“Έφυγε” o Claudio Castiglioni

Από το

Μαύρο Σκύλο

5/9/2011

O Claudio Castiglioni, πρόεδρος της MV Agusta Spa, ένας άνθρωπος που έχει επηρεάσει όσο κανένας άλλος την ιστορία της μοτοσυκλέτας και ειδικά στην Ιταλία τις τέσσερις προηγούμενες δεκαετίες, πέθανε την Τετάρτη 17 Αυγούστου σε νοσοκομείο του Varese, όπου είχε γεννηθεί και ήταν και η έδρα της εταιρείας του. Ήταν 64 ετών και ο θάνατός του, όπως ανακοίνωσε η εταιρεία, οφείλεται σε μακροχρόνια ασθένεια. Είναι γνωστό ότι έπασχε από καρκίνο και ίσως αυτό να είναι και η αιτία που ήδη από πέρσι είχε παραδώσει τη διεύθυνση της εταιρείας στο γιο του Giovanni. Η αιτία του θανάτου του όμως δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα από το παρελθόν του, ένα παρελθόν γεμάτο από το πάθος του για τις μοτοσυκλέτες.
Ο Claudio εμφανίστηκε στο προσκήνιο το 1977 με τη συμμετοχή της Cagiva στο ιταλικό πρωτάθλημα ταχύτητας με αναβάτες τον Bonera και τον Marco Lucchinelli. Η Cagiva ήταν οικογενειακή επιχείρηση που κατασκεύαζε μεταλλικά εξαρτήματα. Τον επόμενο χρόνιο μαζί με τον αδερφό του Gianfranco εξαγόρασαν το εργοστάσιο της AMF Harley Davidson στη Schiranna του Varese που παρήγαγε μοτοσυκλέτες με το λογότυπο της Cagiva και δίχρονους κινητήρες. Από το 1983 άρχισε να χρησιμοποιεί κινητήρες της Ducati, οδηγώντας τις Elefant σε νίκες στο Paris Dakar. Το 1985 εξαγόρασε από το ιταλικό δημόσιο την Ducati, την ίδια χρονιά εξαγόρασε την Moto Morini, ενώ το 1987 ήρθε η σειρά της Husqvarna. Εκείνη την εποχή είχε αναδείξει την Cagiva ως τον πέμπτο σε μέγεθος κατασκευαστή μοτοσυκλετών. Θέλοντας να κατασκευάζει συναρπαστικές μοτοσυκλέτες, τόσο αισθητικά όσο και οδηγικά, συμμετείχε ενεργά στην δημιουργία του υγρόψυκτου κινητήρα της Ducati που σηματοδότησε από το 1988 με τις 851/888 την κυριαρχία της εταιρείας στο παγκόσμιο πρωτάθλημα superbikes. Το 1991 ήρθε η σειρά για την απόκτηση της MV Agusta, η οποία είχε πάψει να παράγει μοτοσυκλέτες. Το 1993 ήταν η χρονιά που η Ducati παρουσίασε το Monster, την εμπνευσμένη σχεδίαση του Miguel Angel Galluzzi που καθορίζει ακόμη τις naked μοτοσυκλέτες σχεδιαστικά. Το 1994 ήρθε και συντάραξε τα νερά η συναρπαστική Ducati 916 που σχεδίασε ο φίλος του Claudio, Massimo Tamburini μαζί με τον Sergio Robbiano. Το 1996 αναγκάστηκε να πουλήσει την Ducati και την Moto Morini στο επενδυτικό fund Texas Pacific Group, λόγω προβλημάτων που είχε η Cagiva στο τμήμα με τις δραστηριότητές της εκτός  μοτοσυκλετών. O ικανός Claudio έριξε το βάρος του στην MV Agusta και κατάφερε το 1997 να παρουσιάσει την F4, άλλη μια συναρπαστική μοτοσυκλέτα σχεδιασμένη επίσης από τον Massimo Tamburini.
Παρά τις δυσκολίες που κατά καιρούς έχει αντιμετωπίσει πάντοτε έβρισκε τον τρόπο να ξαναγυρνάει στην κατασκευή μοτοσυκλετών καταφέρνοντας μάλιστα να ξαναγοράσει την MV Agusta για 1 ευρώ το 2010, την οποία είχε πουλήσει στην Harley Davidson. Ο πάντοτε ατσαλάκωτος Presidente ήταν παρόν στα περίπτερα των εταιρειών του στις μεγάλες εκθέσεις, στις οδηγικές παρουσιάσεις των μοντέλων που έφτιαχναν οι εταιρείες του και φυσικά οδηγούσε μοτοσυκλέτες. Μάλλον ήταν ο τελευταίος πρόεδρος που μιλούσε με τον οποιονδήποτε, αρκεί να μοιραζόντουσαν το ίδιο πάθος για τις μοτοσυκλέτες. Ευχόμαστε να έχει μεταφέρει το πάθος του για την ομορφιά και τις μοτοσυκλέτες στους ανθρώπους που θα συνεχίσουν να τις φτιάχνουν και να είναι πάντοτε συναρπαστικές όπως του άρεσαν.
Ride in peace Claudio.

