Brembo GP4-MS: MotoGP δαγκάνες για όλους, με αντίστοιχο τίμημα

Τα MotoGP πιο κοντά από πότε
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

10/12/2018

Βρεθήκαμε με τους ανθρώπους της Brembo στην EICMA, στις αρχές Νοεμβρίου, όπου με περηφάνια μας έδειχναν την monobloc, φτιαγμένη σε CNC, δαγκάνα που βγάζουν πλέον σε μαζική παραγωγή. Αν και το μαζική μπορείς να το πεις μονάχα συγκριτικά με το γεγονός πως μέχρι τώρα κατασκεύαζαν κάτι τέτοιο αποκλειστικά για τα MotoGP και τα WSBK. Φυσικά είχαν και monobloc, φυσικά είχαν και CNC, και όχι τώρα πρόσφατα αλλά εδώ και χρόνια, υπάρχει πλέον όμως σημαντική διαφορά.

Η «MS» είναι η νέα προσθήκη στην οικογένεια GP4 και κατασκευάζεται σε CNC εργαλειομηχανή από ένα ενιαίο κομμάτι αλουμινίου, ακριβώς όπως και οι κατά παραγγελία αγωνιστικές δαγκάνες που η Brembo δίνει στις ομάδες που υποστηρίζει. Η διαδικασία είναι φυσικά το ακριβώς αντίθετο από το γρήγορη και άμεση, κι έτσι το αποτέλεσμα είναι να μιλάμε για μία ακριβή λύση που θα την εκτιμήσεις μονάχα όταν την πιάσεις στα χέρια σου πριν ακόμα φρενάρεις μαζί της. Το "εξαιρετικά ελαφριά", δεν μπορεί να περιγράψει την πραγματικότητα μόλις την πιάσεις στα χέρια σου, που θα είναι και η πρώτη στιγμή που πραγματικά θα αντιληφθείς πως το κατώτερο όριο των €2.500, όπου τοποθετείται περίπου η τιμή εκκίνησης, έχει πραγματικό αντίκρισμα.

Η GP4-MS έχει τέσσερα πιστόνια των 30mm για μοτοσυκλέτες με κέντρα των 100mm, και στην πράξη η βασική διαφορά έναντι των υπόλοιπων δαγκανών, είναι το ελάχιστο βάρος της. Αποφεύγοντας την χύτευση η GP4-MS κερδίζει ορισμένα χαρακτηριστικά που διαφορετικά είναι αδύνατο να συνδυαστούν. Από την στιγμή που δεν χύνεται σε καλούπι, το μέταλλο της GP4-MS έχει διαφορετικές μηχανικές ιδιότητες, κι έτσι αντέχει σε υψηλότερες θερμοκρασίες, ενώ παρά το μικρότερο βάρος η αντοχή του είναι σημαντικά αυξημένη. Αυτό σημαίνει πως αφαιρείται μη-αναρτώμενο βάρος ελαχιστοποιώντας την αδράνεια της μοτοσυκλέτας σε κομβικό σημείο για τις επιδόσεις της στην πίστα.

Έχοντας ξοδέψει ήδη μία περιουσία για ελαφρύτερες ζάντες, προσπαθώντας να ελαχιστοποιήσεις το μη-αναρτώμενο βάρος που είναι από τις πρώτες βελτιώσεις σε μία αγωνιστική μοτοσυκλέτα, το επόμενο στάδιο είναι οι δαγκάνες κι εκεί οι λύσεις που είχε κανείς δεν ήταν πολλές. Ανταγωνισμός και υπήρχε και θα υπάρχει, αλλά η Brembo δίνει τώρα μία πολύ καλή ευκαιρία σε εκείνους που τους ενδιαφέρει η απόδοση και όχι το κόστος, να αναβαθμίσουν τα φρένα τους και συνολικά την συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας. Το ζήτημα είναι πως οι αγωνιστικές δαγκάνες θέλουν συχνό καθάρισμα και συντήρηση καθιστώντας τες μπελά, για εκείνους που σκέφτονται μια πιο συχνή χρήση σε track day ή ακόμη και περιστασιακή οδήγηση στον δρόμο. Έχοντας εξοικονομήσει βάρος από την κατασκευή, η νέα αγωνιστική δαγκάνα της Brembo είναι στεγανοποιημένη κι απέναντι στην σκόνη και τις ακαθαρσίες του δρόμου, διαφέροντας έτσι από τις αντίστοιχες τις ευρύτερης κατηγορίας της, απαιτώντας λιγότερη συντήρηση.

