Αφιέρωμα Andrea Merloni: Ο άνθρωπος που ανέστησε την Benelli!

Ένας ασυμβίβαστος, ρομαντικός και αποτελεσματικός νέος
2/12/2020

Πολλοί έχουν γράψει για τον Ιvano Beggio της Aprilia, ακόμη περισσότεροι για τον Claudio Castiglioni του Cagiva/MV Agusta Group. Aλλά ποιος θυμάται τον Andrea Merloni; Αυτό τον τρελό εικοσιοκτάχρονο Ιταλό, που βάλθηκε να τα βάλει με τα θηρία της παγκόσμιας βιομηχανίας. Μπορεί το πέρασμα του από τον κόσμο της μοτοσυκλέτας να ήταν σύντομο, αλλά το σημάδι που άφησε απεδείχθη ανεξίτηλο.

Με την έλευση της δεκαετίας του 1990, ο ιταλικός κόσμος της μοτοσυκλέτας φάνταζε σεληνιασμένος. H ανέλιξη της Ducati με την καθολική υπεροχή της στους αγώνες του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος των Superbike καθώς και η συνεχής βελτίωση της Cagiva στα GP 500, χάρισε ένα αίσθημα αισιοδοξίας στους Ιταλούς που στις προηγούμενες δύο δεκαετίες παρέπαιαν με αραιές αναλαμπές δόξας (βλέπε νίκη του Mike Hailwood με Ducati στο Isle of Man, νίκη της Moto Guzzi στο AMA Superbike κλπ) που λειτουργούσαν περισσότερο σαν δικαιολογία ύπαρξης παρά σαν μήνυμα ακμαιότητας.

Το Ducati 916 του Fogarty και το Cagiva του Εddie Lawson έκανε τους Ιταλούς να πιστέψουν ότι ο Ιαπωνικός ανταγωνισμός δεν ήταν τελικά όσο άτρωτος νόμιζαν ότι ήταν. Τα κατορθώματα του Cagiva Group (ιδιοκτήτες της Ducati) των αδελφών Castiglioni σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της ιταλικής οικονομίας, ενέπνευσε στα μέσα της δεκατίας του 1990 μια σειρά από πλούσιους Ιταλούς, να επαναλάβουν το παράδειγμα των Castiglioni. 

Έτσι, έχουμε τον Δόκτωρ Francesco Tognon που εξαγόρασε την Laverda (1993), τον Roberto Ziletti που εξαγόρασε δικαιώματα του ονόματος της Μοndial (1999), τους ίδιους τους Αφους Castiglioni που εξαγόρασαν τα δικαιώματα της MV Agusta (1992) και τέλος τον “πιτσιρικά” της παρέας, Andrea Merloni να εξαγοράζει την Benelli.

Χάρη στις ενέργειες του Andrea Merloni ο θρυλικός κατασκευαστής του Pesaro υπάρχει ακόμα

 

Με δυνατό background

Χωρίς να το γνωρίζετε, λίγο από Merloni, έχουμε οι περισσότεροι από εμάς μέσα στα σπίτια μας, γιατί ήταν η οικογένεια που ίδρυσε την εταιρεία ηλεκτρικών συσκευών Indesit - Ariston. Πιο συγκεκριμένα ο παππούς του Αndrea, Aristides Merloni ήταν ο ιδρυτής της εταιρείας στo χωριό Albacina στην περιοχή της Marche, στην Αδριατική. O πατέρας του Andrea, Vittorio Merloni ήταν υπεύθυνος για την γιγάντωση της εταιρείας και την ραγδαία αύξηση του πλούτου της οικογενείας. Θέλοντας να δώσει την ευκαιρία στα παιδιά του να εξελιχθούν και αυτά στην επιχειρηματικότητα, τ’άφησε -ορθώς- να επιλέξουν τον τομέα του επιχειρείν. Ο Andrea, δεν χρειάζοταν να το διπλοσκεφτεί, ήθελε να ασχοληθεί ξεκάθαρα με τις μοτοσυκλέτες. Ο ίδιος μεταξύ 1989 με 1992 αγωνιζόταν σε ασφάλτινους αγώνες αλλά και σε πίστες motocross, αλλά έπειτα από ένα ατύχημα, ξεκίνησε την δικιά του αγωνιστική ομάδα - Team Gattolone Racing - της οποίας το ημιεργοστασιακό Ducati 916, θα ήταν το πρώτο superbike στην ιστορία του θεσμού που θα έσπαγε το φράγμα των 300 χλμ/ώρα τελικής ταχύτητας στην πίστα του Ηockenhein το 1996. 

