Casey Stoner - Οδήγησε πρώτη φορά αγωνιστικό δίχρονο 500
Στο Goodwood Festival με τις Suzuki RGV500 των Kenny Roberts Jr. και Kevin Schwantz
Από το
motomag
18/7/2023
Το απόγευμα της Κυριακής16/7,ο CaseyStoner βρέθηκε στο GoodwoodFestivalοδηγώνταςτη Ducati GP7,στη σέλα της οποίας κέρδισε τον πρώτο παγκόσμιο τίτλο του το 2007. Παράλληλα ο Αυστραλός εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για να οδηγήσει για πρώτη φορά ένα δίχρονο 500 κυβικών από την εποχή των 500GP.
Ο δις πρωταθλητής του MotoGP, έχει στο παρελθόν δηλώσει την αγάπη του για τα θρυλικά δίχρονα αγωνιστικά 500 κυβικών που μεσουρανούσαν τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, μέχρι να αντικατασταθούν το 2002 από τα τετράχρονα των 990 κυβικών. Ο ίδιος πρόλαβε την εποχή των δίχρονων, στις μικρότερες κατηγορίες των 125 και 250 κυβικών (2ος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα 250 το 2005 πίσω από τον Dani Pedrosa), προτού ανέβει στην μεγάλη κατηγορία, το 2006 με την LCR Honda, τέσσερα χρόνια αφού τα τελευταία 500GP έκαναν την εμφάνισή τους στην πίστα.
Ένας λάτρης λοιπόν, των δίχρονων και παράλληλα “πολέμιος” της υπέρμετρης χρήσης ηλεκτρονικών και αεροδυναμικών βοηθημάτων από τη σύγχρονη γενιά MotoGP μοτοσυκλετών, δεν θα μπορούσε να χάσει την ευκαιρία να οδηγήσει τις δίχρονες SuzukiRGV500 των KennyRobertsJr. και KevinSchwantz. Μετά από αυτή την εμπειρία του, στην προσωρινή πίστα που δημιουργείται για τις ανάγκες του GoodwoodFestivalofSpeed, ο Stoner έδωσε μία αποκλειστική συνέντευξη στο Speedweek.com.
Όπως δήλωσε ο ίδιος: “Θα έλεγα ότι ήταν μία από τις καλύτερες ημέρες μου στον μηχανοκίνητο αθλητισμό. Όχι μόνο οδήγησα για πρώτη φορά μία μοτοσυκλέτα GP 500, αλλά ήταν αυτές των Kevin και Kenny! Ήμουν τεσσάρων χρονών όταν ο Kenny έτρεχε με αυτήν. Δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να δοκιμάσω μία δίχρονη μοτοσυκλέτα 500 κυβικών. Αν και όλη μου τη ζωή είχα ως στόχο να αγωνιστώ στο παγκόσμιο πρωτάθλημα 500GP. Έχασα τον στόχο αυτό για λίγα χρόνια.”
Η πίστα του Goodwood, όμως όπως ήδη αναφέραμε, δημιουργείται αποκλειστικά για τις ανάγκες του φεστιβάλ, και δεν πληρεί τους βασικούς κανόνες ασφαλείας για οδήγηση στο όριο. Όπως είναι λογικό, λοιπόν, ο Stoner δεν πίεσε καταστάσεις, δηλώνοντας κατόπιν ότι θα ήθελε να δοκιμάσει τι μπορεί να κάνει το RGVστο κλειστό περιβάλλον μίας πίστας προδιαγραφών GP.
“Μπόρεσα τουλάχιστον να πάρω μία γεύση από τα δίχρονα, εδώ, στην Αγγλία. Μπορούσα να νιώσω την ωμή δύναμη και πόσο ελαφριές και ευέλικτες είναι αυτές οι μοτοσυκλέτες. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψουν τις διαφορές μεταξύ των σημερινών MotoGP και εκείνων της δεκαετίας του 1990.”
Ducati DesertX 2026 - Όλα αλλάζουν, η φιλοσοφία παραμένει [VIDEO]
Νέος κινητήρας, νέο πλαίσιο, βελτιωμένες αναρτήσεις, ηλεκτρονικά, εμφάνιση, κ.α.