Αυτή είναι ουσιαστικά η βασική –μη κρυμμένη- διαφορά της νέας δαγκάνας, και όχι το γεγονός πως είναι απλά monobloc εκεί που θα εστιάσουν οι περισσότεροι. Αυτό που θα προσέξουν οι λίγοι και που πρέπει να ξέρετε εσείς, ως γενική γνώση για το που έχει φτάσει η τεχνολογία καθώς δεν πρόκειται αύριο να βάλουμε όλοι μας το χέρι στην τσέπη, είναι στην κατασκευή της. Κι αυτό γιατί η GP4-MS διαφέρει από τις υπόλοιπες της σειράς, καθώς προέρχεται απευθείας από μία ράβδο αλουμινίου, που σιγά-σιγά με την μεθοδικότητα και την λεπτομέρεια που υπόσχεται ένα CNC μηχάνημα, κατασκευάζεται η δαγκάνα χωρίς χύτευση. Το θέμα είναι πως και εδώ υπάρχουν ψιλά γράμματα, κι ακριβώς τώρα είναι που αρχίζει να εμφανίζεται η συσχέτιση με τις MotoGP δαγκάνες. Η κατεργασία σε CNC δεν είναι τίποτα νέο και μιλάμε για μεθοδολογία που υπάρχει από το ’83 για τις δαγκάνες των δύο κομματιών, όπως επίσης monobloc η brembo έχει κι άλλες στην γκάμα της. Αυτό που έκανε διαφορετικό, είναι πως επένδυσε στην αναβάθμιση των CNC μηχανών που χρησιμοποιεί στα εργοστάσιά της, κι εκεί πλέον «έριξε» το λογισμικό οδήγησης που έχει αναπτύξει η ίδια. Είναι η πρώτη φορά που το λογισμικό αυτό χρησιμοποιείται για μία δαγκάνα που μπορεί κανείς να αγοράσει στο εμπόριο.

Μετρώντας λοιπόν τέσσερις δεκαετίες και ακολουθώντας την πορεία της τεχνολογίας όλα αυτά τα χρόνια, η brembo περνά τώρα εμπρός, ξεφεύγοντας ολοκληρωτικά. Αν μείνεις στον τίτλο και το όνομα των μέσων που χρησιμοποιούνται η διαφορά δεν πρόκειται να φανεί, καθώς αυτή κρύβεται στις λεπτομέρειες. Αναπτύσσοντας το δικό της πρόγραμμα οδήγησης, η brembo σπάει κάθε περιορισμό που υπήρχε όταν σχεδίαζε μία νέα δαγκάνα και πλέον μπορεί να κάνει ακριβώς εκείνο που δεν μπορούσε πριν, μειώνοντας υλικό από καίρια σημεία και δοκιμάζοντας ενώ βρίσκεται ακόμη στο σχεδιαστήριο, αν αυτό που φτιάχνει είναι τόσο ελαφρύ που θα διαλυθεί. Πρόκειται για μία παράλληλη εξομοίωση, με την διαφορά πως δεν γίνεται να κάνει λάθος. Γιατί όμως, όταν όλα τα προγράμματα κάνουν λάθη, να μην υπάρχει αυτός ο κίνδυνος; Ας δούμε την διαδικασία που μέχρι τώρα ήταν η εξής: Οι monobloc σχεδιάζονταν από έναν τμήμα ανθρώπων κι έπειτα στέλνονταν σε ένα άλλο τμήμα που αναλάμβανε να μεταφέρει τα σχέδια στις δυνατότητες του CNC μηχανήματος, αντιστρέφοντας συχνά την διαδικασία, μέχρι να προκύψει το τελικό αποτέλεσμα με εκατέρωθεν συμβιβασμό. Τώρα η συνεργασία είναι τελείως διαφορετική και το ενδιάμεσο βήμα δεν υπάρχει. Η σχεδίαση γίνεται χρησιμοποιώντας νέους τοπογραφικούς αλγορίθμους που έχουν προκύψει αποκλειστικά μέσα από την εμπειρία της brembo. Εδώ τώρα πρέπει να τονιστεί πως η ανάπτυξη τέτοιων αλγορίθμων δεν είναι μία αποκλειστικότητα της brembo στην ανθρωπότητα. Απλά το ευρύ κοινό μπορεί να την ακούει τώρα, καθώς εδώ κρύβεται η ειδοποιός διαφορά της νέας δαγκάνας. Γεγονός είναι, πως η βελτιστοποίηση διαμόρφωσης (Topology optimization - TO) ως τεχνολογία στην σχεδίαση δομικών στοιχείων κινητήρων και κινητών μερών, έχει κάνει άλματα τα τελευταία χρόνια και χρησιμοποιείται από όλους, ακόμη κι από τους κατασκευαστές ελαστικών. Το πώς χρησιμοποιείται είναι βέβαια το ζήτημα, αλλά και επτασφράγιστο μυστικό κάθε εταιρίας. Από τα ψήγματα στις αναφορές τους, φαίνεται πως η brembo είναι στον σωστό δρόμο, κι αυτό γιατί ανέπτυξε δικούς της αλγόριθμους. Σε αυτό το κομμάτι της βιομηχανίας, μιλάμε για μία διαδικασία που ξεφεύγει από τον ψηφιακό κόσμο και επεκτείνεται στην επί τόπου μέτρηση και καταγραφή έως ότου διασφαλιστεί μία φόρμουλα πάνω στην οποία θα πατήσουν τα σχέδια από την πρώτη στιγμή.

