Giancarlo Morbidelli: Το τέλος μιας εποχής

Ζωή σαν κινηματογραφική ταινία!
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

11/2/2020

Μόλις χθες κυκλοφόρησε η είδηση για τον χαμό του Giancarlo Morbidelli, ενός ανθρώπου τόσο παθιασμένου με την μηχανολογία και τις μοτοσυκλέτες, που ουσιαστικά ζούσε και ανέπνεε γι' αυτές. Αυτό που ακολουθεί, είναι ένα μοναδικό αφιέρωμα στον ίδιο και την συλλογή του από τον συνάδελφο Alan Cathcart, ο οποίος είχε μια σχέση δυνατής φιλίας και εκτίμησης, γνωρίζοντας την ζωή και την προσωπικότητα του θρυλικού Ιταλού όσο κανείς άλλος…

 

Του Alan Cathcart

Φωτό: Alan Cathcart, Bonhams

 

Η ζωή του 85χρονου Morbidelli, που από το μηδέν έφτασε σε τεράστια περιουσία, μοιάζει με κινηματογραφική ταινία του Hollywood. Ήταν ένας από τους πολλούς αυτοδημιούργητους επιχειρηματίες με ταπεινό υπόβαθρο, που στις δεκαετίες του 60 και του '70 τροφοδότησε την οικονομική αναγέννηση της Ιταλίας μετά το Β' Π.Π. Γεννήθηκε το 1934 μέσα σε μια φτωχή οικογένεια στην περιοχή Marche της Ιταλίας. Ξεκίνησε να δουλεύει σε ηλικία 16 ετών σαν μαθητευόμενος, σε ένα εργοστάσιο που επισκεύαζε ξυλουργικά μηχανήματα για την βιομηχανία των επίπλων. Ήταν μία από τις δύο μηχανολογικές δραστηριότητες για τις οποίες είναι παγκοσμίως γνωστή η ιδιαίτερη πατρίδα του, το Pesaro, στις ακτές τις Αδριατικής. Η άλλη; Μα φυσικά οι μοτοσυκλέτες, μιας και είναι η πατρίδα της Benelli.

Αυτό εξηγεί και το πάθος του Giancarlo Morbidelli για τους αγώνες μοτοσυκλέτας, στους οποίους συμμετείχε από πολύ μικρή ηλικία, ακόμη και αφού ξεκίνησε την δική του εταιρεία με μηχανήματα στα τέλη της δεκαετίας του '50, με αρχικό κεφάλαιο μόλις 30.000 λιρέτες (περίπου 38 ευρώ!). Το να χρησιμοποιεί τις μηχανολογικές δεξιότητές του και αμέτρητες εργατοώρες για να ρυθμίσει τις μοτοσυκλέτες της Benelli και της τοπικής MotoBi κερδίζοντας πολλούς αγώνες, ήταν μια εκτόνωση για τον ίδιο, μετά τα "πέτρινα χρόνια" κατασκευής μηχανημάτων στην Morbidelli Woodworking Machines, που τον οδήγησαν στο να γίνει ένας από τους κορυφαίους της παγκόσμιας βιομηχανίας την δεκαετία του '80, με 300 υπαλλήλους που κατασκεύαζαν κορυφαία CNC μηχανήματα για εξαγωγή σε πάνω από 60 χώρες. Το 1997 ο Morbidelli πούλησε την εταιρεία του στους ανταγωνιστές του SCM από το Rimini (οι οποίοι συμπτωματικά έγιναν αργότερα οι ιδιοκτήτες της Bimota), οι οποίοι έχτισαν ένα καινούργιο εργοστάσιο έξω από το Pesaro. Έτσι, ο Giancarlo έμεινε με το εργοστάσιο που είχε μέσα στην πόλη, το οποίο στη συνέχεια το μετέτρεψε σε μουσείο μοτοσυκλέτας, ανοίγοντας τις πύλες του για το κοινό το 1999, με πάνω από 350 μοτοσυκλέτες ως εκθέματα που χρονολογούνται από το 1904, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και ολόκληρης της σειράς των αγωνιστικών GP της Morbidelli.

