…).

Σε σχέση με το πρωτότυπο που έχουν οδηγήσει οι υπόλοιποι δημοσιογράφοι στον υπόλοιπο κόσμο, η Magni Filorosso παραγωγής έχει 5,1cm πιο μακρύ ψαλίδι! Η διαφορά είναι τεράστια σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη της, ο οποίος ξέρει πολύ καλά τί λέει, καθώς ήταν από τους πρώτους που παρήγγειλε μια Filorosso και η οικογένεια Magni του την παρέδωσε σε μια πίστα της Ιταλίας, όπου οδήγησε ταυτόχρονα και μια βελτιωμένη πρωτότυπη μοτοσυκλέτα.

Εκείνη η βελτιωμένη πρωτότυπη μοτοσυκλέτα είχε αυτό το μακρύτερο ψαλίδι σε σχέση με την πρωτότυπη που είχαν οδηγήσει οι ξένοι δημοσιογράφοι και η οικογένεια των Magni την είχε φέρει εκεί για να την οδηγήσουν οι πρώτοι ιδιοκτήτες και να αποφασίσουν αν ήθελαν το κοντό ή το μακρύ ψαλίδι. Καθώς όλοι προτίμησαν το μακρύ ψαλίδι, τους επόμενους μήνες βρήκαν στην εξώπορτα του σπιτιού τους ένα κουτί με αυτό το επιμηκυμένο ψαλίδι. Βέβαια όταν πήγαν να το βάλουν στη μοτοσυκλέτα τους ανακάλυψαν ότι χρειαζόταν να αλλάξουν και τα αμορτισέρ, καθώς τα 51mm είναι τεράστια διαφορά. Πέρα από το ψαλίδι, η συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα έχει και ορισμένα custom made εξαρτήματα που δεν υπάρχουν σε άλλη Filorosso. Το ένα από αυτά είναι φυσικά το λευκό αναλογικό στροφόμετρο, αντί για τα ψηφιακά LCD όργανα του MV Agusta Brutale 800 που έχουν όλες οι άλλες.

Βέβαια η Magni έχει βγάλει την ακόμα πιο περιορισμένη έκδοση Filorosso Black που έχει ένα αντίστοιχο αναλογικό στροφόμετρο. Ο Michel έχει κρατήσει το ψηφιακό όργανο, διότι είναι απαραίτητο όταν κάνεις service στον κινητήρα για την διάγνωση πιθανών βλαβών και την ρύθμιση του ψεκασμού. Τα υπόλοιπα ηλεκτρονικά του Brutale 800 έχουν καταργηθεί από την Magni και δεν υπάρχει ούτε ABS, ούτε Traction Control, ούτε δούλευε το quick-shifter Up/Down. Για όλα αυτά πρέπει να φροντίζει ο αναβάτης, όπως τις παλιές “καλές” εποχές…

Η δεύτερη μοναδικότητα της συγκεκριμένης μοτοσυκλέτας είναι οι πλάκες του πιρουνιού, που είναι κατασκευασμένες από μαγνήσιο και όχι από αλουμίνιο.    

Από το ίδιο υλικό είναι και οι ζάντες, που σχεδιαστικά θυμίζουν τις χρυσές Campagnolo που χρησιμοποιούσαν όλες σχεδόν οι ιταλικές εργοστασιακές αγωνιστικές μοτοσυκλέτες εκείνες τις ένδοξες εποχές του ’60 και του ‘70.

Η διάμετρό τους είναι 18 ιντσών εμπρός και πίσω, ενώ το πλάτος των ελαστικών που φιλοξενούν είναι 110 εμπρός και 160 πίσω. Είναι δηλαδή 10mm πιο στενό εμπρός από μια MV Agusta F3 και 20mm πίσω. Στο συμβατικό πιρούνι 43mm της Forcella Italia βρίσκονται δύο δίσκοι 320mm και τετραπίστονες δαγκάνες της Brembo από Ducati 916.

Όλα αυτά έχουν σημασία όσο κάθεσαι και κοιτάς την Filorosso σε φωτογραφίες ή παρκαρισμένη στα πιτς. Διότι αν την καβαλήσεις και μπεις στην πίστα, ανακαλύπτεις τον… πολλαπλό οργασμό!

Τίποτα δεν συγκρίνεται πάνω σε αυτή την γη με τον ήχο που κάνουν τα τρία γυμνά σώματα του ψεκασμού κάτω από το ρεζερβουάρ. Τίποτα απολύτως! Μια Formula 1 με V12 κινητήρα της δεκαετίας του ’60 ίσως πλησιάζει κάπως την στεγνή, ξερή στριγκλιά της της Filorosso, αλλά δεν την ξεπερνά.

Κι εκεί που λες ότι αξίζει τα 35.000 ευρώ μόνο γι΄αυτόν τον ήχο, έρχεται η πρώτη στροφή και μένεις… χαζός! Ώπα, φίλε τι΄ναι τούτο; Δίχρονο;

Η θέση οδήγησης μιμείται τις αγωνιστικές μοτοσυκλέτες του 1960 και συνολικά είναι για τα πανηγύρια. Ακόμα και εγώ που είμαι 1,70 (με χοντρή σόλα στα παπούτσια…) είχα σφηνώσει μέσα στη σέλα με την κόκκινη alcantara και ήταν αδύνατον να κάνω την παραμικρή κίνηση με το σώμα. Τα κλιπ-ον είναι τόσο κλειστά, που είναι αδύνατον να στρίψεις το τιμόνι έστω και μία μοίρα δεξιά-αριστερά χωρίς να ακουμπήσεις το ρεζερβουάρ! Κι όμως, η Filorosso έμπαινε στις στροφές των Μεγάρων όπως θα έκανε ένα δίχρονο 250. Αλλάζει κατεύθυνση με το βλέμμα. Ούτε καν χρειάζεται να γύρεις το κεφάλι προς το εσωτερικό της στροφής! Κάπως έτσι τελειώνεις με την κάθε στροφή της πίστας και βγαίνεις στην ευθεία για να ξανακούσεις αυτά τα οπιούχα ηχητικά εφέ του ψεκασμού και των τριών μαύρων μεγαφώνων που έχει για εξάτμιση.

Όποιος έχει 35.000 ευρώ για να αγοράσει μια μοτοσυκλέτα με μοναδικό σκοπό την ψυχοσωματική του ηδονή, η Filorosso είναι ακριβώς αυτό που ψάχνει. 

 

ΥΓ

Κι όσοι αναρωτηθούν γιατί η Filorosso έχει φτερά στο φαίρινγκ της σαν εκείνα των καινούριων MotoGP, ας ρίξουν μια ματιά στην φωτογραφία που ακολουθεί…

Thanks for the Money Can not Buy Experience that you gave me