Στα τέλη του 1995, ο νεαρός Andrea θα παρουσίασει το business plan μπροστά στο πατέρα του και το διοικητικό του συμβούλιο το οποίο πρότεινε την εξαγορά των δικαιωμάτων του ονόματος της Benelli και την εξέλιξη και παραγωγή μιας εξωολοκλήρου νέας γκάμας μοντέλων. Ο ύστατος στόχος, η εξέλιξη ενός επαναστικού νέου superbike και την συμμετοχή του στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Superbike. Τώρα ευλόγως θα με ρωτήσετε γιατί την Benelli και όχι κάποια άλλη εταιρεία; Η Benelli είχε την ιστορία, το αγωνιστικό pedigree, ήταν διαθέσιμη προς πώληση, αλλά πρωτίστως είχε την έδρα της στο Pesaro, στην περιοχή της Marche, γενέτειρα των Merloni.

Όπως προανέφερα, οι Ιταλοί ήταν σεληνιασμένοι στην δεκαετία του 1990-αρχές 2000. Μετά την παρουσίαση του Ducati 916, υπήρξε ένας άτυπος "εθνικός διαγωνισμός" για το ποιος θα δημιουργήσει το πιο όμορφο και εντυπωσιακό superbike της αγοράς (βλέπε MV Agusta F4, Mondial Piega, Moto Guzzi MGS-01, Bimota SB8K, Laverda SFC 1000). 

O Andrea είχε μεγαλεπίβολα σχέδια για την Benelli και δεν ήθελε σε καμία περίπτωση δανεικoύς κινητήρες, όπως στην περίπτωση της Mondial (Honda VTR SP1) και της Bimota (Suzuki TL 10000). Συνεπώς επέλεξε την πιο δύσκολη οδό για κάποιον που έπρεπε να αρχίσει τα πάντα από την αρχή, αφού στα χέρια του είχε μόνο τους τίτλους ιδιοκτησίας του ονόματος Benelli. Γι αυτό και προσέλαβε τον πρώην Τεχνικό Διευθυντή του Cagiva Group, εν ονόματι Riccardo Rosa, ένα άνθρωπο μ’ ένα από τα πιο εντυπωσιακά βιογραφικά (Alfa Romeo, Ferrari, Fondmetal F1, Cagiva Group, Terra Modena) στην Ιταλική βιομηχανία. 

O Rosa σχεδίασε για λογαριασμό της Benelli, έναν υδρόψυκτο τρικύλινδρο κινητήρα 898 κυβ εκ (88 Χ 49.2 χιλ) με 6-τάχυτο κιβώτιο τύπου κασσέτας. Τα πρώτα σχέδια ήταν έτοιμα το 1998. Η επιλογή των 900cc δεν ήταν τυχαία καθώς θα επέτρεπαν στο μέλλον την Benelli να συμμετάσχει στο πρωτάθλημα superbike. 

Για το σχεδιασμό του νέου superbike προσελήφθη ο Βρετανός Adrian Morton, που είχε μόλις αφήσει το Cagiva Group σε αναζήτηση μιας εταιρείας που θα του προσέφερε περισσότερη σχεδιαστική ελευθερία και νέες προκλήσεις. Ο Merloni του προσέφερε ακριβώς αυτό: Ένα πλήρως "φρέσκο" και ελεύθερο περιβάλλον στο όποιο θα μπορούσε να αναπτύξει τις ιδέες του. Σημειωτέον ότι ο Morton ήταν μόλις 26 χρονών και θα αναλάμβανε εξ’ολοκλήρου μόνος το σχεδιασμό του νέου superbike! Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να δημιουργήσει μέσα σε μόλις 12 εβδομάδες (!) το πρώτο πρωτότυπο ενός από τα πιο εντυπωσιακά σχέδια (αν όχι το πιο εντυπωσιακό) της περιόδου. 

Ο Merloni άλλωστε δεν ήθελε να συμβιβαστεί με την κατασκευή ενός απλού superbike. ‘Ηθελε ΤΟ SUPERBIKE, μια μοτοσυκλέτα που ήταν ένα βήμα πιο πέρα τεχνολογικά από τα νικηφόρα 916 και το υπό εξέλιξη F4 (που ο Riccardo Rosa ήταν μέρος της εξέλιξης του μέχρι να μετακομίσει στην Benelli). Ήθελε να δείξει σε όλον το μοτοσυκλετιστικό κόσμο ότι η Ιταλία, ζούσε, ανέπνεε και ήταν η πηγή -το κέντρο- των πιο όμορφων και τεχνολογικά προηγμένων μοτοσυκλετών.

Το Βenelli Tornado ήταν αν μη τι άλλο πανέμορφο και επαναστατικό

 

Αντίθετα με τους ανταγωνιστές που διάλεξαν πιο συμβατικές λύσεις, το Benelli Tornado Tre Novecento εφάρμοσε τολμηρές και καινοτόμες λύσεις, προϊόντα του ιδιοφυούς Rosa. Το πλαίσιο, παραδείγματος χάριν, ήταν μια μίξη χυτού αλουμίνιου στο σημείο έδρασης ψαλιδιού-κινητήρα με σωλήνες από χρωμολυβδένιο ατσάλι που ήταν ενωμένοι με αεροπορικού τύπου κόλλας. Αλλά το πιο επιφανές χαρακτηριστικό του Tornado ήταν η διάταξη του συστήματος ψύξης. Το ψυγείο ήταν τοποθετημένο κάτω από την σέλα με δύο βεντιλατερ τοποθετημένα σε πλήρη θέα στην ουρά (ο Morton μάλιστα φρόντισε να τα τονίσει με κίτρινο χρώμα για να είσαι σίγουρος γι αυτό που βλέπεις!). Ο αέρας ερχόταν από το μπροστινό τμήμα της μοτοσυκλέτας μέσω δύο αεραγωγών, κρυμμένοι διακριτικά δεξιά και αριστερά κάτω από τα fairing.