Οι αναβάτες με MBA πήραν τις εφτά από τις 10 πρώτες θέσεις στο πρωτάθλημα του 1978

Το όνειρο του Giancarlo ήταν πάντοτε να τρέξει με μια μοτοσυκλέτα που θα έφερε το όνομά του στο ρεζερβουάρ. Όταν το κατάφερε, τα αποτελέσματα που ήρθαν ήταν ανέλπιστα επιτυχή –ειδικά με δεδομένη την σχετικά "ταπεινή" μορφή της ομάδας του. Μετά την χορηγία του στην ομάδα του τοπικού εργοστασίου MotoBi στα μέσα της δεκαετίας του '60, ο Morbidelli έφτιαξε την πρώτη του δίχρονη αγωνιστική μοτοσυκλέτα το 1967, με κάρτερ και κιβώτιο από ένα Benelli 50cc, αλλά με δικό του κύλινδρο. Αυτό τον οδήγησε στο πρώτο αγωνιστικό Morbidelli GP 50cc, δικού του σχεδιασμού και κατασκευής, το 1969. Αυτή η μοτοσυκλέτα, μαζί με όλα τα γαλανόλευκα αγωνιστικά με τις περιστροφικές βαλβίδες, κατασκευάστηκαν εξολοκλήρου σε μια γωνιά του εργοστασίου ξυλουργικών μηχανημάτων στο Pesaro, μαζί με τα σχέδια σε ξύλο για τα καλούπια των χυτών του κινητήρα. Ως ένας άριστος, αυτοδίδακτος μηχανικός, ο Giancarlo έκανε μεγάλο μέρος της σχεδιαστικής δουλειάς μόνος του, όταν έβρισκε τον χρόνο, ενώ προσελάμβανε εξωτερικούς συνεργάτες-σχεδιαστές, όπως τον Franco Ringhini στην αρχή και τον Jőrg Müller στη συνέχεια, οι οποίοι αναλάμβαναν όλο το project. Υπάρχει μια (αληθινή) ιστορία, για το πώς το αφεντικό της αγωνιστικής ομάδας της Kawasaki επισκέφθηκε τα πιτς για να συγχαρεί το Morbidelli, μετά τη νίκη του Mario Lega επί των "πράσινων" θηρίων που του έφερε το πρωτάθλημα στην κατηγορία Wolrd 250GP το 1966. "Πόσους μηχανικούς έχει στο αγωνιστικό σου τμήμα κ. Morbidelli;", ρώτησε ευγενικά ο Ιάπωνας. "Κοίτα, συνήθως είμαστε τρεις, εκτός κι αν είμαι κι εγώ εκεί οπότε είμαστε τέσσερις", απάντησε ο άνθρωπος του οποίου η μοτοσυκλέτα μόλις είχε νικήσει το καμάρι της Ιαπωνίας, κερδίζοντας τον παγκόσμιο τον τίτλο στα 250cc…

Πολλές φορές, ανάμεσα στο 1969 και το 1983, τα δίχρονα Morbidelli συμμετείχαν σε κάθε κατηγορία των GP, από τα 50 ως τα 500cc, έχοντας στην διάθεσή τους τα καλύτερα εξαρτήματα, όπως εκκεντροφόρους της Hoeckle, έμβολα της Mahle και κυλίνδρους με επίστρωση Nikasil, όλα φτιαγμένα στην Γερμανία και σχεδιασμένα από τον Morbidelli.

Μετά τον τραγικό χαμό του Gilberto Parlotti, ο οποίος πέθανε μετά από πτώση με το δικύλινδρο Morbidelli στην βροχή το 1972 στο Isle of Man TT (και ενώ ηγούνταν του πρωταθλήματος στα 125GP), οι μοτοσυκλέτες του Giancarlo κέρδισαν έξι παγκόσμιους τίτλους σε επίπεδο αναβατών με το λογότυπο της Morbidelli και της MBA (Morbidelli Benelli Armi). Οι ρέπλικες των ιδιωτών που κυριάρχησαν στους αγώνες των 125GP για πάνω από μία δεκαετία –οι αναβάτες με MBA πήραν τις εφτά από τις 10 πρώτες θέσεις στο πρωτάθλημα του 1978- κατασκευάστηκαν στο πρώην εργοστάσιο όπλων της Benelli, το οποίο βρισκόταν ακριβώς δίπλα από το ιστορικό εργοστάσιο μοτοσυκλετών. Πέντε από αυτούς του τίτλους ήρθαν στην κατηγορία των 125cc και ένας στην κατηγορία των 250cc, με αναβάτες τους Paolo Pileri (1975), Paerpaolo Bianchi (1976-77 & 1980), Mario Lega (1977, 250GP) και τον Eugenio Lazzarini (1978), έναν έμπορο μοτοσυκλετών από το Pesaro, του οποίου το μαγαζί απείχε 200 μέτρα από την κεντρική πύλη του εργοστασίου της Morbidelli –που αργότερα μετατράπηκε σε μουσείο Morbidelli.