Έτσι έφτασαν να σχεδιάζουν πρώτα τα φρένα των MotoGP, μετά των Superbike και τώρα υπάρχει η δυνατότητα για κάθε έναν κοινό –πλην πλούσιο- θνητό, να αποκτήσει κάτι αντίστοιχο για την μοτοσυκλέτα του, πληρώνοντας ένα ποσό, που αν και σημαντικό δεν συμπεριλαμβάνει το κόστος εξέλιξης αυτής της τεχνολογίας καθώς αυτό έχει καλυφθεί από τις ομάδες. Άλλωστε θα ήταν ολότελα απαγορευτικό σε διαφορετική περίπτωση.

Οι monobloc δαγκάνες έχουν μεγαλύτερη ακαμψία από εκείνες που αποτελούνται από δύο κομμάτια κι αυτό τις κάνει να σχεδιάζονται ελαφρύτερες. Στην μείωση του βάρους όμως είχαμε φτάσει στο όριο που υπήρχε και για πολύ καιρό η brembo, μέσα από την Marchesini, είχε κατευθύνει την προσπάθεια για μείωση του μη- αναρτώμενου βάρους συνολικά στο σύστημα του τροχού, αφήνοντας για λίγο τις δαγκάνες στην άκρη. Αυτό που φέρνει η GP4-MS, είναι η επαναδραστηριοποίηση ακριβώς εκεί, στην μείωση βάρους της δαγκάνας, με τρόπο όμως που μπορεί να γίνει μονάχα ακολουθώντας πραγματικά τις εξελίξεις από τους αγώνες MotoGP και WSBK και όχι απλά ανακοινώνοντας κάτι τέτοιο για λόγους marketing. Δεν ζύγισα την GP4-MS, αλλά πιάνοντάς την στα χέρια μου, ήταν λες και αντί για επίστρωση νίκελ σε μασίφ αλουμίνιο, ήταν απλά… γάλλιο! Εκείνο το αργυρόλευκο πανάλαφρο μέταλλο που λιώνει στην παλάμη σου, τόσο ελαφριά ήταν η αίσθηση!

Η brembo κινείται στην σωστή κατεύθυνση, που λέει πως όταν είσαι στην κορυφή πρέπει να αναθεωρείς τα όρια ο ίδιος και να προχωράς εμπρός, αν θέλεις να συνεχίσεις να είσαι πρώτος. Ολόκληρη η σειρά GP4 κινείται σε αυτή την κατεύθυνση και η MS είναι η κορυφαία τους πρόταση. Αντίστοιχα όμως και με την ίδια τεχνογνωσία κινείται και ο ανταγωνισμός, καταλήγοντας σε αυτό που αναφέρουμε πιο πάνω, πως σημασία έχει η υλοποίηση. Μέχρι τώρα είχαμε φτάσει να έχουμε μία σταθερά για τα φρένα, κι αυτό από άποψη αίσθησης δεν θα αλλάξει. Τώρα ο πόλεμος είναι στην μείωση του βάρους, κρατώντας όλα τα υπόλοιπα δυναμικά στοιχεία. Το βήμα αυτό της brembo είναι τεράστιο προς τα εμπρός, κι απλά περιμένουμε τον υπόλοιπο ανταγωνισμό να δώσει την απάντησή του…

Ετικέτες

Η Can-Am επέστρεψε στις μοτοσυκλέτες - Τις οδηγούμε στα Μέγαρα!

Ίδια ηλεκτρική βάση, διαφορετικός χαρακτήρας για την naked και την on-off
Η Can-Am επέστρεψε στις μοτοσυκλέτες - Τις οδηγούμε στην πίστα καρτ των Μεγάρων
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

8/10/2025

Οι Pulse και Origin είναι πλέον διαθέσιμες στο ελληνικό κοινό και εμείς βρεθήκαμε στην πίστα καρτ των Μεγάρων για μια πρώτη επαφή με τις δύο ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες που βάζουν ξανά την Can-Am στον δίτροχο χάρτη.

Η Can-Am επιστρέφει στην κατασκευή μοτοσυκλετών έπειτα από δεκαετίες και επιλέγει να το κάνει με τις ηλεκτρικές Pulse και Origin απευθυνόμενη σε ένα κοινό που είναι από τώρα πρόθυμο να κάνει την μετάβαση από τους κινητήρες εσωτερικής καύσης στους ηλεκτρικούς, παρά το γεγονός ότι καινούργιες μοτοσυκλέτες με θερμικούς κινητήρες θα είναι διαθέσιμες στην ΕΕ για πολλά, πάρα πολλά χρόνια ακόμη, όπως έχουμε ξεκάθαρα αναλύσει στο MOTO.