Η χαρακτηριστική ουρά με τα βεντιλατερ

 

Η διάταξη του ψυγείου σίγουρα τυχαία δεν ήταν. Μιλάμε για τον Riccardo Rosa εδώ που τα λέμε. Με αυτήν την διάταξη υπήρχαν τρία πλεονεκτήματα:

  • Ο κινητήρας μπορούσε να τοποθετηθεί πιο μπροστά στο πλαίσιο για βελτιωμένη πρόσφιση στον μπροστινό τροχό.
  • Ο ζεστός αέρας που βγαίνει από την πίσω μεριά του ψυγείου στην συμβατική διάταξη επηρεάζει αρνητικά την απόδοση του κινητήρα. Με την απούσια του, ο κινητήρας δουλεύει σε χαμηλότερη θερμοκρασία γιατί, θεωρητικά τουλάχιστον, ο κινητήρας έχει πρόσβαση σε φρέσκο αέρα με την απουσία του ψυγείου, αλλά και το ψυγείο βρίσκεται μακρυά από την κύρια πηγή θερμότητας - τον κινητήρα και την εξάτμιση.
  • Η αρνητική πίεση στο πίσω μέρος της μοτοσυκλέτας μειωνόταν με την λειτουργία των βεντιλατέρ που σπρώχνανε τον ζεστό αέρα έξω.

Όσο το Tornado ήταν στα σκαριά, ο Merloni είχε ήδη προωθήσει στην αγορά το πρώτο scooter της εταιρείας στις αρχές του 1997, το Benelli 491. H αγορά των scooter βίωνε μια σημαντική άνθιση εκείνη την περίοδο και το σχέδιο του Merloni ήταν να διαθέσει στην αγορά προσιτά σε τιμή scooter των 50-125cc, που δεν απαιτούσαν ιδιαίτερο κόστος εξέλιξης και μπορούσαν με το σωστό marketing να πουληθούν σε σημαντικά νούμερα (στόχος ήταν οι 50.000 μονάδες μέχρι το 2000). Με αυτόν το τρόπο θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει σταδιακά την εξέλιξη μεγαλύτερων σε κυβισμό μοντέλων. Τo marketing μάλιστα σχεδίαζε να το αναθέσει στην πασίγνωστη Wieden & Kennedy, ξακουστή διαφημιστική εταιρεία, υπεύθυνη για τις καμπάνιες εταιρειών όπως η Coca Cola, Nike και η Microsoft. Ο Merloni είχε μπει με χαρακτηριστική επιθετικότητα στην αγορά με σκοπό να πετύχει τους στόχους του.

Το πρωτότυπο Benelli Tornado Tre Novecento παρουσιάστηκε παγκοσμίως το Σεπτέμβριο του 1999, στην έκθεση του Milano. Ο μοτοσυκλετιστικός κόσμος είχε συγκλονιστεί από τις φουτουριστικές γραμμές και τα τεχνικά χαρακτηριστικά του ολοκαίνουργιου superbike της Benelli. Tον Ιούνιο του 2001, ανακοινώνεται από την εταιρεία το αγωνιστικό της πρόγραμμα για την συμμετοχή της εταιρείας στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Superbikes με επικεφαλή τον Riccardo Rosa. Την εξέλιξη του πολιτικού Tornado θα την αναλάμβανε να την συνεχίσει ο Pierluigi Marconi, ο πρώην Τεχνικός Διευθυντής της Bimota και της Aprilia.

Andrian Morton, Riccardo Rosa, Pierluigi Marconi καθώς και άλλοι, όπως ο πιλότος Peter Goddard και ο επικεφαλής μηχανικός Flavio Zanzini, απάρτιζαν μια dream team στο επιτελείο της Benelli. Το 2000, ο Merloni συνάπτει συμφωνία με την Renault Sport για την κοινή εξέλιξη και προώθηση scooter. Όλα έμοιαζαν ότι θα έβαιναν καλώς και βάση προγράμματος. Το νεαρό της ηλικίας του επέτρεπε την άγνοια που σε κάποιες στιγμές βοήθησε αλλά σε κάποιες άλλες απέβη μοιραίο

Το Benelli Adiva 150 με την αναδιπλούμενη οροφή

 