Πράγματι, οι εργοστασιακοί αναβάτες του Morbidelli ήταν σχεδόν όλοι από την περιοχή. Όχι μόνο ο Lega (του οποίου η καθημερινή δουλειά ήταν τεχνικός τηλεπικοινωνιών), αλλά και ο διάδοχός του στο δικύλινδρο 250 και στην συνέχεια στο τετρακύλινδρο 500, το οποίο έφτιαξε ο Giancarlo ειδικά γι' αυτόν το 1979 και το 1981. Ο Graziano Rossi ήταν δάσκαλος σε ένα δημοτικό σχολείο στο Pesaro, ο οποίος κέρδισε τρία GP με το Morbidelli, τερματίζοντας τρίτος στο πρωτάθλημα των 250cc το 1979, αλλά στις μέρες μας είναι πιο γνωστός ως ο πατέρας του Valentino! Μια γενναία απόπειρα να αντιμετωπίσουν τους Ιάπωνες στη κατηγορία των 500GP, είχε ως αποτέλεσμα μια από τις πιο ψαγμένες αγωνιστικές μοτοσυκλέτες των GP που έκανε το ντεμπούτο της στα χέρια του Rossi το 1979. Ήταν ο square four (τετράγωνος τετρακύλινδρος) Morbidelli με τις περιστροφικές βαλβίδες, με το monocoque αλουμινένιο πλαίσιο (από το 1981 και μετά). Η συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα, είχε κι αυτή σχεδιαστεί και κατασκευαστεί εξολοκλήρου στο Pesaro και παρά το γεγονός ότι συμμετείχε μόνο σε παγκόσμιο επίπεδο για δύο σεζόν, απέδειξε την αξία του κερδίζοντας δύο αγώνες του ιταλικού πρωταθλήματος στα 500cc το 1982, απέναντι σε ιαπωνικές μοτοσυκλέτες ιδιωτών.

Στο τέλος εκείνης της χρονιάς, ο Morbidelli εγκατέλειψε τους αγώνες μοτοσυκλετών, όχι γιατί έπαψε να είναι ερωτευμένος με τις μοτοσυκλέτες, αλλά επειδή ο γιος του Gianni, γεννημένος το 1968, είχε ξεκινήσει μια δική του αγωνιστική καριέρα στα αυτοκίνητα. Όπως ήταν φυσικό, ο πατέρας του εστίασε όλες τους τις προσπάθειες για να τον βοηθήσει να φτάσει στην κορυφή, συμπεριλαμβανομένης και της κατασκευής ενός μονοκύλινδρου κινητήρα 125cc με βαλβίδες reed, που βοήθησε τον Gianni να πάρει τον τίτλο στο ιταλικό πρωτάθλημα καρτ το 1986, αλλά και την δεύτερη θέση στον αγώνα του παγκοσμίου πρωταθλήματος εκείνης της χρονιάς, που έγινε στο πάρκινγκ του Caesar's Palace στο Laz Vegas.

Με τον πατέρα του ως μάνατζερ και ως σύμβουλο, ο Morbidelli Junior μεταπήδησε σε αγώνες με κανονικά αυτοκίνητα ενώ ήταν ακόμη έφηβος, κατακτώντας το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα F3 το 1989, και στην συνέχεια έγινε οδηγός εξέλιξης για την Ferrari στην F1. Το ντεμπούτο του στους αγώνες της F1 το έκανε το 1990 με την Minardi, πριν επιστρέψει ως δανεικός στην Ferrari για να αντικαταστήσει τον πρόσφατα απολυμένο, Alain Prost. Τους πρώτους του βαθμούς τους μάζεψε στην Αυστραλία το 1991 και κατά την διάρκεια της οκτάχρονης καριέρας του στην F1, με 67 εκκινήσεις, οδήγησε για λογαριασμό της Minardi, της Footwork Arrows, της Sauber και της Ferrari, με καλύτερο τερματισμό την τρίτη θέση στο GP της Αδελαΐδας. Αυτή την στιγμή τρέχει για λογαριασμό της VW με αυτοκίνητα GT, αφού πέρασε για ένα φεγγάρι από την Volvo και το βρετανικό πρωτάθλημα τουρισμού.