Από τον
Κώστα Γκαζή
26/2/2026
Η δεύτερη γενιά του DesertX αλλάζει όλα τα βασικά συστατικά της συνταγής, χρησιμοποιώντας τον νέο “πασπαρτού” κινητήρα της εταιρείας, νέο πλαίσιο, νέες αναρτήσεις και νέα ηλεκτρονικά, διορθώνει ατοπήματα του παρελθόντος (ευκολία πρόσβασης στο φίλτρο αέρα) ενώ την ίδια ώρα κρατάει ατόφια τη φιλοσοφία των εξαιρετικών επιδόσεων στο χώμα, βελτιώνοντάς τη μάλιστα.
Πριν πιάσουμε τις μεγάλες αλλαγές οδηγικής ουσίας, να πούμε πως η Ducati δούλεψε πολύ στην εμφάνιση του νέου DesertX, και αυτό φαίνεται παντού. Αν το προηγούμενο μοντέλο έμοιαζε σκαλισμένο σε… μενίρ, μονολιθικό και ημιτελές σε κάποια σημεία, το νέο έχει πολύ πιο εκλεπτυσμένο design που κάνει πολύ καλή εντύπωση. Ένας μαύρος αεραγωγός σπάει την πολλή ασπρίλα του ρεζερβουάρ μπροστά και στη μέση, ενώ η κόκκινη κάθετη γραμμή δεν είναι ευθεία όπως πριν αλλά τεθλασμένη βοηθώντας πολύ να μειωθεί οπτικά ο όγκος. Οι κυψέλες στη ζελατίνα μας αποχαιρέτισαν για χάρη απεικόνισης ενός κύματος -λάσπης το πιθανότερο-, η ποδιά του κινητήρα μίκρυνε αρκετά, ενώ επιτέλους αποχαιρετίσαμε το πλαστικό κάλυμμα του μοτέρ με το μέταλλο να μένει εκτεθειμένο στα βλέμματα, όπως πρέπει.
Πολύ ομορφότερη και σύγχρονη είναι η ουρά, αν και έχασε την πρακτική χειρολαβή για τις μανούβρες, ομορφότερο και το τελείωμα στο κοντύτερο τελικό της εξάτμισης. Το υποπλαίσιο παραμένει ακάλυπτο, αλλά τα πλαϊνά πλαστικά επεκτάθηκαν προς τα πίσω κρύβοντας το κίτρινο αμορτισέρ για πιο ομοιογενή χρωματική εμφάνιση. Χρυσό αντί για μαύρο είναι το πιρούνι, λευκά αντί κόκκινα τα λογότυπα Brembo στα φρένα, ενώ χάσαμε το εντυπωσιακό ψαλίδι με την τρύπα στη μέση, για χάρη ενός πολύ πιο συμβατικού σε εμφάνιση. Τέλος, σε μια κίνηση που σε κάποιον παλαιότερο θυμίζει τη μετάβαση από τα GSX-R του 90 σε εκείνα του 91, η Ducati πρόσθεσε ενιαίο κάλυμμα στους δυο στρογγυλούς προβολείς του DesertX.
Πρώτη μεγάλη, και αναμενόμενη αλλαγή ουσίας ο κινητήρας, που είναι ο νέος V2 890 που τοποθετείται πλέον σε όλες τις μεσαίου κυβισμού μοτοσυκλέτες του Borgo Panigale. Αποδίδει 110 ίππους στις 9.000 rpm και 9,38 kgm στις 7.000 rpm, με το 70% της ροπής διαθέσιμο ήδη από τις 3.000 rpm. Διαθέτει σύστημα μεταβλητού χρονισμού εισαγωγής (IVT), κάτι που δεν υπήρχε στο προηγούμενο μοντέλο me ton Testastretta 937 των . Τα διαστήματα συντήρησης είναι μεγάλα: έλεγχος βαλβίδων στα 45.000 km και αλλαγή λαδιών κάθε 15.000 km ή δύο χρόνια. Το κιβώτιο έχει πιο κοντές τις πρώτες τέσσερις σχέσεις για off-road χρήση και μακρύτερη έκτη για ταξίδι. Το Quick Shift 2.0 είναι νέας σχεδίασης και δεν χρησιμοποιεί εξωτερικό αισθητήρα.