Η αρχή των προβλημάτων

Μια σειρά προβλημάτων θα ξεκινήσουν για την Benelli. Για αρχή ένας νέος νόμος με εφαρμογή από το 2001 υποχρέωνε την χρήση κράνους ακόμα και στους κατόχους scooter 50cc. Ένας δεύτερος νόμος υποχρέωνε όλους του κατόχους σε ετήσιο τεχνικό έλεγχο. Οι Ιταλοί δεν δέχτηκαν το νέο μέτρο με θέρμη, με αποτέλεσμα η πώληση των scooter να καταρρεύσει και ο Merloni να βρίσκεται αρκετά μακρυά από τους στόχους του. Συν τούτου, το πολυαναμενόμενο Tornado ενώ συμμετέχει στα superbikes, δεν ήταν ακόμα έτοιμο για παραγωγή, με τον πατέρα Vittorio να αρχίζει να χάνει την υπομονή του. Για πέντε χρόνια χρηματοδοτεί αδρά την επιχείρηση του γιού του, χωρίς να βλέπει φως στο τούνελ. Μάλιστα, εκείνη την χρονιά ο Vittorio προσπάθησε να ακυρώσει όλο το πρόγραμμα, αλλά ο Andrea ζήτησε κατανόηση και παράταση. 

Την ίδια χρονιά παρουσιάζει το Benelli Adiva, ένα scooter με παρμπρίζ και αναδιπλούμενη οροφή (σαν το BMW C1, αλλά στο Adiva δεν λειτουργούσε σαν κλωβός ασφαλείας), απόδειξη τη πραγματικής θέλησης του Merloni για την παραγωγή πρωτοποριακών μοτοσυκλετών. Κάτω από την πίεση του Vittorio αλλά και της κατάστασης με την αγορά, αλλάζει το επιχειρηματικό σχέδιο δίνοντας έμφαση στις μεγάλες κυβισμού μηχανές. Το 2002, ακυρώνει το αγωνιστικό πρόγραμμα και δίνει έμφαση στην εξέλιξη του Tornado. Ο Rosa θα αποχωρήσει από την Benelli, μια μεγάλη απώλεια για τον Merloni και την ομάδα του.

Το Tornado RS είχε λύσει κάποια από τα προβλήματα του προκατόχου του αλλά όχι όλα

 

To 2002 θα παραχθεί πρώτα το Benelli Tornado LE (για Limited Edition) σε 150 αντίτυπα. Το Tornado LE ήταν εξοπλισμένο με Öhlins αναρτήσεις, ξηρό συμπλέκτη, σφυρήλατες ζάντες Marchesini, ολόσωμη εξάτμιση τιτανίου της Arrow και φαίρινγκ από ανθρακόνημα. To LE ήταν μια μέση λύση για τον Merloni, για να δείξει στον κόσμο (αλλά και στον Vittorio), ότι "βγαίνει η δουλειά", επειδή τα καλούπια από ανθρακόνημα μπορούσαν να παραχθούν σε συντομότερο χρονικό διάστημα μέχρι να ετοιμαστεί το Tornado παραγωγής. Παράλληλα ο Andrian Morton έχει ξεκινήσει να δουλεύει στην γυμνή μορφή του Tornado, το TNT (Tornado Naked Tre). 

Το 2003, στην πίστα Paul Ricard, στην Νότια Γαλλία, η πολιτική έκδοση του Tornado θα παρουσιαστεί στους δημοσιογράφους που θα μείνουν εντυπωσιασμένοι από την οδηγική συμπεριφορά και τον σχεδιασμό του Tornado. Η παραγωγή θα ξεκινήσει, και επιτέλους μετά από έξι χρόνια εξέλιξης το εξωτικό Tornado ήταν διαθέσιμο προς πώληση. To σχέδιο του Merloni πρόσταζε ένα -πέρα για πέρα- ιταλικό superbike, που αυτό μεταφράζεται ότι όλα τα περιφερειακά έπρεπε να προέρχονται από Ιταλούς προμηθευτές. Στόχος που επιτεύχθει, πλην της ηλεκτρονικής μονάδας διαχείρησης που προερχόταν από την γαλλική Sagem. 

Δυστυχώς όμως, παρ’όλες τις καλές προθέσεις και την εθνική περιφάνεια του Merloni, το “100% made in Italy” γύρισε μπούμερανγκ σε αυτόν και την Benelli… Η βιομηχανοποίηση και εξέλιξη του τρικύλινδρου κινητήρα είχε ανατεθεί στον Franco Morini o οποίος αποδείχθηκε κατώτερος των περιστάσεων. Ο κινητήρας χρειαζόταν περαιτέρω εξέλιξη ωστόσο μπήκε στην παραγωγή, γιατί για τον Merloni και την ομάδα του, τα περιθώρια στένευαν, καθώς ο Vittorio είχε αρχίσει ήδη να βγάζει αφρούς από το στόμα του.