Στην πραγματικότητα, η σύνδεση Ferrari-Morbidelli είχε θεμελειωθεί δύο δεκαετίες νωρίτερα, όπως μου αποκάλυψε ο ίδιος ο Giancarlo κατά την διάρκεια μιας επίσκεψής μου, όταν τον ρώτησα γιατί τα κάρτερ των κινητήρων της Morbidelli είχαν ένα χυτό έμβλημα με το ανορθωμένο άλογο στο εσωτερικό τους. "Ο Enzo Ferrari κι εγώ είχαμε γίνει φίλοι", μου απάντησε. "Είχε πάθος με τους αγώνες μοτοσυκλέτας, γιατί στις αρχές της δεκαετίας του '30 η Scuderia Ferrari αγωνίστηκε με κινητήρες της βρετανικής Rudge, τόσο σε αγώνες μοτοσυκλετών, όσο και σε αγώνες αυτοκινήτων, και ο Enzo πίστευε ότι αποτελούσαν ένα εξαιρετικό πεδίο εκπαίδευσης για τους οδηγούς αγώνων –τρεις από τους πιο επιτυχημένους του οδηγούς, ο Tazio Nuvolari, o Achelle Varzi και ο Piero Taruffi, όλοι έτρεξαν με μοτοσυκλέτες πριν σταρφούν στα αυτοκίνητα. Προσφέρθηκε να χυτεύσει όλα τα κάρτερ μας στο εργοστάσιο στο Maranello, όπου χρησιμοποιούσαν μόνο τις πιο σύγχρονες μεθόδους και τα καλύτερα υλικά. Φυσικά δέχθηκα και ήταν πραγματικά τιμή για εμένα, αλλά και ευχαρίστηση γι' αυτόν, το ότι είχαμε τόσες επιτυχίες με κινητήρες που είχε συμβάλλει στην κατασκευή τους και που κουβαλούσαν "το αλογάκι" του πάνω τους."

Με την καριέρα του γιου του Gianni να έχει μπει σε μια σειρά, ο πατέρας Morbidelli μπορούσε να επιστρέψει στο να κάνει αυτό που ευχαριστιόταν περισσότερο: να δίνει μορφή στον καταιγισμό ιδεών του μυαλού του για τους δύο και τους τέσσερις τροχούς. Όπως τον δίχρονο κινητήρα των 22cc με τις βαλβίδες reed που έφτιαξε ο Giancarlo, για να εξοπλίσει το ποδήλατο που χρησιμοποιούσε για να κινείται μέσα στο εργοστάσιο του Pesaro, χωρίς να χρειάζεται να κάνει πολύ πετάλι. Ο κινητήρας αυτός κατασκευάστηκε αργότερα σε χιλιάδες κομμάτια στην Ινδία, υπό την επωνυμία της Mosquito, αφού πούλησε τα σχέδιά του στην εταιρεία. Ή την παραλλαγή με τον έναν εκκεντροφόρο επικεφαλής που σχεδίασε για το δικύλινδρο Fiat Panda της γυναίκας του, το οποίο ο Giancarlo θεωρούσε πολύ ασθενικό, όταν ανέβαινε το λόφο για το πανέμορφο ανακαινισμένο αρχοντικό του 18ου αιώνα στο Pesaro που είχαν για σπίτι τους. Σχεδίασε ένα δικό του σύστημα για τον μονό εκκεντροφόρο με κίνηση μέσω ιμάντα και στην συνέχεια πούλησε την πατέντα σε έναν ιταλικό βελτιωτικό οίκο, ο οποίος το πούλησε με μεγάλη επιτυχία ως aftermarket κιτ. Μια ακόμη ιδέα του, ήταν το πρώτο αυτοκίνητο Morbidelli, με ένα δίλιτρο, V6 δίχρονο κινητήρα με βαλβίδες reed, που σχεδίασε το 1983 για να τρέξει στην Formula 2 με πλαίσιο της Dallara. Δυστυχώς, η εξέλιξή του εγκαταλείφθηκε με την κατάργηση της κατηγορίας F2 –όμως, οι μηχανικοί του φίλου του Enzo Ferrari είχαν εντυπωσιαστεί πολύ που δοκίμασαν να φτιάξουν το δικό τους δίχρονο V6.

