Δεν έχετε συναγερμό; Σταθμεύσατε σε ερημικό σημείο; Η ασφάλεια κλοπής σας ίσως να μην ισχύει

Ερμηνεία-σταθμός από τον Άρειο Πάγο για τη “βαριά αμέλεια” στον νόμο, ακυρώνει αποζημίωση σε ασφαλισμένο για κλοπή όχημα
Άρειος Πάγος - Απόφαση-σταθμός για τις ασφάλειες κλοπής οχημάτων
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

4/10/2023

Ο νόμος 2496 του 1997, που αφορά την ασφαλιστική σύμβαση, τις τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις, στο άρθρο 7 με τίτλο “Πραγματοποίηση του Κινδύνου - Καταβολή του Ασφαλίσματος” αναγράφονται μεταξύ άλλων τα εξής: “Ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης προς ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών, σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια.” Τώρα, μάθαμε με βούλευμα του Αρείου Πάγου τι ακριβώς σημαίνει αυτή η "βαριά αμέλεια".

Όσον αφορά στον δόλο, η ερμηνεία είναι αυταπόδεικτη, αφορώντας φυσικά απάτη του ιδιοκτήτη που έχει κανονίσει να κλαπεί το όχημα του για να εισπράξει την ασφάλεια.

Όμως η “βαριά αμέλεια” δεν διευκρινίζεται στον νόμο, και έπρεπε να φτάσει πρόσφατη υπόθεση στον Άρειο Πάγο για να ερμηνευτεί και να έχουμε πλέον μια καλύτερη εικόνα για το τι πρέπει να αποφύγει ο ιδιοκτήτης οχήματος, ώστε να αποζημιωθεί από την ασφάλεια κλοπής που έχει κάνει.

Η υπόθεση που έφτασε στον Άρειο Πάγο, αφορούσε ιδιοκτήτη Ι.Χ. ο οποίος πάρκαρε το αυτοκίνητο του το βράδυ στο ανοιχτό μη περιφραγμένο και κακά φωτισμένο πάρκινγκ της επιχείρησης εστίασης που διαθέτει. Στο σημείο δεν υπήρχε ούτε φύλακας, ούτε κάμερες ασφαλείας, η επιχείρηση έκλεισε, και το πάρκινγκ βρισκόταν σε απόσταση 1.270 μέτρων μακριά από τον πλησιέστερο οικισμό. Η περιοχή είναι ερημική, και το αυτοκίνητο δεν διέθετε συναγερμό. Κρατήστε στο μυαλό σας τις παραπάνω συνθήκες, καθώς ο συνδυασμός τους ήταν που ερμηνεύτηκε από τον Άρειο Πάγο ως “βαριά αμέλεια”.

Το επόμενο πρωί ο ιδιοκτήτης ανακάλυψε πως το αυτοκίνητο του είχε κλαπεί, κατέθεσε μήνυση κατά αγνώστων για την κλοπή και διεκδίκησε αποζημίωση από την ασφαλιστική εταιρεία στην οποία είχε ασφάλεια κλοπής.

Όμως η ασφαλιστική εταιρεία αρνήθηκε να καταβάλει αποζημίωση στον παθόντα, επικαλούμενη τον όρο της “βαριάς αμέλειας” του νόμου.

Η υπόθεση πήρε τον δρόμο της δικαιοσύνης, με το Εφετείο να αποφασίζει πως οι συνθήκες που αναφέραμε παραπάνω συνιστούν βαριά αμέλεια δίνοντας δίκιο στην ασφαλιστική εταιρεία που αρνήθηκε να αποζημιώσει τον παθόντα. Μάλιστα στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται πως ο ιδιοκτήτης γνώριζε τον αυξημένο κίνδυνο της στάθμευσης στο συγκεκριμένο σημείο, καθώς ο ίδιος είχε ήδη υποστεί διάρρηξη εκεί, έχοντας αποζημιωθεί για την περίπτωση εκείνη από την ασφαλιστική εταιρεία. Στην απόφαση διαβάζουμε πως η βαριά αμέλεια αποδίδεται στον ιδιοκτήτη καθώς εκείνος “δεν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ασφαλισμένου, την επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κι έτσι, από αμέλειά του, δεν προέβλεψε ότι η στάθμευση του ασφαλισμένου αυτοκινήτου του υπό τις περιστάσεις αυτές θα μπορούσε να προκαλέσει την κλοπή του, η δε παρέκκλισή του από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ασφαλισμένου ήταν σημαντική, ασυνήθης και ιδιαιτέρως μεγάλη, καταδεικνύουσα πλήρη αδιαφορία του για τα παράνομα σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρείας αποτελέσματά της, αφετέρου δε δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι η από βαριά αμέλειά του συμπεριφορά του αυτή ήταν πρόσφορη, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να προκαλέσει την κλοπή του αυτοκινήτου του, την οποία και προκάλεσε”.