O τρικύλινδρος κινητήρας του Tornado LE με τον ξηρό συμπλέκτη και τα καπάκια μαγνησίου

 

Προβλήματα υπήρχαν κυρίως με το κιβώτιο, καθώς οι ανοχές δεν ήταν οι σωστές. Η νεκρά έμπαινε πολύ δύσκολα όταν ο κινητήρας βρισκόταν σε λειτουργία. Επίσης υπήρχε δυσκολία στην εκκίνηση του κινητήρα στο πάτημα της μίζας. Υπήρξαν περιπτώσεις στις οποίες, κινητήρες “διαλύθηκαν” λόγω των ανοχών του κιβωτίου, αφήνοντας πελάτες δυσαρεστημένους. Η ποίοτητα των φαίρινγκ επίσης δεν ήταν η καλύτερη, καθώς σε κάποιες περιπτώσεις η βαφή ξέφτιζε και παρουσιαζόντουσαν μικρορωγμές από τους κραδασμούς. Τέλος, το ψυγείο κάτω από την σέλα, δεν δούλευε αποτελεσματικά στις ζεστές μέρες του χρόνου και κάτω από συνθήκες κίνησης, ενώ τα 140 δηλωμένα άλογα που στην πραγματικότητα ήταν 107 στον τροχό, δεν ήταν εφάμιλλα του ανταγωνισμού. 

Τα θετικά ήταν ότι το Tornado είχε καταπληκτικά δυναμικά χαρακτηριστικά, ήταν αρκετά πιο άνετο στην οδήγηση από τα Ducati 916 και MV Agusta F4 και ο ήχος από τον τρικύλινδρο κινητήρα ήταν απλά…. "‘άρωμα". Και φυσικά, ο σχεδιασμός του ήταν εξωπραγματικός και ένα από τα πιο τολμηρά σχέδια της iταλικής βιομηχανίας.

Την ίδια χρονιά (2003) η Benelli ανακοινώνει ότι αυτή θα είναι η τελευταία χρονιά παραγωγής των scooters, καθώς η εταιρεία επιθυμεί να εστιάσει όλη την προσοχή της σε μοντέλα μεγάλου κυβισμού. Στα τέλη του 2003, παρουσιάζεται το Tornado RS με βελτιώσεις στο κιβώτιο, ελαφρώς αυξημένη ιπποδύναμη, αναβαθμισμένο πακέτο αναρτήσεων της Marzocchi και ακτινικά φρένα όπως επιτάσσει η εποχή. Τον Φεβρούαριο του 2004, η γυμνή μορφή του Tornado, το ΤΝΤ με τον νέο κινητήρα των 1130 κυβ εκ., παρουσιάζεται επίσημα σε… που αλλού; Σε ένα στριπτιτζάδικο του Milano!

Το ΤΝΤ 1130 ήταν το πιο δυνατό naked της γενιάς του

 

Η παράδοση των ηνίων

Κάτω από την απέλπιδα προσπάθεια να σώσει τ’ όνειρο του, o Αndrea Merloni προσπαθούσε να είναι ευρηματικός για ν’αυξήσει γρήγορα τις πωλήσεις και να σταματήσει να εξαρτάται από την οικονομική βοήθεια του Vittorio. Και στην αυγή του 2004, η Benelli με το βελτιωμένο Tornado RS και το TNT 1130 (που ήταν το τότε πιο δυνατό naked της αγοράς) φαινόταν έτοιμη να ορθοποδήσει. Ο ίδιος πόνταρε πολύ στις αυξημένες πωλήσεις του επίσης σχεδιαστικά εντυπωσιακού νεου naked, με τα ψυγεία τοποθετημένα στο πλάι (σαν τα Honda VTR SP1 και SP2) και την μονή εξάτμιση κάτω από την σέλα.

Ο Vittorio όμως δεν το έβλεπε έτσι, η υπομονή του είχε τελειώσει και ο ίδιος “τράβηξε την πρίζα” με την Benelli να βγαίνει προς πώληση. Αρχικά θα εκδηλωθεί ενδιαφέρον από την Ρωσία. Ο Ρώσος, Nikolai Alexandrovich Smolensky, ένας 25 χρόνος τραπεζικός επενδυτής που μόλις είχε αγοράσει τον Βρετανό κατασκευαστή σπορ αυτοκινήτων TVR, θα διαπραγματευτεί ανεπιτυχώς το καλοκαίρι του 2005 την εξαγορά του κατασκευαστή απ' το Pesaro. Λίγο αργότερα, τον Αύγουστο του 2005, θα παρουσιαστεί ο κινεζικός κολοσσός Quiajiang Group. Το μέγεθος και η οικονομική δυνατότητα του κινέζικου group θα δώσει τις απαραίτητες εγγυήσεις στον Andrea για τον μέλλον της Benelli και κάτω από την πίεση της οικογένειας θα αναγκαστεί να την αποχωριστεί.