Σε μία προσεγμένη εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην πίστα καρτ των Μεγάρων, η Πέτρος Πετρόπουλος ΑΕΒΕ, η εταιρεία που αντιπροσωπεύει τα προϊόντα της BRP (Sea-Doo, Ski-Doo, Can-Am) στην Ελλάδα εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα, κάλεσε τον ελληνικό Ειδικό Τύπο, για μια πρώτη επαφή με τις δύο ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες της καναδικής εταιρείας στο ασφαλές περιβάλλον της πίστας. Πριν όμως μιλήσουμε για αυτή την πρώτη μας επαφή με τις ηλεκτρικές Pulse και Origin ας δούμε πιο αναλυτικά τα χαρακτηριστικά τους και τι φέρνουν στο δίτροχο "τραπέζι".

Can-Am Origin & Pulse - Παρουσίαση στα Μέγαρα 2025

Κοινή βάση, διαφορετικός χαρακτήρας και στόχος

Οι δυο νέες μοτοσυκλέτες διαθέτουν κοινή βάση και απευθύνονται η μία στον “ανήσυχο” αναβάτη που θέλει και περιπετειούλες στο χώμα και η άλλη σε εκείνον που θέλει να απολαύσει την ήσυχη, δυναμική και ραφιναρισμένη λειτουργία του ηλεκτρικού κινητήρα αποκλειστικά στην άσφαλτο. Με την αυτονομία που προσφέρει η σχετικά μεγάλη συστοιχία μπαταριών των 8,9 kWh οι δύο μοτοσυκλέτες υπόσχονται να τα καταφέρουν περίφημα στο αστικό και περιαστικό περιβάλλον έχοντας ικανή αυτονομία για να καλύψουν τις ημερήσιες ανάγκες μετακίνησης χωρίς να υπάρχει το άγχος ότι θα ξεμείνεις από "ζουμί" γυρνώντας στο σπίτι.

Η Origin είναι ο φόρος τιμής της Can-Am στην Off-Road κληρονομιά της, με διττό χαρακτήρα ώστε να εξυπηρετεί τόσο τις αστικές ανάγκες κίνησης του αναβάτη όσο και τις σύντομες εκτός δρόμου ανησυχίες του στο περιαστικό περιβάλλον. Από την άλλη, η Pulse είναι μια naked μοτοσυκλέτα που έχει και αυτή όρθια θέση οδήγησης, κάτι μεταξύ πολιτικού supermoto και on-off, επίσης με άνετες γωνίες για τα χέρια και τα πόδια.

​ Can-Am Origin & Pulse - Παρουσίαση στα Μέγαρα

Οι δύο μοτοσυκλέτες μοιράζονται τον ηλεκτροκινητήρα E-Power της θυγατρικής Rotax που υπάγεται επίσης στην BRP όπως και η Can-Am, με τη μετάδοση να γίνεται απευθείας χωρίς κιβώτιο στον πίσω τροχό, ενώ η ύπαρξη ηλεκτρικού μοτέρ προσθέτει στις ευκολίες για τον αναβάτη και την όπισθεν. Ο ηλεκτρικός κινητήρας βρίσκεται πίσω από την κάσα της μπαταρίας, είναι υγρόψυκτος όπως η ίδια η μπαταρία, ενώ υγρόψυκτοι είναι επίσης ο εναλλάκτης αλλά και ο ενσωματωμένος φορτιστής, κάτι που εξασφαλίζει σταθερότητα στην απόδοση του συστήματος σε όλες τις συνθήκες και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής για τα κελιά της μπαταρίας.

Και στις δύο περιπτώσεις η απόδοση του ηλεκτρικού κινητήρα φτάνει στο μέγιστο όριο των 47 ίππων (35 KW) που επιβάλλει η κατηγορία Α2 με τη ροπή να βρίσκεται στα 7,34 kgm στις 4.600 σ.α.λ., αν και στην πραγματικότητα βρίσκεται κοντά σε αυτήν την τιμή σχεδόν από τις πρώτες περιστροφές. Με το μοτέρ στους 47 ίππους η Can-Am ανακοινώνει 0-100 χλμ./ώρα σε 3,8 δευτερόλεπτα για την Pulse και 4,3 δευτερόλεπτα για την Origin και τελική που περιορίζεται ηλεκτρονικά στα 129 χλμ./ώρα. Η τελική μετάδοση γίνεται με αλυσίδα που είναι κλειστή σε μπάνιο λαδιού, με το κέλυφος να ντουμπλάρει και ως μονόμπρατσο ψαλίδι. Το όφελος εδώ είναι μεγάλο για τη μακροζωία της αλυσίδας με την Can-Am να αναφέρει έλεγχο και αντικατάσταση κάθε 25.000 χλμ. χωρίς να χρειάζεται ενδιάμεσα κάποιου είδους συντήρηση.