Μετά την απόφαση του Εφετείου, ο παθών προσέφυγε στον Άρειο Πάγο ζητώντας την αναίρεση της απόφασης του Εφετείου, με το αιτιολογικό πως εκείνη περιείχε “αόριστες, ανεπαρκείς, αντιφατικές και πλημμελείς αιτιολογίες”. Δυστυχώς για εκείνον, ο Άρειος Πάγος συμφώνησε με το σκεπτικό του Εφετείου, βάζοντας οριστικά τέλος στις ελπίδες του ιδιοκτήτη για αποζημίωση.

Πλέον έχουμε μια καλύτερη εικόνα του τι συνιστά “βαριά αμέλεια”, και θα πρέπει όλοι όσοι ασφαλίζουν τη μοτοσυκλέτα ή το αυτοκίνητο τους για κλοπή να δώσουν προσοχή στις αποφάσεις Εφετείου και Αρείου Πάγου, ώστε να μη βρεθούν προ δυσάρεστων εκπλήξεων σε περίπτωση κλοπής. Από τη μία η απόφαση ανοίγει τον δρόμο στις ασφαλιστικές εταιρείες να αρνούνται ευκολότερα να αποζημιώσουν θύματα κλοπής μοτοσυκλετών και αυτοκινήτων, και από την άλλη θα πρέπει να γίνει επανεκτίμηση από τους ασφαλισμένους τόσο των υποχρεώσεων τους απέναντι στον νόμο, όσο και του αν αξίζει να πληρώνουν τα υπέρογκα ποσά που ζητούν οι ασφαλιστικές.

Τέλος, είναι σημαντικό να τονίσουμε πως η συγκεκριμένη περίπτωση είναι αρκετά ειδική, καθώς η βαριά αμέλεια αφορά στον συδυασμό πολλών επιβαρυντικών παραγόντων και συνθηκών, και πιστεύουμε πως αν επρόκειτο για μόνο μια-δυο από αυτές, η απόφαση θα ήταν υπέρ του. Όμως το άθροισμα της ερημικής τοποθεσίας, της απουσίας συναγερμού, της απουσίας φύλαξης και καμερών, αλλά και της γνώσης του για την παραπάνω επικινδυνότητα σου σημείου λόγω προηγούμενης διάρρηξης, δημιούργησαν ένα σαφώς αρνητικό και επιβαρυντικό κλίμα για τον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, φτάνοντας ακόμα και λίγο πριν από τον δόλο -που όμως δεν μπορεί να υποστηρίξει η ασφαλιστική χωρίς αποδείξεις.

 Εκείνο που φυσικά δεν θέλει κανείς μας, είναι να δούμε τις ασφαλιστικές εταιρείες να εκμεταλλεύονται το παραπάνω γεγονός, όμως σε μία πρώτη επικοινωνία που είχαμε με δύο εκ των μεγάλων ασφαλιστικών, μας διαβεβαίωσαν πως είναι εξαιρετικά δύσκολο να επικαλεστείς την βαριά αμέλεια και ίσα - ίσα ότι πλέον δεν θα είναι ασαφής ερμεινεία και θα πρέπει να ισχύουν όλα τα παραπάνω, που ανταποκρίνονται σε μικρό ποσοστό επί του συνόλου κλοπών.

Θα θέλαμε επείσης ο Άριος Πάγος να είναι πιο συνεπής στο έργο του και να οδηγήσει εκείνους που ενεργούν κατά επάγγελμα σε πιο βαριές τιμωρίες και όχι σύντομες διακοπές στα κρατητήρια. Η αστυνόμευση είναι ελλειπής και όταν επιφέρει αποτέλεσμα η δικαιοσύνη είναι με την μεριά του θύτη. Τουλάχιστον αυτό είναι το κοινό αίσθημα που με ειδήσεις όπως αυτή, στρέφεται ακόμη περισσότερο εναντίον των θεσμών.

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.