Δεκαπέντε χρόνια μετά, η Benelli “ζει και βασιλεύει”. Μπορεί να μην παράγει εξωτικά Tornado και ΤΝΤ, αλλά είναι μια υγιής εταιρεία που παράγει όμορφες και προσιτές μηχανές και κάνει σταθερά βήματα προόδου, μ’ ένα συνεχώς αυξανόμενο δίκτυο πώλησης. Mάλιστα, το 2011 η Benelli γιόρτασε τα 100 χρόνια ζωής. Εν κατακλείδι, μια θρυλική ιταλική εταιρεία αναβίωσε και επέζησε κι αυτό χάρη στην αξιέπαινη προσπάθεια και στην μεγάλη επένδυση ενός άλλοτε παθιασμένου νεαρού, που στις 9 Νοεμβρίου του 2020 και σε ηλικία των μόλις 53 ετών, θα τον έβρισκαν νεκρό στο σπίτι του στο Μιλάνο. Ένας ίσως άδοξος θάνατος για κάποιον που έδωσε και πέτυχε τόσα πολλά. Ευτυχώς για εμάς, τα κραυγαλέα Tornado και TNT που μας άφησε, θα μας θυμίζουν πάντα την ενθουσιώδη, πομπώδη και γεμάτη ορμή προσπάθεια, που θα περίμενε κανείς από έναν ονειροπόλο νεαρό. Όπως θα λέγανε και οι γείτονες μας Ιταλοί: Grazie grande Andrea

Του Άλεξ Στεφανίδη

Continental TKC80 2026: Ιστορική αλλαγή για ένα από τα πιο πετυχημένα ON-OFF ελαστικά!

Υπήρξε το ελαστικό των MEGA TEST ON-OFF με τα περισσότερα χρόνια!
Continental TKC80 2026: Ιστορική αλλαγή για ένα από τα πιο πετυχημένα ON-OFF ελαστικά!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

10/12/2025

Δεν υπάρχει άλλο ελαστικό σε αυτή την κατηγορία που να έχει αντέξει τόσο μεγάλο διάστημα και μάλιστα σε αυτή την εποχή που τα ελαστικά μεικτής χρήσης σηκώνουν την πιο βαριά εξέλιξη, ακόμη και από τα ασφάλτινα αγωνιστικά. Αυτό από μόνο του δείχνει πόσο καλό ελαστικό έχει υπάρξει στο παρελθόν TKC80, χωρίς να χρειάζεται καμία άλλη δήλωση από την πλευρά της Continental. Από την δική μας πλευρά ήταν το ελαστικό με τις περισσότερες συμμετοχές στο επικό συγκριτικό MEGA TEST ON-OFF. Επίσης κι αυτό λέει πολλά για τις ικανότητες του TKC 80 κυρίως αν το συνδέσει κανείς με το παρακάτω: Η μόνη κατηγορία που έχει αλλάξει τόσο πολύ σε απαιτήσεις την τελευταία δεκαετία, είναι οι Adventure μοτοσυκλέτες. Αυτό λένε οι ίδιες οι εταιρείες ελαστικών, διότι το να κερδίσουν τα superbike πενήντα άλογα, δεν σημαίνει πως πρέπει να εφεύρουν εκ νέου το ελαστικό, χρειάζεται απλά να το βελτιώσουν. Αντιθέτως το να υπάρχουν ξαφνικά μοντέλα που έχουν 170 ίππους και μπορούν να πατήσουν σε χωματόδρομο, να έχουν αναρτήσεις που τους επιτρέπουν να στρίβουν με φόρα σε επαρχιακούς, αντίστοιχης μίας sport μοτοσυκλέτας και ταυτόχρονα ταξιδιωτικές ικανότητες εξαιτίας των οποίων ολοένα και περισσότεροι αναβάτες γράφουν πλέον ημέρες ταξιδιών με χίλια χιλιόμετρα αυτοκινητόδρομου, έχουν δημιουργήσει τις συνθήκες όλα αυτά μαζί για τελείως νέες απαιτήσεις.

Και ναι, όταν λέμε πως πρέπει να πατούν χώμα κανείς, ποτέ, δεν εννοεί την Enduro χρήση (προφανώς) αν και υπό προϋποθέσεις, υπάρχει και αυτό, όπως είναι η έκδοση R του Super Adventure και μόνο στα χέρια λίγων αναβατών. Ωστόσο η πρόσφυση στο χώμα πρέπει να θεωρείται δεδομένη στην περίπτωση αυτών των ελαστικών. Χώρια που οι μεγάλες ON-OFF είναι μόνο ένα από τα πεδία εφαρμογής τους, για αυτό και το ελαστικό θα πρέπει να έχει πραγματικές εκτός δρόμου δυνατότητες, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί και στις απαιτήσεις της μικρότερης κατηγορίας, όπως είναι πλέον η αναζωογονημένη μικρομεσαία των 450MT, 390 Adventure κτλ.

