Το custom σκούτερ που επιθυμούν οι Ιάπωνες!

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

8/9/2016

Στην Ιαπωνία, αυτή την μακρινή και μαγική χώρα, αποφάσισαν ότι το Vultus της Honda δεν είναι αρκετός φόρος τιμής για το Akira, ένα από τα πιο διαδεδομένα manga της δεκαετίας του ‘80. Για τα δικά τους μοτοσυκλετιστικά γούστα η αγορά διψούσε για κάτι περισσότερο, πιο κοντά στην φανταστική μοτοσυκλέτα… Καταρχήν το Akira, ένα από τα πολύ γνωστά manga, δημοσιευόταν σε συνέχειες όλη την δεκαετία του ’80 στο δημοφιλέστερο μοτοσυκλετιστικό περιοδικό της Ιαπωνίας και στα μέσα της δεκαετίας του ’90 έγινε ένα από τα πρώτα manga που μεταφράστηκε στο σύνολό του και κυκλοφόρησε σε Αγγλική έκδοση. Θεωρήθηκε πρότυπο εξαιτίας της εικαστικής δουλειάς του δημιουργού του, και παράλληλα ανέδειξε τις ανακατασκευές και το customizing στα σκούτερ. Γενικότερα οι Ιάπωνες θεωρούν ότι το customizing δεν πρέπει να έχει κανένα απολύτως όριο και για αυτό θα τους δεις να τοποθετούν λάμπες και πρόσθετα φτερά σε Lamborghini – για παράδειγμα- που στην Ευρώπη θα θεωρούνταν ιεροσυλία. Παράλληλα είναι αποδεκτό να επιμηκύνει κάποιος το ψαλίδι σ’ ένα σκούτερ σε βαθμό που χρειάζεται πλέον ρουλεμάν κάτω από το σημείο έδρασης για να στηρίζεται στο δρόμο, καθώς εξαιτίας του νέου μεταξονίου έχει εκμηδενιστεί η απόσταση από το έδαφος, κι έτσι στις μανούβρες είναι απαραίτητο να το σηκώνεις όρθιο και να σέρνεις τον τροχό τραβώντας με τα χέρια! Διαφορετικά είναι αδύνατο να στρίψει… Η μόνη ομοιότητα, είναι ότι κι εδώ αυτό το σκούτερ θα ήταν δαχτυλοδειχτούμενο αλλά για διαμετρικά αντίθετους λόγους σε σύγκριση με την Ιαπωνία…

Με βάση τις παραπάνω απαραίτητες διευκρινήσεις, γίνεται να καταλάβει κανείς γιατί αυτό το custom σκούτερ έγινε ανάρπαστο, αλλά χρειάζεται μία ακόμα διευκρίνιση για να αντιληφθούμε με ποιο τρόπο βγαίνει στην παραγωγή από ένα συνεργείο μοτοσυκλετών στην Osaka… Στην Ιαπωνία τα συνεργεία μοτοσυκλετών ήταν παλιότερα προμηθευτές του κράτους με οχήματα που κατασκεύαζαν οι ίδιοι και βασικοί κατασκευαστές των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών που κυκλοφορούσαν στην γύρω περιοχή. Ο Soichiro Honda ξεκίνησε την αυτοκρατορία του από ένα τέτοιο κατάστημα, όπως είχαμε γράψει παλιότερα. Στην σημερινή εποχή λοιπόν, είναι τιμή για ένα συνεργείο να φτιάχνει το δικό του μοντέλο και οι αναβάτες τα αγοράζουν με την νοοτροπία του παραδοσιακού...

Πίσω στο 2005 λοιπόν, ένα κατάστημα και συνεργείο στην Osaka, ανακατασκεύαζε ένα Honda lead 50 όταν κοιτώντας το χωρίς τα πλαστικά τους ήρθε η ιδέα να επέμβουν στο πλαίσιο με τρόπο καθοριστικό κι ανεπανόρθωτο και να φτιάξουν την δική τους, προσωπική “Akira” μοτοσυκλέτα. Πράγματι, έφτιαξαν το παρακάτω που ερχόταν αρκετά κοντά σε εμφάνιση, αν και ο δίχρονος μικρός κινητήρας του Lead δεν ενέπνεε για νυκτερινές καταδιώξεις - και εκμεταλλευόμενοι την Ιαπωνική νομοθεσία που εκδίδει απλόχερα πινακίδες και δικαιολογεί αλλαγές πλαισίου, άρχισαν να το κυκλοφορούν στο δρόμο για τις εξωτερικές εργασίες του συνεργείου. Πολύ γρήγορα ήρθαν οι πρώτες παραγγελίες και κατασκευάστηκε το επόμενο custom Honda Lead, αλλά αυτή την φορά βασιζόμενο στο μοντέλο των 90 κυβικών. Από εκεί και πέρα έγινε κάτι που δεν το περίμεναν: Οι παραγγελίες άρχισαν να φτάνουν η μία, πίσω από την άλλη, μαζί με υποδείξεις και προτάσεις για βελτιώσεις. Το αποτέλεσμα ήταν να οδηγηθούν σε μία επένδυση ενός εκατομμυρίου Γιεν, ποσό που ακούγεται μεγάλο αλλά αντιστοιχεί σε λιγότερα από 9.000 Ευρώ, για να κατοχυρώσουν το μοντέλο και να ξεκινήσουν την παραγωγή του.