Οι δύο μοτοσυκλέτες είναι διαθέσιμες με τον ίδιο ηλεκτρικό κινητήρα και για κατηγορία διπλώματος "Α1" με την απόδοσή στα χαρτιά να μειώνεται στους 15 ίππους (11 KW). Λέμε στα χαρτιά γιατί στην πράξη ο κινητήρας δίνει την αίσθηση ότι είναι πολύ πιο δυνατός -πολύ πιο κοντά στην "ανοιχτή" έκδοσή του από ό,τι περιμένεις- και θυμίζει συμβατικό κινητήρα που έχει τουλάχιστον υπερδιπλάσια χωρητικότητα από 125άρη λόγω της ροπής που ανακοινώνεται ίδια και στις δύο περιπτώσεις.

Can-Am Origin & Pulse στα Μέγαρα παρουσίαση 2025

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν ίδιο πλαίσιο και διαφορετικό υποπλαίσιο που εδράζεται πάνω στην κοινή κάσα της μπαταρίας η οποία αποτελεί το κυρίως δομικό μέρος του πλαισίου. Φέρουν επίσης ίδιο ενσωματωμένο φορτιστή 6,6 kW, ίδια LED φωτιστικά σώματα, ντουλαπάκι εκεί που κανονικά θα ήταν το ρεζερβουάρ σε μια συμβατική μοτοσυκλέτα (μικρότερο στην Origin) και μεγάλη έγχρωμη TFT οθόνη αφής (!) με διαγώνιο στις 10,25 ίντσες και δυνατότητα συνδεσιμότητας. 

Η αυτονομία που προσφέρει η μπαταρία με μία πλήρη φόρτιση μπορεί να φτάσει στον αστικό κύκλο του πρωτόκολλου μετρήσεων WMTC τα 160 χλμ. στην Pulse και τα 145 στην Origin. Στον συνδυασμένο κύκλο του WMTC η αυτονομία είναι 115 χλμ. για την Origin (84 με σταθερή ταχύτητα 80 χλμ./ώρα) και 130 χλμ. για την Pulse -89 χλμ. με την σταθερή ταχύτητα των 80 χλμ./ώρα. Ενσωματώνεται επίσης και σύστημα ανάκτησης ενέργειας που φορτίζει την μπαταρία κατά την επιβράδυνση, με τον αναβάτη να μπορεί να το ενεργοποιήσει και αυτοβούλως περιστρέφοντας αντίθετα το γκριπ του γκαζιού, ενώ ρυθμίζεται σε δύο επίπεδα έντασης.

Ο χρόνος που θα χρειαστεί για να φορτίσει η μπαταρία από το 20% στο 80% είναι 50 λεπτά, ενώ για να φτάσει από το 0% στο 100% χρειάζεται 90 λεπτά με την ανακοινώσιμη τελική ταχύτητα να βρίσκεται στα 129 χλμ./ώρα. Ο αναβάτης έχει στη διάθεσή του τρία προγράμματα λειτουργίας για τον κινητήρα, τα Eco (αυξάνει την αυτονομία και περιορίζει την απόδοση), Rain και Sport+ για την Impulse με την Origin να προσθέτει ένα ακόμη, το “Off-Road”, για εκτός δρόμου χρήση.

Στον τομέα των αναρτήσεων την ευθύνη μπροστά αναλαμβάνει η ΚΥΒ με ανεστραμμένο πιρούνι διαμέτρου 43mm και διαδρομή στα 255 χλστ. στην Origin και στα 140 χλστ. για την Pulse που φέρει USD πιρούνι 41 χλστ. Επίσης 255 χλστ. είναι η διαδρομή του πίσω τροχού στην ηλεκτρική on-off με το μονό αμορτισέρ να είναι πλήρως ρυθμιζόμενο, ενώ στην Pulse το αμορτισέρ προέρχεται από τη Sachs, ρυθμίζεται μόνο ως προς την προφόρτισή του ελατηρίου και έχει διαδρομή 140 χλστ.

Can-Am Origin & Pulse στα Μέγαρα παρουσίαση 2025

Ο off-road χαρακτήρας της Pulse ενισχύεται από την ύπαρξη ακτινωτών τροχών 21 και 18 ιντσών εμπρός και πίσω αντίστοιχα με διαστάσεις 90-90 μπροστά και 120-80 πίσω για τα διπλής χρήσης Dunlop D605. Αντίστοιχα στην Pulse οι ζάντες είναι χυτές αλουμινίου 17 ιντσών και στα δύο άκρα, ενώ εδώ ελαστικό πρώτης τοποθέτησης είναι το Dunlop Sportmax GPR-300 με διαστάσεις 110/70 μπροστά και 150/60 πίσω.

Για την επιβράδυνση φροντίζει και στις δύο περιπτώσεις ένας δίσκος των 320mm μπροστά που συνεργάζεται με διπίστονη δαγκάνα της J.Juan, ενώ το πίσω δισκόφρενο έχει διάμετρο 240 χλστ. και η δαγκάνα είναι ενός εμβόλου. Τη λειτουργία "επιτηρεί" μονάδα ABS στην A2 αλλά και στην Α1 έκδοση.