Συνεχίζουμε με το monocoque πλαίσιο νέας σχεδίασης, με τον κινητήρα να λειτουργεί ως φέρον στοιχείο και το φιλτροκούτι ενσωματωμένο στη δομή. Η θέση στο φιλτροκούτι έχει αλλάξει ώστε το φίλτρο να αφαιρείται σε λίγα δευτερόλεπτα, αντίθετα με το προηγούμενο μοντέλο που έπρεπε να αφαιρεθεί το ρεζερβουάρ. Το πίσω υποπλαίσιο παραμένει χωροδικτύωμα, ενώ το αλουμινένιο ψαλίδι είναι ειδικά εξελιγμένο για το μοντέλο και συνεργάζεται με σύστημα προοδευτικού μοχλικού, κάτι που διαφοροποιεί σημαντικά τη λειτουργία της πίσω ανάρτησης σε σχέση με πριν.
Περνάμε στις αναρτήσεις, όπου μπροστά βρίσκουμε ένα πλήρως ρυθμιζόμενο ανεστραμμένο πιρούνι της KYB στα 46 mm, με διαδρομή 230 mm και ανεξάρτητες ρυθμίσεις στα δύο καλάμια, με την Ducati να κάνει λόγο για καλύτερη off-road συμπεριφορά και βελτιωμένη απορρόφηση των ανωμαλιών του δρόμου. Πίσω υπάρχει πλήρως ρυθμιζόμενο μονό αμορτισέρ της KYB με 220 mm διαδρομή και εύκολη ρύθμιση προφόρτισης με το χέρι. Η προσθήκη προοδευτικού μοχλικού χαρίζει πιο μαλακή αρχική βύθιση με ταυτόχρονα μεγαλύτερη αντίσταση υπό πίεση.
Στα φρένα μπροστά βρίσκουμε δυο ακτινικές τετραπίστονες δαγκάνες Brembo M4.32 με δύο νέους δίσκους 305 mm. Υπάρχει Cornering ABS τεσσάρων επιπέδων, με δυνατότητα απενεργοποίησης στα Riding Modes Enduro και Rally. Η μπροστινή διάταξη επιτρέπει τοποθέτηση ψηλού φτερού χωρίς πρόσθετα κιτ.
Οι τροχοί παραμένουν 21 ίντσες μπροστά και 18 πίσω, ακτινωτοί tubeless, με ελαστικά Pirelli Scorpion Rally Street σε διαστάσεις 90/90-21 και 150/70-18.
Το ρεζερβουάρ είναι νέο, πολυμερές, 18 λίτρων, στενότερο και ελαφρύτερο, με τη μάζα του καυσίμου τοποθετημένη χαμηλότερα για αυξημένη ευελιξία και καλύτερο έλεγχο. Το ύψος σέλας είναι 880 mm και μπορεί να πέσει στα 840 mm με κιτ, ενώ το βάρος της μοτοσυκλέτας ανακοινώνεται στα 209 κιλά (211 προηγουμένως) χωρίς καύσιμο.
Ούτε όμως η εργονομία έμεινε χωρίς αλλαγές: τα μαρσπιέ μετακινήθηκαν πιο πίσω, η σέλα και το τιμόνι πιο μπροστά, το μπροστινό φτερό είναι ψηλότερα τοποθετημένο και το μπροστινό μέρος της μοτοσυκλέτας είναι 20 mm χαμηλότερο σε σχέση με πριν.
Στα ηλεκτρονικά υπάρχει νέα IMU 6 αξόνων που διαχειρίζεται Traction Control, Wheelie Control, Engine Brake Control και Cornering ABS, ενώ υπάρχουν έξι Riding Modes (Sport, Touring, Urban, Wet, Enduro, Rally). Η οθόνη είναι νέα TFT 5 ιντσών ανάλυσης 800x480, με δύο θύρες USB και νέο joystick χειρισμού. Διαθέτει cruise control και είναι έτοιμη για Ducati Multimedia System και πλοήγηση turn-by-turn.
Περιμένουμε να δούμε αν η Ducati παρουσιάσει αργότερα κάποια ακόμα πιο “πολεμική” έκδοση της μοτοσυκλέτας σε Rally ύφος.