το πρώτο, βασισμένο σε Honda Lead 50

Έτσι γεννήθηκε το “Python” που έχει και κωδική ονομασία - M2Z-01- που προκύπτει από το όνομα του Ιάπωνα μηχανικού που έκανε την αρχική μετατροπή… Προμηθεύτηκαν μία σειρά από παλαιότερα δίχρονα σκούτερ της Honda, που στην Ευρώπη τα γνωρίζαμε ως Dio, και κατασκευάζοντας το δικό τους πλαίσιο, αναρτήσεις, φαίρινγκ, σέλα, όργανα, ηλεκτρονικά και εξάτμιση από το λαιμό και κάτω, προχώρησαν σε παραγωγή κατόπιν παραγγελίας!

Κάπως έτσι, ένα μικρό συνεργείο στην Ιαπωνία συνέχισε την παράδοση των παλαιότερων κατασκευαστών, βγάζοντας το δικό του μοντέλο. Το “Python” ζυγίζει 96 κιλά, έχει ένα τρομακτικά μεγάλο μεταξόνιο στα 1,810mm, συνολικό μήκος 2.250mm και ύψος 890mm με την σέλα να απέχει από το έδαφος μόλις 320mm! Στην Ιαπωνία οι δρόμοι δεν διαθέτουν λακκούβες και τα πεζοδρόμια, όπου επιτρέπεται να ανέβεις, δεν θα προβληματίσουν ποτέ παρά τα μόλις 120mm απόστασης από το έδαφος…. Για τις στροφές και τις μανούβρες, διατηρούμε έντονες αμφιβολίες, αλλά τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά εκεί που προορίζεται.

Είναι ίσως αλήθεια ότι οι περισσότεροι διαβάζετε αυτό το κείμενο, εξαιτίας της ενδυμασίας του μοντέλου στην αρχική φωτογραφία, όμως για την ολοκλήρωση του προφίλ πρέπει να πούμε ότι υπάρχει μονάχα μία μοτοσυκλέτα που έχει πάρει την υπογραφή του Katsuhiro Otomo, δημιουργού της σειράς Akira, ως γνήσια replica. Είναι το παρακάτω πρωτότυπο, που επίσης δεν ακούγεται όπως θα έπρεπε εξαιτίας του ασθενικού κινητήρα. Ωστόσο η μοναδικότητά του, έγκειται στην οπτική ταύτιση με την φανταστική μοτοσυκλέτα, και συμμετέχει σε εκθέσεις στην Ιαπωνία και φιλανθρωπικές εκδηλώσεις. Το κόστος της υπολογίζεται σε περισσότερα από 100.000 Ευρώ, όχι τόσο γιατί αποτελείται από εξωτικά υλικά, αλλά γιατί ο δημιουργός της, Masashi Teshima, χρεώνει πολύ υψηλά την εργατοώρα…

το πρωτότυπο που έχει την έγκριση του κ.Otomo για γνήσια replica:

 

 

το NM4 Vultus της Honda:

 

Η Ελβετία αίρει την απαγόρευση αγώνων ταχύτητας σε ασφάλτινες πίστες μετά από 71 χρόνια! [VIDEO]

Απαγόρευση που είχε θεσπιστεί μετά από το φρικιαστικό ατύχημα με 84 νεκρούς στο Le Mans 1955
Αρχίζουν ξανά οι αγώνες πίστας στην Ελβετία
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

27/1/2026

Μετά από 71 χρόνια, η Ελβετία δίνει ξανά το πράσινο φως στους αγώνες ταχύτητας σε ασφάλτινες πίστες. Η ομοσπονδιακή απαγόρευση, που είχε επιβληθεί το 1955 μετά την επική τραγωδία του εικοσιτετράωρου αγώνα αυτοκινήτων Le Mans του 1955 στη γαλλική πίστα Circuit de la Sarthe, καταργείται από την 1η Ιουνίου. Από εδώ και πέρα, η αρμοδιότητα για την έγκριση διοργανώσεων και εγκαταστάσεων περνά στα καντόνια.

Από την 1η Ιουνίου οι αγώνες αυτοκινήτου και μοτοσυκλέτας θα μπορούν ξανά να διοργανωθούν σε ελβετικό έδαφος. Η απαγόρευση είχε θεσπιστεί το 1955, μετά το φρικτό δυστύχημα στις 24 Ώρες του Λε Μαν, όταν η Mercedes 300 SLR του Pierre Levegh εκτοξεύθηκε στις εξέδρες, σκοτώνοντας 84 ανθρώπους και τραυματίζοντας άλλους 120.

