MV Agusta F4RC: Για συλλέκτες μόνο…

Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

20/10/2016

Λίγες μέρες μετά την παρουσίαση της F3RC, η MV Agusta έδωσε στη δημοσιότητα αυτό που ονομάζει "το αποτέλεσμα της σχολαστικής και διαρκούς εξέλιξης ακόμη και στην παραμικρή λεπτομέρεια". Ο λόγος για τη νέα έκδοση, περιορισμένης παραγωγής, F4RC, η οποία είναι ό,τι πιο κοντινό μπορεί να βρει κανείς στην αγωνιστική μοτοσυκλέτα με την οποία συμμετέχει ο Leon Camier στο WSBK με την ομάδα της Reparto Corse.


Η μοτοσυκλέτα –που θα παραχθεί σε μόλις 250 κομμάτια- είναι βαμμένη στα χρώματα της ομάδας και φέρει το νούμερο "37", όσα δηλαδή και τα παγκόσμια πρωταθλήματα σε επίπεδο κατασκευαστών που έχει κατακτήσει στην ιστορία της, και κάθε μοτοσυκλέτα θα συνοδεύεται από το δικό της αγωνιστικό κιτ. Το κλασσικό ξύλινο κουτί θα περιλαμβάνει εξαρτήματα υψηλής ποιότητας, ειδικά σχεδιασμένα για την F4RC: Το τελικό της εξάτμισης από τιτάνιο της SC-Project, το οποίο έχει εξελιχθεί παράλληλα με την ειδική ECU που περιλαμβάνεται στο κιτ, ώστε να εξασφαλιστεί η αγαστή συνεργασία τους. Την ουρά για το μονόσελο, που αφαιρεί σημαντικό ποσοστό από το συνολικό βάρος, την τάπα του ρεζερβουάρ και τις τάπες που μπαίνουν στις βάσεις των καθρεφτών όταν αφαιρεθούν, οι οποίες είναι φτιαγμένες από ergal 7075, καθώς και τo καπάκι κάτω από την ουρά που είναι φτιαγμένο από ανθρακόνημα για μείωση του βάρους, ενώ μέσα στο ίδιο κουτί θα συμπεριλαμβάνεται μια ειδική κουκούλα φύλαξης και φυσικά το πιστοποιητικό αυθεντικότητας.


Η απόδοση του γνωστού κινητήρα "Corsa Corta" ("Κοντή Διαδρομή", δηλαδή, καθώς οι διαστάσεις του είναι 79x50,9mm) είναι στα 205 άλογα, σημείο αναφοράς για την κατηγορία των superbikes παραγωγής, ενώ με το κιτ ανεβαίνει στους 212 ίππους στις 13.600 στροφές.
Το πλαίσιο δεν έχει κάποια αλλαγή σε σχέση με την στάνταρ έκδοση, παραμένοντας ο συνδυασμός ατσάλινου χωροδικτυώματος με τα αλουμινένια χυτά κομμάτια στο πίσω μέρος, όπως ίδιο είναι και το αλουμινένιο μονόμπρατσο ψαλίδι με το μεταβλητό ύψος έδρασης.


Σε ό,τι αφορά τις αναρτήσεις, το αγωνιστικό πακέτο της Ohlins (το πλήρως ρυθμιζόμενο ανεστραμμένο πιρούνι ΝΙΧ 30 και το επίσης ρυθμιζόμενο αμορτισέρ ΤΤΧ 36) αναλαμβάνει δράση, ενώ τα φρένα προέρχονται από την Brembo με ακτινικές δαγκάνες GP4 και δίσκους 320mm μπροστά και δίσκο 210mm με δαγκάνα τεσσάρων εμβόλων πίσω. Η μονάδα ABS 9+ της Bosch διαθέτει και race mode, ενώ συνεργάζεται με το σύστημα RLM που αποτρέπει το ανασήκωμα του πίσω τροχού στα δυνατά φρεναρίσματα.


Η ECU του F4RC διαθέτει το σύστημα MVICS 2.0 που επιτρέπει την ρύθμιση σε πλήθος παραμέτρων, όπως η ευαισθησία του γκαζιού, το ποσοστό της μέγιστης ροπής, το φρένο του κινητήρα, την απόκριση και τις στροφές επέμβασης του κόφτη, ενώ το traction control ρυθμίζεται σε οκτώ επίπεδα ή μπορεί να απενεργοποιηθεί τελείως. Τέλος, στον στάνταρ εξοπλισμό συμπεριλαμβάνεται και το quickshifter.