Υπάρχουν όμως κι άλλα. Όπως ο τετράχρονος κινητήρας των 30cc με τις περιστροφικές βαλβίδες και τον "σταυρωτό" μηχανισμό τους, τον οποίο δημιούργησε ο Giancarlo για ένα σούπερ οικονομικό μοτοποδήλατο. Ήταν και το πρωτοποριακό κιβώτιο με αλλαγές μέσω paddles που σχεδίασε για το F1 της Minardi το 1991, όταν έτρεχε ο γιος του μαζί τους. Ή ο αυτορυθμιζόμενος V12 κινητήρας για ένα από τα επιτυχημένα αυτοκίνητα της Jaguar (που πάντα οδηγούσε όλα αυτά τα χρόνια), ο οποίος απέδιδε 20% περισσότερη δύναμη και 10% παραπάνω ροπή. Το πάθος του Giancarlo για την βρετανική μάρκα είναι ο λόγος που το Morbidelli V8 έφερε το έμβλημα του τζάγκουαρ που πηδάει! Ένα ακόμη είναι οι ρέπλικες των αγωνιστικών, τετρακύλινδρων, Benelli 350/500GP, όπου ο Morbidelli είχε βοηθήσει σε μεγάλο βαθμό τον Βρετανό George Beale να κατασκευάσει, με το σκεπτικό ότι οι ταλαιπωρημένες αυθεντικές μοτοσυκλέτες πρέπει να εκτίθενται σε μουσεία, αλλά τα πιστά αντίγραφα πρέπει να φτιάχνονται και να τρέχουν σε αγώνες, έτσι ώστε το σύγχρονο κοινό να βιώσει την εμπειρία του να δει και να ακούσει τέτοιες μοτοσυκλέτες εν δράσει. Επίσης, ήταν και οι κινητήρες Matchless G50 με την εξαιρετικά κοντή διαδρομή που εξελίχθηκαν για αγώνες με κλασικές μοτοσυκλέτες, και πάλι σε συνεργασία με τον Beale. Τέλος, συμπεριλαμβάνονται και όλες οι ιστορικές μοτοσυκλέτες που ανακάλυπτε με μεγάλη επιτυχία για το μουσείο του και συχνά τις ανακατασκεύαζε προσωπικά, με την βοήθεια δύο μηχανικών που συνέχιζε να απασχολεί, οι οποίοι στο παρελθόν είχαν κατασκευάσει τα νικηφόρα αγωνιστικά του για τα GP.

Και ξαφνικά, μόνο και μόνο επειδή βαρέθηκε στις διακοπές του (καταλαβαίνετε…), το 1994 ο Giancarlo Morbidelli σχεδίασε μια μοτοσυκλέτα V8 με 850cc και την έβαλε στην παραγωγή. Στην συνέχεια ξεκίνησε τον σχεδιασμό ενός V12 750cc, πριν τον χτυπήσει ξαφνικά η ασθένεια, χωρίς να προλάβει να το ολοκληρώσει. Το υγρόψυκτο, με τους τέσσερις εκκεντροφόρους και τις 32 βαλβίδες V8 Morbidelli των 847 κυβικών, προοριζόταν να γίνει το απόλυτο sport touring, αλλά δεν είχε τόσο καλό ξεκίνημα στην πορεία του, εξαιτίας του αμφιλεγόμενου σχεδιασμού του πρωτότυπου, από τον διάσημο σχεδιαστή αυτοκινήτων Pininfarina. Για να το λύσει αυτό, ο Giancarlo Morbidelli ανέθεσε το project στην γειτονική Bimota, η οποία του παρέδωσε μια πολύ πιο εκλεπτυσμένη και κλασική στην εμφάνιση μοτοσυκλέτα, που ταίριαζε στον σχεδιασμό του κινητήρα. Δυστυχώς, μόνο ένα πρωτότυπο και τρεις μοτοσυκλέτες παραγωγής φτιάχτηκαν, πριν σταματήσει το project το 1998, αφού ο Morbidelli πούλησε την εταιρεία του με την κατασκευή εργαλειομηχανών. Αυτό συμπεριελάμβανε –για λογιστικούς λόγους- και τα δικαιώματα του V8 κινητήρα, μαζί με όλα τα μηχανήματα γι' αυτό. Μετά την "επώδυνη" εμπειρία τους από την Bimota, οι νέοι ιδιοκτήτες της SCM δεν είχαν ενδιαφέρον για τις μοτοσυκλέτες, οπότε το πλάνο βυθίστηκε στο σκοτάδι. Όντας ο μοναδικός δημοσιογράφος που του επετράπη να οδηγήσει το V8 –με τον Giancarlo να επιμένει να οδηγήσει το αυτοκίνητο των φωτογράφων, με τον Kel Edge (τον φωτογράφο μου) να κρέμεται έξω από το Jaguar XJ8 για να με τραβήξει φωτογραφίες- μπορώ να επιβεβαιώσω ότι πρόκειται για μια τεράστια χαμένη ευκαιρία για τον κόσμο της μοτοσυκλέτας.