Για την Origin το μήκος βρίσκεται στα 2.204 χλστ., το πλάτος στα 861 χλστ., το ύψος στα 1,414 χλστ. και η απόσταση από το έδαφος στα 274 χλστ., ενώ η σέλα απέχει από το έδαφος 865 χλστ. Η κάστερ είναι στις 30 μοίρες και το ίχνος στα 118 χλστ., ενώ το μεταξόνιο βρίσκεται στα 1.503 χλστ. 

Λόγω των διαφορετικών τροχών αλλά και των μικρότερων διαδρομών των αναρτήσεων, η Pulse, που έχει και διαφορετικό υποπλαίσιο και μικρές αλλαγές στον λαιμό, φτάνει σε μήκος τα 2.030 χλστ. με το πλάτος στα 947 χλστ. και το ύψος στα 1.171 χλστ. Εδώ το μεταξόνιο είναι 1.412 χλστ. με την κάστερ στις 27,2 μοίρες και το ίχνος στα 101 χλστ., ενώ το ύψος της σέλας βρίσκεται στα 784 χλστ. Διαφορές έχουμε και στο βάρος με την Origin να ζυγίζει επίσημα 187 κιλά και την Pulse 10 λιγότερα, στα 177 κιλά.

Origin και Pulse είναι διαθέσιμες σε δύο διαφορετικές εξοπλιστικές εκδόσεις που προσθέτουν στο συνθετικό του ονόματός τους το "’73" και χαρακτηρίζονται από τον πλουσιότερο εξοπλισμό και έξτρα λεπτομέρειες όπως η κοντή φιμέ ζελατίνα, τα πλαϊνά εμπρός πλαστικά βαμμένα με το νούμερο “73”, κίτρινα σιρίτια στους τροχούς και ασημένιες πινελιές στα πλαϊνά του εμπρός LED προβολέα.

Ησυχία και ευχάριστη αίσθηση
Η πρώτη επαφή μας με τις δύο ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες της Can-Am μάς έδειξε ότι η καναδική εταιρεία ξόδεψε χρόνο και χρήμα για τη σχεδίαση και την εξέλιξη των μοτοσυκλετών της και παρόλο που η βάση είναι ίδια κάθε μοτοσυκλέτα έχει τον δικό της χαρακτήρα και εντάσσεται πλήρως στην κατηγορία που θέλει να ανήκει χωρίς "αλλά". Βέβαια και οι δύο προτάσεις της Can-Am, ελέω της αυτονομίας που προσφέρει η υγρόψυκτη μπαταρία τους, δεν μπορούν να έχουν κάποιον άλλο ρόλο εκτός από εκείνον του commuter ακόμη και στις πιο φιλικές προς τα ηλεκτρικά χώρες όπου το δίκτυο φόρτισης δεν είναι τόσο ελλιπές όσο αυτό της Ελλάδας.

Can-Am Origin & Pulse στα Μέγαρα παρουσίαση 2025

Η ποιότητα κατασκευής βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο και οι δύο μοτοσυκλέτες σε καλοσωρίζουν με μια άνετη θέση οδήγησης που χαρακτηρίζεται και στις δύο περιπτώσεις από το ψηλά τοποθετημένο τιμόνι. Χώρος στη σέλα υπάρχει μπόλικος και για τους ψηλούς με την απόσταση των μαρσπιέ από αυτή να είναι λογική, ενώ ακόμη και στην ψηλότερη Origin οι κοντύτεροι δεν θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα αφού η μοτοσυκλέτα είναι στενή, δεν ανοίγει πολύ τα πόδια και αυτά φτάνουν στο έδαφος χωρίς να δημιουργούν ψυχολογικά προβλήματα.

Στην πίστα καρτ βέβαια όπου έγινε η πρώτη επαφή με τις δύο Can-Am βρέθηκα αρχικά στη σέλα της Pulse, στην έκδοση "Α1", η οποία ήταν και η ευχάριστη έκπληξη μεταξύ των δύο εκδόσεων λόγω της απόδοσης του ηλεκτρικού κινητήρα. Γιατί μπορείς και με το δίκιο σου να περιμένεις από την "Α2" μοτοσυκλέτα να έχει μπόλικο και χορταστικό ηλεκτρικό "γκάζι", όχι όμως και από την πιο αδύναμη έκδοση που αν ήταν συμβατική θα είχε κινητήρα πολύ μεγαλύτερης χωρητικότητας από 125 κ.εκ. για να το φτάσει σε επιταχύνσεις και ρεπρίζ.