Λονδίνο-όριο 30 χλμ./ώρα: Μείωση θανατηφόρων τροχαίων κατά 40% αναφέρουν οι αρχές

Εφαρμόζεται στους μισούς δρόμους του Λονδίνου - Εξετάζεται η εφαρμογή του σε εθνικό επίπεδο
20mph
Από τον

Παύλο Καρατζά

15/9/2026

Πάνω από τους μισούς δρόμους του Λονδίνου έχει πλέον όριο ταχύτητας 20 μίλια (32 χιλιόμετρα) ανά ώρα και η Transport for London, ένας φορέας της τοπικής αυτοδιοίκησης, υπεύθυνος για το μεγαλύτερο μέρος του δικτύου μεταφορών στο Λονδίνο, επικαλείται στοιχεία που δείχνουν ότι το χαμηλότερο αυτό όριο ταχύτητας έχει μειώσει τα θανατηφόρα τροχαία κατά 40%, την ίδια ώρα που οι βουλευτές εξετάζουν αν η Αγγλία πρέπει να υιοθετήσει τα 20 μίλια ανά ώρα ως το προεπιλεγμένο όριο ταχύτητας σε εθνικό επίπεδο.

Σύμφωνα με την πολιτική “Safe Speeds” της TfL, η ταχύτητα παίζει ρόλο στα περίπου μισά θανατηφόρα τροχαία στο Λονδίνο, ενώ η πρόσκρουση με ταχύτητα 30 μίλια (48 χιλιόμετρα) ανά ώρα αυξάνει πέντε φορές τις πιθανότητες θανάτου σε σύγκριση με την πρόσκρουση με ταχύτητα 20 μίλια ανά ώρα.

Τα στοιχεία αυτά υποστηρίζουν την πολιτική “Vision Zero” του Δημάρχου, η οποία στοχεύει στο να μην υπάρξουν νεκροί ή σοβαρά τραυματίες στους δρόμους του Λονδίνου έως το 2041, και έχει οδηγήσει σε σταθερή επέκταση των ορίων ταχύτητας των 20 μίλια ανά ώρα σε ολόκληρη την πρωτεύουσα τις τελευταίες δύο δεκαετίες.

Επί του παρόντος, 166 μίλια (267 χιλιόμετρα) του οδικού δικτύου της TfL (περίπου οι μισοί δρόμοι της αγγλικής πρωτεύουσας) έχουν όριο ταχύτητας 20 μίλια ανά ώρα, ενώ τα δύο τρίτα των δήμων του Λονδίνου εφαρμόζουν πλέον το όριο αυτό στο μεγαλύτερο μέρος των δρόμων τους.

20mph

Η προγραμματισμένη επόμενη φάση στοχεύει στην επέκταση του ορίου σε τουλάχιστον 40 επιπλέον μίλια (64 χιλιόμετρα) έως το 2030, γεγονός που θα σημαίνει ότι πάνω από το 80% των δρόμων στο κεντρικό και εσωτερικό Λονδίνο θα έχουν όριο ταχύτητας 20 μίλια ανά ώρα.