Continental TKC80 2026: Ιστορική αλλαγή για ένα από τα πιο πετυχημένα ON-OFF ελαστικά!
Ένα επικό MEGA TEST ON-OFF το 2018 καθώς ήρθε μαζί μας ο Chris Birch - Βασίστηκε τότε σε ελαστικά Continental

Την τελευταία δεκαετία τα στελέχη στις ομάδες εξέλιξης των κατασκευαστών ελαστικών, μας αναφέρουν το ίδιο ακριβώς: Πόσο τεράστιος κόπο απαιτεί αυτή η κατηγορία. Ένα ήταν εκείνο όμως που αποτελούσε σταθερή αξία, τουλάχιστον σε ότι αφορά την πρόσφυση στο χώμα, καθώς ολοένα έχανε πόντους στην άσφαλτο αλλά κυρίως, ολοένα και γινόταν μεγαλύτερο πρόβλημα η διάρκεια ζωής.

Περιμένουμε λοιπόν να δούμε τι έχει κάνει η Continental για την προσαρμογή των ελαστικών αυτών στα νέα δεδομένα. Με 170 ίππους στο χωματόδρομο, το μόνο εύκολο, ακόμη και για έναν αρχάριο, είναι να καταστρέφει πίσω ελαστικά σπινάροντας. Ένας απολύτως βατός χωματόδρομος που πηγαίνουν όλα τα IX, είναι ικανός να φάει τα τακούνια σε ένα τέτοιο ελαστικό αν σπινάρεις συνεχώς με την ευκολία που δίνει η ιπποδύναμη στις μεγάλες νέες μοτοσυκλέτες. Δεν χρειάζεται ένα πιο απαιτητικό τερέν ή να κολλήσεις την ποδιά σε έναν βράχο, καίγοντας το ελαστικό στην προσπάθειά σου να περάσεις από πάνω.

Η πρώτη γενιά των TKC 80 έζησε λοιπόν τις τεράστιες αλλαγές της κατηγορίας, μπήκε στο ποτάμι και πέρασε και απέναντι με λίγα λόγια. Για τους υπόλοιπους κατασκευαστές τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Μπήκαν στο ποτάμι και παρασύρθηκαν, η βάρκα που είχαν δεν ήταν αρκετή και έπρεπε να φτιάξουν κάτι διαφορετικό για να βγουν απέναντι. Κι ευτυχώς το βρήκαν βελτιώνοντας τα δεδομένα της κατηγορίας και αυξάνοντας τον ανταγωνισμό. Κάπως έτσι βρέθηκε το TKC 80 να μην είναι η πρώτη επιλογή πλέον, ιδιαίτερα από την στιγμή που εμφανίστηκαν ελαστικά που είχαν διπλάσια και τριπλάσια μάλιστα διάρκεια ζωής, την αχίλλειο πτέρνα του TKC 80 όσο ανέβαινε η ιπποδύναμη των μοτοσυκλετών, που παραδόξως, όπως είπαμε, δεν θυσίαζαν πολύ από την πρόσφυση στο χώμα.

Continental TKC80 2026: Ιστορική αλλαγή για ένα από τα πιο πετυχημένα ON-OFF ελαστικά!
Το νέο TKC 80 έχει σχεδιαστεί με βάση τις ανάγκες (και τις απαιτήσεις) των νεότερων μοντέλων

Μετά από 18 χρόνια πορείας και ενώ έχει μείνει 14 χρόνια ίδιο, το TKC 80 έχει έρθει η ώρα να ανανεωθεί καθώς η Continental, η εταιρεία που κάποτε μου εξηγούσε στο κέντρο έρευνας και εξέλιξης στη Γερμανία πως καταλήγει να δοκιμάζει έως και 25 συνταγές για κάθε αλλαγή γόμας, έχει πλέον βρει το επόμενο συστατικό που θα την κάνει να μπορεί να παλέψει για την κορυφή. Ένα σημείο που είχε κατακτήσει και μόνο αν βρει τον τρόπο να ξανά περάσει τον ανταγωνισμό θα καταφέρει να διεκδικήσει ξανά.

Το πρώτο πράγμα που δοκίμασαν στην Continental ήταν να του προσδώσουν μεγαλύτερη σταθερότητα ώστε να μπορεί να διαχειριστεί τις νέες ιπποδυνάμεις. Παράλληλα θα μπορούσαν να πετύχουν δύο σε ένα αν κατάφερναν να του προσθέσουν και λίγο μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Το μεγαλύτερο πρόβλημα του TKC 80 ήταν πώς δεν μπορούσε να αντέξει σε ταχύτητες αυτοκινητόδρομου, ώστε να φτάσεις γρήγορα στον προορισμό και να ξεκινήσεις από εκεί την εξερεύνηση. Η κάλυψη αποστάσεων είναι ο μόνος τρόπος να εκμεταλλευτείς τις Adventure μοτοσυκλέτες πλήρως, διαφορετικά αρκούν και λίγα κυβικά, όπως και λίγα κιλά.