Ισπανία: 4 πίστες στην ίδια έκταση - Στην Almería δημιουργείται η μεγαλύτερη πίστα στην Ευρώπη

Όσες πίστες δεν έχουμε συνολικά στη χώρα μας, τις έχει η Ισπανία σε μία πόλη
almeria
Από τον

Παύλο Καρατζά

7/5/2026

Δεν γίνεται να είσαι μοτοσυκλετιστής στην Ελλάδα και να μη “ζηλεύεις” όταν μαθαίνεις πως ο ιδιοκτήτης της πίστας Almería κατασκευάζει δύο νέες πίστες στον ίδιο χώρο!

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Μισή ώρα έξω από την πόλη της Αλμερίας συνορεύουν δύο πίστες, της Αλμερίας και της Ανδαλουσίας. Οι δύο πίστες είναι κυριολεκτικά η μία δίπλα στην άλλη και μπορούν κάλλιστα να ενωθούν σε μία, αποτελώντας έτσι τη μεγαλύτερη πίστα στην Ευρώπη!

Στο εσωτερικό λοιπόν της πίστας της Αλμερίας, δημιουργούνται δύο νέες πίστες, κάτι που σημαίνει πως υπάρχουν πολλές επιλογές για τη διαμόρφωσή της κάθε φορά, ενώ με τον τρόπο αυτόν μπορούν να διεξάγονται τρία track days ταυτόχρονα στον ίδιο χώρο.

maps

Μάλιστα ο ιδιοκτήτης της πίστας, είναι εκείνος που κατασκεύασε πέρυσι την πιο καινούργια πίστα στην Ευρώπη που βρίσκεται στην Σεβίλλη και το MOTO δοκίμασε εκεί τη νέα Ducati Panigale V2 S. Δεν χρειάζεται καν να αναφέρουμε και στις πίστες Portimao, Βαρκελώνης κ.λπ. που είναι μερικές ώρες πιο μακριά και δίνουν στον αναβάτη πολλές επιλογές για την προπόνησή του.

Οι πίστες αυτές δημιουργούνται από ιδιωτικές επιχειρήσεις και είναι κερδοφόρες, αφού υποστηρίζονται από ιδιώτες που συμμετέχουν μαζικά σε track days αλλά και από εταιρείες που νοικιάζουν τις πίστες είτε για δοκιμές, είτε για παρουσιάσεις.

Σίγουρα σας γεννιέται το ερώτημα, “γιατί αυτό δεν γίνεται και στην Ελλάδα”, με την απάντηση να βρίσκεται σε εμάς τους μοτοσυκλετιστές. Στη χώρα μας ένα μεγάλο ποσοστό έχει στην κατοχή του μία μοτοσυκλέτα, όμως ελάχιστοι είναι εκείνοι που θα δαπανήσουν χρόνο και χρήματα, ώστε να πάνε σε μία σχολή οδήγησης και να μάθουν να οδηγούν σωστά, θα έχουν (και θα φορούν) όλον τον μοτοσυκλετιστικό εξοπλισμό τους και θα μπουν σε μία από τις δύο πίστες που έχουμε (Μέγαρα και Σέρρες) για να εξερευνήσουν και να εξελίξουν τα οδηγικά τους όρια. Δηλαδή ενώ έχουμε μοτοσυκλετιστές, μας λείπει η μοτοσυκλετιστική κουλτούρα.

Οι άνθρωποι που έχουν τα χρήματα να κάνουν μία επένδυση σε πίστα στη χώρα μας, βλέποντας πως μόλις 150 άτομα συμμετέχουν στα trackdays που γίνονται περίπου μία φορά τον μήνα – με το μεγαλύτερο ποσοστό να είναι οι ίδιοι – πολύ δύσκολα θα ρισκάρουν τα εκατομμύριά τους για ένα σχέδιο που μάλλον θα αποτύχει. Την ίδια στιγμή και οι αναβάτες (μιλάμε για Αθήνα που μένει το μεγαλύτερο ποσοστό) δεν έχουν άλλη επιλογή από τα Μέγαρα – όχι και ό,τι καλύτερο για μεγάλες μοτοσυκλέτες υψηλής απόδοσης – ενώ η πίστα των Σερρών είναι αρκετά μακριά και έτσι έχουμε έναν φαύλο κύκλο που δεν τελειώνει ποτέ.

Για να γίνει μια τέτοια επένδυση στην Ελλάδα θα πρέπει να στηριχτεί με πελατολόγιο από το εξωτερικό, δηλαδή να προωθηθεί για διεθνείς αγώνες, track days ξένων διοργανωτών, παρουσιάσεις νέων μοντέλων και άλλες τέτοιες εκδηλώσεις που έχουν πολλά να ωφεληθούν από το κλίμα της χώρας μας - δεν είναι καθόλου τυχαίο που οι περισσότερες αποστολές για νέα μοντέλα που πηγαίνουμε είναι στην Ισπανία και στην Ιταλία.