Η αιτιολόγηση της επέκτασης αυτής βασίζεται σε μια μακροπρόθεσμη ανάλυση του αστικού ορίου ταχύτητας 20 μίλια ανά ώρα που εφαρμόστηκε σε δρόμους των δήμων μεταξύ 1989 και 2013. Η TfL διαπίστωσε μείωση κατά 40% των θανάτων σε αυτούς τους δρόμους (από 15 σε 9), σε σύγκριση με μείωση μόλις 7% των θανάτων σε άλλα σημεία του δικτύου των δήμων κατά την ίδια περίοδο.

Ο αριθμός των νεκρών ή των σοβαρά τραυματισμένων μειώθηκε κατά 34% (από 395 σε 260) στα προγράμματα που μελετήθηκαν, έναντι μείωσης 15% στο ευρύτερο οδικό δίκτυο, ενώ οι συγκρούσεις και τα θύματα συνολικά μειώθηκαν κατά 35% και 36% αντίστοιχα, σε σύγκριση με μείωση 12% αλλού. Η μείωση στον αριθμό των νεκρών παιδιών ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακή: 75%, από τέσσερις θανάτους σε έναν, έναντι μηδενικής μεταβολής σε άλλους δρόμους.

Η TfL απέρριψε επίσης την υπόθεση ότι τα χαμηλότερα όρια ταχύτητας βλάπτουν την ποιότητα του αέρα, παραπέμποντας σε έρευνα του Imperial College London που δείχνει ότι οι ζώνες των 20 μιλίων ανά ώρα δεν έχουν καθαρή αρνητική επίδραση στις εκπομπές καυσαερίων και ότι ο ομαλότερος τρόπος οδήγησης που παρατηρείται στις ζώνες των 20 μιλίων ανά ώρα – με λιγότερες απότομες επιταχύνσεις και επιβραδύνσεις – μειώνει στην πραγματικότητα τις εκπομπές σωματιδίων από τη φθορά των ελαστικών και των φρένων, σε σύγκριση με τις ζώνες των 30 μίλια ανά ώρα.

Στον αντίποδα, είναι αρκετά δύσκολο να κινείσαι στο κέντρο της πόλης με μοτοσυκλέτα με όριο τα 32 χιλιόμετρα ανά ώρα, καθώς λίγο περισσότερο να περιστρέψεις τον καρπό του δεξιού σου χεριού και θα είσαι πριν το καταλάβεις πάνω από το όριο. Αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να ελέγχεις συνεχώς το ταχύμετρο της μοτοσυκλέτας, που με τη σειρά του σημαίνει πως δεν θα έχεις όλη την προσοχή σου στον δρόμο. Αν συνυπολογίσουμε σ’ αυτό αυτοκίνητα, ηλεκτρικά πατίνια, πεζούς, φανάρια, άλλες μοτοσυκλέτες και διαβάσεις πεζών που πρέπει να έχουμε στο νου μας, η “καθημερινή αποστολή” γίνεται ακόμη πιο απαιτητική, ειδικά στην χώρα μας το όριο αυτό με βάση την οδηγική παιδεία που δεν έχουμε θα ήταν άκρως επικίνδυνο για τους μοτοσυκλετιστές.

Ο χρόνος επίσης που απαιτείται για να καλύψουμε την ίδια απόσταση αυξάνεται δραματικά. Για παράδειγμα αν θέλουμε να καλύψουμε μία απόσταση 20 χιλιομέτρων, αν πηγαίνουμε με 48 χλμ./ώρα θα χρειαστούμε 25 λεπτά, ενώ αν κινούμαστε με 32 χλμ./ώρα θα χρειαστούμε 37 λεπτά! Σίγουρα λοιπόν το μέτρο φαίνεται να δουλεύει όσον αφορά τα θανατηφόρα τροχαία, όμως υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες που πρέπει να εξεταστούν.