Σίγουρα εκείνοι που έχουν στα χέρια τους δίπλωμα A1, αλλά και οι οδηγοί αυτοκινήτου που το έχουν αναβαθμίσει, θα αισθανθούν από την πρώτη στιγμή ότι κλέβουν εκκλησία αφού ο ηλεκτρικός κινητήρας της Impulse υπακούει στο παραμικρό άνοιγμα του γκαζιού και μεταφέρει άμεσα μπόλικη ροπή στον πίσω τροχό σχεδόν διαισθητικά. Με τη συστοιχία μπαταριών να έχει τοποθετηθεί στο σωστό σημείο η Impulse παρουσιάζει πολύ καλή συγκέντρωση μαζών και αλλάζει με χάρη κατεύθυνση με τη θέση οδήγησης να προσφέρει πολύ καλό έλεγχο. Πολύ καλή είναι και η αίσθηση που δίνει το πιρούνι, τουλάχιστον σε άσφαλτο που δεν έχει τις ανωμαλίες των ελληνικών δρόμων όπως στην πίστα καρτ των Μεγάρων. Μπορείς να την πιέσεις στα φρένα και αυτά να κατεβάσουν τη δύναμή τους χωρίς παρατράγουδα και έπειτα να πάρεις μεγάλη κλίση με αυτοπεποίθηση, μέχρι το μαρσπιέ να αρχίσει να ξύνει την άσφαλτο.

Can-Am Origin & Pulse στα Μέγαρα παρουσίαση 2025

Η "Α2" έκδοση με τους 42 ίππους προσφέρει ακόμη πιο απολαυστική επιτάχυνση χωρίς άλλες διαφορές στη συμπεριφορά της έναντι της μικρότερης Impulse. Εδώ ο εμπρός δίσκος  και ο μονός εμπρός δίσκος, είναι στην πραγματικότητα αρκετός λόγω της τελικής που περιορίζεται στα 129 χλμ./ώρα. Όχι ότι κατάφερα να τελικιάσω μέσα στην πίστα καρτ αλλά κάθε φορά που επιβράδυνα δυνατά η δύναμη ερχόταν γραμμικά και αναλογικά ως προς τη δύναμη που ασκούσα στη μανέτα, χωρίς αρχικό δάγκωμα και το φρένο μου έδειχνε ότι θα μπορούσε να επιβραδύνει με ασφάλεια τη μοτοσυκλέτα και στην μικρή τελική ταχύτητα της. Βέβαια μια 4πίστονη διαγκάνα θα προσέφερε ακόμη περισσότερη δύναμη που δεν θα πήγαινε χαμένη στη naked, αν ο αναβάτης της ήθελε να κινηθεί πιο επιθετικά και όχι απλά σβέλτα. Στην επιβράδυνση, στρέφοντας το γκάζι προς την αντίθετη κατεύθυνση ο ηλεκτροκινητήρας λειτουργεί σαν γεννήτρια για την μπαταρία και μαζί με αυτό προσθέτει λίγη ακόμη επιβραδυντική ισχύ, ενώ η ένταση του συστήματος ανάκτησης ενέργειας μπορεί να ρυθμιστεί και να προσομοιώσει ακόμη καλύτερα το φρένο του συμβατικού κινητήρα.

Πάνω-κάτω τα ίδια ισχύουν και για την Origin, την οποία οδήγησα επίσης στην μικρή πίστα χωρίς να πατήσω καθόλου χώμα. Εδώ βέβαια τα πιο στενά ελαστικά, σε συνδυασμό με τη μεγαλύτερη αδράνεια των βαρύτερων ακτινωτών τροχών -ειδικά του εμπρός των 21 ιντσών- δίνουν μια δικαιολογημένα βαρύτερη αίσθηση στην αλλαγή κατεύθυνσης. Παράλληλα, οι αναρτήσεις με τις μεγαλύτερες διαδρομές είναι και πιο μαλακές και έτσι η μεταφορά βάρους στα φρένα είναι πιο έντονη, όσο περιμένεις όμως από μία on-off. Η Origin σου δίνει και αυτή σιγουριά από το μπροστινό της και σου επιτρέπει να την οδηγήσεις σβέλτα επιλέγοντας και διαφορετικό στιλ "αλά supermoto" στις πιο σφιχτές στροφές μέχρι να ξύσει και αυτή τα μαρσπιέ της. Σε γενικές γραμμές και οι δύο μοτοσυκλέτες είναι πολύ ευχάριστες στην οδήγησή τους, κρύβουν πολύ καλά το βάρος τους, το οποίο χωρίς να είναι αμελητέο βρίσκεται σε λογικό επίπεδο και είναι παράλληλα πολύ προσεγμένες στην κατασκευή τους.

