Aνάκληση CFMOTO 700MT 2024 στην Ελλάδα για αντικατάσταση πίσω ελαστικού

Αφορά σε 254 μοτοσυκλέτες - Οι ιδιοκτήτες θα ενημερωθούν εγγράφως μέσω επιστολής ή e-mail
Ανάκληση CFMOTO 700MT
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

5/2/2026

H Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας, και συγκεκριμένα το Τμήμα Γενικής Ασφάλειας Προϊόντων της Διεύθυνσης Ασφάλειας και Συμμόρφωσης Βιομηχανικών Προϊόντων, ανακοινώνει ότι η κατασκευάστρια εταιρεία CFMOTO, σε συνεργασία με τους εθνικούς διανομείς κα ειδικότερα την εταιρεία τη MUVUS Α.Ε., Γενικό Αντιπρόσωπο και Εισαγωγέα των μοτοσυκλετών CFMOTO στην Ελλάδα, εκτελεί πρόγραμμα ανάκλησης ασφάλειας δίκυκλων CFMOTO τύπου 700MT, με σκοπό την προληπτική αντικατάσταση του πίσω ελαστικού.

Η συγκεκριμένη καμπάνια ανάκλησης αφορά σε 254 μοτοσυκλέτες, χρονολογίας κατασκευής 2024, που έχουν εισαχθεί στην Ελλάδα από τον Επίσημο Εισαγωγέα. Σύμφωνα με τον κατασκευαστή, υπάρχει πιθανότητα παραμόρφωσης του πίσω ελαστικού κατά την οδήγηση κάτω από δυσμενείς συνθήκες χαμηλής πίεσης ελαστικού, υπερβολικού φορτίου και κακού οδοστρώματος.

Κάτι τέτοιο θα προκαλούσε δυσκολία στην οδήγηση της μοτοσυκλέτας. Κατά συνέπεια, και σε μια τέτοια περίπτωση (αίσθησης κραδασμών), συστήνεται/προτείνεται η ακινητοποίηση της μοτοσυκλέτας για να αποφευχθούν πιθανοί τραυματισμοί. Ως εκ τούτου κρίνεται σκόπιμη και απαραίτητη ως ενέργεια βελτίωσης η προληπτική αντικατάσταση πίσω ελαστικού.

Οι ιδιοκτήτες των εμπλεκόμενων μοτοσυκλετών θα ενημερωθούν εγγράφως μέσω επιστολής ή /και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ώστε να προσέλθουν, ύστερα από διακανονισμένο τηλεφωνικό ραντεβού, στον πλησιέστερο Συνεργάτη του Δικτύου Εξουσιοδοτημένων Επισκευαστών MUVUS AE ανά την Ελλάδα, προκειμένου και χωρίς καμία δική τους οικονομική επιβάρυνση, να αντικατασταθεί το πίσω ελαστικό της μοτοσυκλέτας τους.

Για περισσότερες πληροφορίες ή/και διευκρινίσεις οι ενδιαφερόμενοι παρακαλούνται όπως επικοινωνήσουν με το Κέντρο Εξυπηρέτησης Πελατών / Τεχνική Διεύθυνση της εταιρείας MUVUS Α.Ε. στο τηλέφωνο 2299069930 (αρμόδιοι: Ν. Λάριος εσωτ. 46, Δ. Αλαφούζος εσωτ. - 32), ώρες λειτουργίας 09.00 - 17.00 καθημερινά ή/και στο email: [email protected]. 

 

Ετικέτες

Κάμερες τροχαίας στην Αττική: Ψαλιδίστηκαν 21.000 καταγραφές πριν βεβαιωθεί πρόστιμο

Το νέο σύστημα ελέγχου καταγράφει παραβάσεις, αλλά κάθε υπόθεση εξετάζεται πριν εκδοθεί κλήση
Καμερες
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

4/8/2026

Περισσότερες από 21.000 καταγραφές παραβάσεων που εντόπισαν οι νέες κάμερες κυκλοφορίας στην Αττική απορρίφθηκαν έπειτα από έλεγχο της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς κρίθηκε ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία ή δεν επρόκειτο για πραγματικές παραβάσεις

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ., έως τις 22 Ιουλίου 2026 ακυρώθηκαν συνολικά 21.073 καταγραφές από το νέο σύστημα αυτόματης επιτήρησης της κυκλοφορίας, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι κάμερες δεν εκδίδουν αυτόματα πρόστιμα, αλλά κάθε περίπτωση ελέγχεται πριν βεβαιωθεί παράβαση.

Ο συχνότερος λόγος απόρριψης ήταν η λανθασμένη αναγνώριση οχημάτων που κινούνταν πολύ κοντά στη διαγράμμιση, χωρίς όμως να την παραβιάζουν. Για τον λόγο αυτό ακυρώθηκαν 7.039 καταγραφές (33,4%).

Ακολούθησαν τα οχήματα έκτακτης ανάγκης και κρατικά οχήματα, με 6.051 ακυρώσεις (28,7%), καθώς διαθέτουν ειδικό καθεστώς κατά την εκτέλεση υπηρεσίας.

Σε 4.732 περιπτώσεις (22,5%) η ποιότητα της εικόνας δεν επέτρεπε την ασφαλή αναγνώριση του οχήματος, κυρίως κατά τις νυχτερινές ώρες ή σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού.

Επιπλέον, 1.958 καταγραφές (9,3%) ακυρώθηκαν επειδή η κυκλοφορία ρυθμιζόταν εκείνη τη στιγμή από τροχονόμο ή υπήρχε νόμιμη εξαίρεση για οχήματα της ΕΛ.ΑΣ., της Πυροσβεστικής ή του ΕΚΑΒ.

Μικρότερο ποσοστό αφορούσε περιπτώσεις όπου καταγράφηκαν περισσότερα από ένα οχήματα στο ίδιο πλάνο (440 περιπτώσεις), ξένες ή μη καταχωρημένες πινακίδες (171), σφάλματα στην αυτόματη αναγνώριση πινακίδων (107), μη ευδιάκριτες πινακίδες λόγω φθοράς ή λάσπης (71) και ελιγμούς που πραγματοποιήθηκαν για αποφυγή ατυχήματος (28). Άλλες 476 καταγραφές χαρακτηρίστηκαν ως “λοιποί λόγοι”.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι το σύστημα λειτουργεί με ανθρώπινο έλεγχο πριν από την επιβολή προστίμου, ώστε να αποφεύγονται λανθασμένες χρεώσεις. Παράλληλα, αναδεικνύουν τα σημεία όπου το σύστημα εμφανώς πάσχει, όπως η ακρίβεια των αλγορίθμων αναγνώρισης, η απόδοση των καμερών σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού και η καλύτερη αναγνώριση των πινακίδων κυκλοφορίας.