Χωρίς να έχει να διευθύνει κάποια εταιρεία πλέον, το διαρκές πάθος του Giancarlo Morbidelli για τις μοτοσυκλέτες, τον οδήγησε να ανοίξει το Μουσείο Morbidelli στο πρώην εργοστάσιο στην Via Fermo στο Pesaro, μετατρέποντας τα παλιά κτήρια έτσι ώστε να φιλοξενήσουν της συνεχώς αυξανόμενη συλλογή του από ιστορικές μοτοσυκλέτες, με το πρώην αγωνιστικό του αρχηγείο σε εργαστήρι ανακατασκευών. Το 1999 άνοιξε τις πόρτες στο κοινό, και ενώ τα ιταλικά αγωνιστικά κατέλαβαν την μερίδα του λέοντος στις εγκαταστάσεις, κατά κύριο λόγο με τα εκπληκτικά αγωνιστικά του Morbidelli σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο, η συλλογή των άνω των 350 μοτοσυκλετών σε έκταση 3.000 τετραγωνικών μέτρων συμπεριλάμβανε δείγματα από όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων πολλών πρωτότυπων και μοναδικών κατασκευών.

Είναι λοιπόν ακόμη πιο σκληρό ότι ένας τέτοιος ανήσυχος, δημιουργικός και ηπίων τόνων άνθρωπος, όπως ο Giancarlo Morbidelli, χτυπήθηκε από τη νόσο του Alzheimer, στη δύση ενός παραγωγικού βίου. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι πρόκειται για μία τραγωδία, που οδήγησε στο κλείσιμο του Μουσείου Morbidelli και στην ρευστοποίηση της συλλογής, για τον απλούστατο λόγο ότι ο Giancarlo το δημιούργησε προσωπικά και ήταν υπεύθυνος να επιβλέπει τα πάντα σχεδόν μόνος του. Με την δημοτική αρχή του Pesaro να είναι είτε ανίκανη είτε απρόθυμη να βοηθήσει στην διατήρησή του, επιβάλλοντας διαρκώς δημοτικά τέλη για τις εγκαταστάσεις ακόμη και μετά το κλείσιμο του μουσείου πριν από έναν χρόνο, η οικογένεια Morbidelli και ειδικά ο γιος του Gianni και η κόρη του Letizia, θεώρησαν ότι δεν έχουν άλλη επιλογή από το να κλείσουν το Μουσείο και να πουλήσουν τα εκθέματα.

Αφού δέχθηκαν πολλές προσφορές από διάφορους οίκους δημοπρασιών, η οικογένεια Morbidelli επέλεξε τον βρετανικό οίκο Bonhams για την δημοπρασία, η οποία θα γίνει σε δύο ξεχωριστές ημερομηνίες. Αυτό συμβαίνει γιατί απαιτούνται άδειες εξαγωγής για τις 70 συν μοτοσυκλέτες της συλλογής, κατασκευής πριν το 1945, κάτι που δεν συμβαίνει με τα μεταπολεμικά μοντέλα. Οτιδήποτε είναι κατασκευασμένο πάνω από 75 χρόνια πριν, πρέπει να διαθέτει άδεια εξαγωγής για να βγει από τη χώρα, ακόμη και αν προορίζεται για χώρα-μέλος της Ε.Ε. Τον περασμένο Ιούλιο, οι μεταπολεμικές μοτοσυκλέτες φορτώθηκαν σε τέσσερα μεγάλα βρετανικά φορτηγά και οδηγήθηκαν στις άκρως απόρρητες αποθήκες της Bonhams κάπου στην Μ. Βρετανία. Παραμένουν εκεί από τότε, σε ελεγχόμενες συνθήκες, μαζί με έργα τέχνης, έπιπλα αντίκες και κοσμήματα, ενώ ο ντόρος που δημιουργήθηκε από τα νέα της αναχώρησής τους από την Ιταλία, ξέσπασε ανεξέλεγκτα. Ειδικά ο Gianni Morbidelli δέχθηκε έντονες επικρίσεις που έφτασαν στο σημείο της παράνοιας, με πολύ προσβλητικές κατηγορίες που προήλθαν από αυτοανακηρυγμένους θεματοφύλακες της ιταλικής κληρονομιάς, οι οποίοι διαμαρτύρονταν για την εξαγωγή στο εξωτερικό της μεγαλύτερης ιδιωτικής συλλογής μοτοσυκλετών της Ιταλίας. Επιλέγοντας να μην ρίξει λάδι στη φωτιά, ο Gianni αρνήθηκε να δώσει συνέντευξη για το συγκεκριμένο άρθρο και το θέμα της πώλησης, πέρα από το να τονίσει ότι ήταν απόλυτα τυπικός και ακολούθησε κάθε νόμιμη διαδικασία, για να πουληθούν τα εκθέματα του Μουσείου στην Μ. Βρετανία.