Το τρομερό ατύχημα συνέβει το απόγευμα της 11ης Ιουνίου 1955, στο τέλος του 35ου γύρου, τη στιγμή που αναμενόταν τα πρώτα pit-stop. Έχοντας λάβει εντολή από την ομάδα της Jaguar να μπει στα πιτ, ο Mike Hawthorn φρέναρε απότομα μπροστά από την Austin-Healey του Lance Macklin. Ο Macklin φρέναρε επίσης δυνατά, βγήκε προς το δεξί άκρο της πίστας σηκώνοντας σκόνη και στη συνέχεια το αυτοκίνητό του εκτινάχθηκε ξανά προς το κέντρο, ακριβώς στην πορεία της Mercedes-Benz του Pierre Levegh, που βρισκόταν στην 6η θέση, έναν γύρο πίσω. Κινούμενος με περίπου 240 χλμ, ο δεξιός εμπρός τροχός της Mercedes ανέβηκε πάνω στην αριστερή πίσω γωνία της Austin-Healey, εκτοξεύοντας το αυτοκίνητο του Levegh στον αέρα.

Το αυτοκίνητο προσέκρουσε σε ένα χωμάτινο ανάχωμα ύψους περίπου 1,20 μ., το μοναδικό εμπόδιο ανάμεσα στους θεατές και την πίστα, και διαλύθηκε. Κινητήρας, ψυγείο, αναρτήσεις εκτοξεύονται μέσα στο πλήθος διανύοντας σχεδόν 100 μέτρα. Όσοι είχαν ανέβει σε σκάλες ή πρόχειρες εξέδρες για καλύτερη θέα βρέθηκαν ακριβώς στην πορεία των φονικών συντριμμιών. Το υπόλοιπο αυτοκίνητο, πάνω στο ανάχωμα, τυλίχθηκε στις φλόγες, με τη φωτιά να ενισχύεται από το μαγνήσιο του αμαξώματος -δεν μπορούσαν να το σβήσουν για μέρες. Ο Levegh σκοτώθηκε ακαριαία.

Το απίστευτο τώρα είναι πως οι αγωνοδίκες αποφάσισαν... να συνεχιστεί ο αγώνας, θεωρώντας ότι μια μαζική αποχώρηση του τεράστιου πλήθους θα μπλόκαρε τους δρόμους και θα εμπόδιζε την πρόσβαση των ιατρικών και σωστικών συνεργείων! 

Δεκατρία λεπτά αργότερα, η MG του Dick Jacobs έχασε τον έλεγχο στην έξοδο της Maison Blanche, ανατράπηκε και κατέληξε ανάποδα, τυλιγμένη στις φλόγες. Ο Jacobs επέζησε, αλλά τραυματίστηκε σοβαρά και δεν αγωνίστηκε ποτέ ξανά. 

Αν και το πολύνεκρο δυστύχημα συνέβη στη Γαλλία, το σοκ ήταν τεράστιο σε όλη την Ευρώπη, ενώ στην Ελβετία πολιτικοί, εκκλησιαστικοί φορείς αλλά και η κοινή γνώμη ζήτησαν πλήρη διακοπή των αγώνων ταχύτητας στη χώρα. Μετά από τριετή συζήτηση, η κυβέρνηση επέβαλε ολική απαγόρευση το 1958. Εξαιρέθηκαν μόνο αγώνες όπως motocross, αναβάσεις και slalom, που θεωρούνταν λιγότερο επικίνδυνοι.

Η απόφαση για την κατάργηση της απαγόρευσης για μηχανοκίνητους αγώνες σε ασφάλτινες πίστες ελήφθη από το ελβετικό κοινοβούλιο το 2022, με ισχύ όμως από την 1η Ιουνίου 2026.

Με το τέλος της ομοσπονδιακής απαγόρευσης, η ευθύνη περνά πλέον στα καντόνια, τα οποία θα αποφασίζουν για την έγκριση διοργανώσεων αλλά και για την κατασκευή μόνιμων εγκαταστάσεων -ενδεχομένως και την αξιοποίηση του Circuit de Lignières.

Στην ιστορία του ελβετικού μηχανοκίνητου αθλητισμού ξεχωρίζει η πίστα του Bremgarten, στενή γρήγορη και γεμάτη δέντρα, ενεργή από τη δεκαετία του ’30 έως τα ’50, στο Bethlehem, στα βόρεια της Βέρνης. Εκεί διεξήχθη το πρώτο Ελβετικό Grand Prix το 1934. Στο Bremgarten, την 1η Ιουλίου 1948, κατά τις δοκιμές για το Grand Prix εκείνης της χρονιάς -που αφορούσε τόσο μοτοσυκλέτες όσο και μονοθέσια- έχασαν τη ζωή τους στη στροφή Eymatt ο θρυλικός Omobono Tenni και ο μεγάλος Achille Varzi.

Ετικέτες