BMW – Αντικατάσταση άξονα κάθε 60.000 χλμ χωρίς επιβάρυνση για τα μοντέλα R

Ισχύει για οχήματα της σειράς που έχουν πωληθεί εντός του 2023 και νωρίτερα με τα έξοδα να επιβαρύνουν την BMW
motomag BMW – Ανακοίνωση για τη συντήρηση και αντικατάσταση του άξονα της σειράς R
Από τον

Γιάννη Τσινάβο

22/11/2023

Η BMW προχωρά σε ενημέρωση η οποία αφορά τη συντήρηση και αντικατάσταση του άξονα μετάδοσης για τα R 1200 GS, R 1250 GS, R 1200 GS Adventure, R 1250 GS Adventure, R 1200 RT, R 1250 RT, R 1200 R, R 1250 R, R 1200 RS, R 1250 RS και R 1300 GS από την έναρξη της παραγωγής τους μέχρι και σήμερα.

Η γερμανική εταιρεία ανακοινώνει πως το πρόγραμμα συντήρησης έχει τις παρακάτω αλλαγές:

Αντικατάσταση του κεντρικού άξονα κίνησης κάθε 60.000 χλμ (χιλιομετρική διάρκεια του άξονα και όχι του οχήματος), με την αντικατάσταση να πραγματοποιείται με έξοδα της BMW καθ' όλη τη διάρκεια ζωής του οχήματος. Όσον αφορά το νέο BMW R 1300 GS η αντικατάσταση προβλέπεται στα 80.000 χλμ με χρέωση του ιδιοκτήτη.

Σύσταση συντήρησης κάθε 20.000 χιλιόμετρα με σκοπό τον έλεγχο της κατάστασης του κεντρικού άξονα κίνησης (νέα καθοδηγούμενη διαγνωστική μέθοδος) και λίπανσης του πολύσφηνου. Αυτή η σύσταση δεν αποτελεί τυπικό περιεχόμενο του νέου προγράμματος συντήρησης και θα πραγματοποιείται μόνο κατόπιν αιτήματός του κατόχου προς το συνεργείο και με ιδία χρέωση. Σε περίπτωση μη εκτέλεσης της ανωτέρω σύστασης συντήρησης δεν θα επηρεάζεται η προαναφερθείσα αντικατάσταση του κεντρικού άξονα με έξοδα της BMW Motorrad στα 60.000 χλμ.

Για περισσότερες πληροφορίες, οι κάτοχοι των συγκεκριμένων μοντέλων μπορούν να απευθυνθούν στο Επίσημο Δίκτυο της BMW Motorrad Hellas.

Ετικέτες

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.