Είναι πλέον επιβεβαιωμένο από την Bonhams ότι στις 25-26 Απριλίου φέτος, κατά την διάρκεια του Stafford Classic Bike Show, οι πρώτες 313 μοτοσυκλέτες, από άριστα ανακατασκευασμένα μέχρι ημιτελή πρωτότυπα και σκουριασμένα ευρήματα που συνέλλεξε ο Morbidelli μέσα σε 40 χρόνια, θα βγουν σε δημοπρασία στο ετήσιο Spring Sale της Bonham (www.bonhams.com/auctions/26111/). Αν και η οικογένεια έχει στην κατοχή της την συντριπτική πλειοψηφία των αγωνιστικών μοτοσυκλετών του Μουσείου, έχει δώσει στην δημοσιότητα δύο δείγματα αυτών που θα βγουν για πώληση, όπως τα οδηγούσαν δύο από τους πιο επιτυχημένους αναβάτες στην Ιστορία των GP, ο ένας με 15 παγκόσμιους τίτλους και ο άλλος με 13 (ή όπως επιμένει, 12 + 1). Το ένα είναι το Morbidelli 125GP του 1974 (η Bonhams υπολογίζει να το πουλήσει μεταξύ 80.000 και 120.000 λίρες, δηλαδή από 95.000 ως 142.000 ευρώ) που οδηγούσε ο "τεράστιος" Angel Nieto κατακτώντας εκείνη την χρονιά την δεύτερη θέση στο ισπανικό και γερμανικό GP εκείνης της χρονιάς, στην μοναδική του χρονιά με το ιταλικό εργοστάσιο. Το δεύτερο είναι το πρώτο Morbidelli 250GP με το οποίο ο Giacomo Agostini έκανε μία και μοναδική εμφάνιση τον Αύγουστο του 1976 στο Misano, τερματίζοντας δεύτερος (υπολογισμένη τιμή 70.000 ως 118.500 ευρώ).

Δεν αποτελεί έκπληξη, ότι η συλλογή του Μουσείου Morbidelli διαθέτει πολλά ιστορικά Benelli, τα οποία επειδή κατασκευάστηκαν στο Pesaro αποτελούσαν άλλο ένα μεγάλο πάθος του Giancarlo. Το κορυφαίο αυτών είναι το μονοκύλινδρο 250 με τους δύο εκκεντροφόρους με το οποίο ο Dario Ambrosini πήρε το παγκόσμιο πρωτάθλημα το 1950, μαζί με το τετρακύλινδρο 250 που οδήγησε και έχει υπογράψει ο δις παγκόσμιος πρωταθλητής Tarquino Provini.

Παρ' όλα αυτά, αναμφίβολα το μεγαλύτερο "κόσμημα" σε ολόκληρη τη συλλογή του Μουσείου Morbidelli, δεν έχει κατασκευαστεί στο Pesaro, αλλά 150 χιλιόμετρα πιο βορειοδυτικά, στην Bologna. Είναι το μοναδικό τετρακύλινδρο Ducati 125 GP του 1964, για το οποίο η Bonhams υπολογίζει συντηρητικά ότι θα πουληθεί μεταξύ 475.000 και 712.000 ευρώ –αφού πολλοί θεωρούν ότι θα είναι η πρώτη μοτοσυκλέτα του ενός εκατομμυρίου στην δημοπρασία, παρά το ότι είναι μια πρωτότυπη μοτοσυκλέτα που δεν έτρεξε ποτέ. Φτιαγμένη από τον αρχι-μηχανολόγο της Ducati, Ing. Fabio Taglioni, αφού αποσύρθηκε μετά τις αρχικές δοκιμές, η μοτοσυκλέτα εξαφανίστηκε από το προσκήνιο για πολλές δεκαετίες, πριν εκτεθεί ο κινητήρας της σε ένα τεχνολογικό μουσείο στο πάλαι ποτέ Leningrad.