Can-Am Origin & Pulse στα Μέγαρα παρουσίαση 2025


Κοιτάζοντας μπροστά
Origin και Pulse είναι δύο μοτοσυκλέτες που δεν απευθύνονται σε όσους κινούνται με σφιχτό μπάτζετ για την αγορά της επόμενης Α2 ή Α1 μοτοσυκλέτας τους. Είναι premium ηλεκτρικές για τους συνειδητοποιημένους αναβάτες που ασπάζονται όλα τα θετικά που φέρνει η ηλεκτρική ενέργεια στους δύο τροχούς αναφορικά με τους εκπεμπόμενους ρύπους και είναι πρόθυμοι να κάνουν συμβιβασμούς με την περιορισμένη αυτονομία που προσφέρουν. Κάτι κερδίζεις και κάτι χάνεις πάντα, στην προκειμένη περίπτωση το κέρδος προκύπτει από την γεμάτη απόδοση του ηλεκτρικού μοτέρ σε όλο το φάσμα λειτουργίας αλλά και το ελάχιστο δυνατό κόστος κίνησης που μπορεί να ντροπιάσει ακόμη και παπί αναφορικά με την κατανάλωση ή τα ευρώ/100 χλμ. αν προτιμάτε. Ένα μεγάλο μέρος από αυτά τα χρήματα που κοστίζουν οι Origin και Pulse πηγαίνει στο προηγμένο σύστημα κίνησης, το οποίο είναι πλήρως υγρόψυκτο, κάτι μοναδικό για τον κόσμο των δύο τροχών. Είναι παράλληλα πολύ ευχάριστο κατά τη λειτουργία του, ήσυχο και απίστευτα πολιτισμένο με την τεράστια ροπή και τον ακαριαίο αλλά πλήρως αναλογικό τρόπο απόδοσης στην περιστροφή του δεξιού γκριπ να μην αφήνει περιθώριο σύγκρισης με συμβατικό μοτέρ ειδικά στην A1 έκδοση. Μεγάλο μέρος του κόστους αφορά φυσικά και την ίδια την μπαταρία με τις σπάνιες γαίες που έχουν χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή της και ανεβάζουν σημαντικά την τιμή έναντι μιας συμβατικής μοτοσυκλέτας. Όλα αυτά βέβαια θα τα δούμε σε βάθος κατά την αναλυτική δοκιμή τους, όπως φυσικά και το πώς συμπεριφέρονται σε πραγματικές συνθήκες οδήγησης.

Η Can-Am προσπάθησε να σκοράρει δυνατά σε τομείς όπως η ποιότητα κατασκευής και η συμπεριφορά και δείχνει να το έχει πετύχει, ενσωματώνοντας και προηγμένες για ηλεκτρικά τεχνολογίες στα μοντέλα της με τον αναβάτη να κερδίζει επίσης σε συνδεσιμότητα μέσω της hi-tech οθόνης αφής. Το σύστημα προσφέρει και τη δυνατότητα Over-the-Air αναβαθμίσεων, για τα ηλεκτρονικά, τον κινητήρα και την μπαταρία της, περιορίζοντας έτσι τις επισκέψεις στο συνεργείο και το όποιο έξτρα κόστος συνεπάγεται αυτό. Αν θέλετε να ξεχωρίζετε στις μετακινήσεις σας, η Origin και η Impulse είναι δύο μοτοσυκλέτες που το κάνουν και αυτό και αποτελούν δυνατό αντίπαλο για αντίστοιχης απόδοσης ηλεκτρικά δίκυκλα δίνοντας παράλληλα και κύρος στον αναβάτη τους. Βεβαία όλα αυτά θα τα δούμε πιο διεξοδικά κατά την πλήρη δοκιμή των δύο μοτοσυκλετών σε πραγματικές συνθήκες κίνησης

Οι μοτοσυκλέτες της Can-Am καλύπτονται από 2ετή εγγύηση εκτός από την μπαταρία όπου η εγγύηση φτάνει τα πέντε χρόνια ή τα 50.000 χιλιόμετρα. Οι τιμές τους χωρίς να υπολογίζεται σε αυτής η επιδότηση από το κρατικό πρόγραμμα "Κινούμαι Ηλεκτρικά 3" (επιδότηση 20% της τιμής προ ΦΠΑ και με μέγιστο ποσό επιδότησης 700 ευρώ για ηλεκτρικά δίκυκλα κατηγορίας L1e έως L4e.) ξεκινούν από τα 14.000 ευρώ που βρίσκεται στο πλαίσιο του ηλεκτρικού ανταγωνισμού:

Μοντέλο

Έκδοση

Ισχύς

Χρώμα

Κιτ συνεπιβάτη

Τιμή

Pulse

Standard

11 kW

Bright White

 

14.000 €

Pulse

Standard

35 kW

Bright White

 

14.000 €

Pulse

Standard

11 kW

Carbon Black

ΝΑΙ

15.000 €

Pulse

Standard

35 kW

Carbon Black

ΝΑΙ

15.000 €

Pulse

73

35 kW

Sterling Silver

ΝΑΙ

17.000 €

Origin

Standard

11 kW

Bright White

 

14.800 €

Origin

Standard

35 kW

Bright White

 

14.800 €

Origin

Standard

11 kW

Carbon Black

ΝΑΙ

15.800 €

Origin

Standard

35 kW

Carbon Black

ΝΑΙ

15.800 €

Origin

73

35 kW

Sterling Silver

ΝΑΙ

17.500 €