Υποτίθεται πως θα προτιμήσει κανείς μία μεσαία ή μεγάλη Adventure για να περάσει μία χωμάτινη διαδρομή, γιατί θέλει να διασχίσει τις πιο μακρινές ταξιδεύοντας γρήγορα, ώστε να απολαύσει περισσότερο χρόνο στον προορισμό. Σε αυτό ακριβώς τον τομέα ήταν που τα TKC 80 έπασχαν περισσότερο. Εκείνο που είχαμε τονίσει εμείς ήταν πως μπορούσες να συνδυάσεις το πίσω ελαστικό από το TKC 70 χωρίς να χάσεις από την αναλογία της κορόνας που έχει το κάθε ένα, καταλήγοντας με μία μοτοσυκλέτα που δεν συμπεριφέρεται σωστά οδηγώντας σβέλτα στην άσφαλτο. Αντιθέτως, ο συνδυασμός εμπρός TKC 80 και TKC 70 δούλευε άψογα και μπορούσες έτσι να ταξιδεύεις σε μακρινές αποστάσεις και να πατήσεις χώμα στον προορισμό σου έχοντας ακόμη μπόλικο λάστιχο.

Continental TKC80 2026: Ιστορική αλλαγή για ένα από τα πιο πετυχημένα ON-OFF ελαστικά!
Από την μεσαία, μέχρι και την μεγάλη κατηγορία, η Continental δίνει έμφαση σε απόδοση και διάρκεια ζωής

Για να ξεφύγει λοιπόν από το μειονέκτημα αυτό, η Contiental επανασχεδίασε τα τακούνια και πλέον δεν υπάρχουν κενά στον κάθετο ως προς τον δρόμο άξονα αλλά μόνο κατά μήκος. Η περιστροφή του τροχού φέρνει την άσφαλτο σε επαφή με ενιαία στοιχεία γόμας τα οποία ξεχωρίζουν μεταξύ τους με μεγάλες αυλακώσεις.

Στην πράξη όμως αυτός ο σχεδιασμός έφερε σύμφωνα πάντα με τους ίδιους, μία βελτίωση σε 2+1 τομείς. Μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, σταθερότητα στα πολλά χιλιόμετρα και καλύτερη συμπεριφορά στο βρεγμένο όπου τώρα υποστηρίζεται λίγο μεγαλύτερη γωνία κλίσης όπως και το σπινάρισμα από την απώλεια πρόσφυσης, έρχεται λιγότερο απότομα.

Στα παραπάνω συνδράμει, πάντα σύμφωνα με την Continental, και η νέα γόμα, μία τελείως νέα συνταγή, βάση και της προόδου της τεχνολογίας υλικών, όλα αυτά τα χρόνια.

Το νέο μίγμα της γόμας δηλώνει καλύτερες ιδιότητες ως προς την πρόσφυση σε κρύο και βρεγμένο έδαφος τόσο βάση χημικής σύστασης, όσο και μέσα από την μικροκινητικότητα των δεσμών στο μίγμα που βελτιώνουν και τον χρόνο που έρχεται σε θερμοκρασία λειτουργίας. Αυτό δεν επηρεάζει την σταθερότητα που πρέπει να έχει το τακούνι για να μπορείς να στρίψεις στην άσφαλτο με ασφάλεια έχοντας εμπιστοσύνη πως δεν θα υπάρξουν εκπλήξεις στην ακριβώς χειρότερη στιγμή για κάτι τέτοιο, έχοντας δηλαδή πλαγιάσει μέχρι τα μαρσπιέ. Το φαινόμενο της κινητικότητας πέλματος, που είναι έντονο σε ελαστικά 50-50 και ένας από τους λόγους που η πρώτη γενιά είχε μικρή διάρκεια ζωής, έχει περιοριστεί τώρα σε μεγάλο βαθμό. Με 17% αύξηση εμβαδού επαφής, την ίδια ώρα που το κενό μεταξύ αυλακώσεων δεν έχει μικρύνει, η σταθερότητα της νέας έκδοσης είναι σημαντικά αυξημένη. Το TKC 80 δεν είναι Radial αλλά έχει διαγώνια πλέξη σκελετού με ζώνες. Κατασκευάζεται στο νέο εργοστάσιο της Continental στην Ταϊλάνδη και θα βγει σε τέσσερις διαστάσεις για εμπρός, σε διάμετρο 19 και 21 και έξι διαστάσεις για πίσω στα αντίστοιχα 17 και 18.

Σχεδιασμένο για ακριβώς εκείνες τις μοτοσυκλέτες που παίρνουμε μαζί μας στο MEGA TEST ON-OFF, ανυπομονούμε να το δοκιμάσουμε στην πράξη καθώς αν επιβεβαιωθούν οι ισχυρισμοί της Continental θα έχουμε έναν νέο άξιο σύντροφο στο επικό αυτό ταξίδι-συγκριτικό-περιπέτεια που ταυτόχρονα είναι και η σκληρότερη δοκιμή για ένα ελαστικό, μιας και δοκιμάζεται ταυτόχρονα σε όλα τα μοντέλα από διαφορετικούς αναβάτες!