Διεκδικώντας τον και τελικά αγοράζοντάς τον για να το φέρει πίσω στην Ιταλία το 1989, ο Giancarlo Morbidelli κατάφερε να τον παντρέψει με το αυθεντικό πλαίσιο, το οποίο εν τω μεταξύ είχε επανεμφανιστεί στην πρώην Γιουγκοσλαβία, στην σημερινή Κροατία! Ο Giancarlo ολοκλήρωσε την ανακατασκευή του θρυλικού Ducati 125 το 2000 και του άρεσε να το βάζει μπροστά προς τέρψη των επισκεπτών του Μουσείου, αλλά δεν το έβαλε ποτέ σε πίστα για να το δείξει εν δράσει. Υπάρχουν επίσης πολλά σπάνια και σημαντικά μοντέλα από άλλους κατασκευαστές –κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά από Ιταλούς- που θα βγουν προς πώληση.

Τα αντικείμενα της συλλογής του Μουσείου Morbidelli που επίσης θα αποσταλούν στην Bonhams συμπεριλαμβάνουν μια μεγάλη σειρά από μοτοσυκλετιστικά αναμνηστικά, όπως η προσωπική συλλογή βιβλίων του Giancarlo, τρόπαια, πινακίδες και άλλα τέτοια αντικείμενα, ενώ αναμένεται ότι η Bonhams θα αφιερώσει μια ολόκληρη μέρα στην πώλησή τους. Ο Ben Walker, Διεθνής Διευθυντής για Μοτοσυκλέτες Συλλεκτών δήλωσε: "Είμαστε πολύ υπερήφανοι που μας εμπιστεύθηκαν την πώληση αυτής της εκπληκτικής συλλογής, η οποία συγκεντρώθηκε με μεγάλη προσοχή για 40 ολόκληρα χρόνια, από τον Giancarlo Morbidelli. Οι ανακατασκευές του είναι μοναδικές –ήταν επίμονος με την λεπτομέρεια. Αυτό γίνεται ξεκάθαρο όταν αντικρύζεις την μεγαλύτερη ιδιωτική συλλογή μοτοσυκλετών που θα πουληθεί από την Bonhams, και η πλειοψηφία τους θα δημοπρατηθεί με την ένδειξη "No reserve" (σ.σ. θα πουληθεί δηλαδή ανεξάρτητα από την τιμή που θα πιάσει), κάτι που είναι πολύ συναρπαστικό για τους αγοραστές. Θα είναι μια μοναδική ευκαιρία για συλλέκτες μοτοσυκλετών από όλο τον κόσμο, να "χτυπήσουν" μερικά μοναδικά αντικείμενα. Ανυπομονούμε να πουλήσουμε αυτό το υπέροχο κομμάτι της μοτοσυκλετιστικής Ιστορίας στο Stafford τον Απρίλιο."

 

Η ιστορική εκστρατεία των “Τριών Όχι” κατά της μοτοσυκλέτας στην Ιαπωνία

Μην βγάζεις άδεια οδήγησης μοτοσυκλέτας, μην αγοράζεις μοτοσυκλέτα, μην οδηγείς μοτοσυκλέτα
Η καμπάνια των Τριών Όχι
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

26/2/2026

Ποιος θα περίμενε πως η Ιαπωνία των τεσσάρων μεγάλων κατασκευαστών, Honda, Yamaha, Suzuki και Kawasaki, θα αποθάρρυνε για τρεις δεκαετίες την επαφή των νέων με τη μοτοσυκλέτα, με μια ιδιαίτερα επιτυχημένη καμπάνια στα σχολεία, που έγινε γνωστή ως το Κίνημα / η Καμπάνια των Τριών Όχι: Μην βγάζεις άδεια οδήγησης μοτοσυκλέτας, μην αγοράζεις μοτοσυκλέτα, μην οδηγείς μοτοσυκλέτα. Μια καμπάνια που συνεχιζόταν σε πολλές περιφέρειες της χώρας, μέχρι και το 2012…

Η εκστρατεία “Tρία Όχι” (κυριολεκτικά “Κίνημα των Τριών Όχι”) ήταν μια εκτεταμένη πρωτοβουλία που εστίασε στα σχολεία της Ιαπωνίας, ξεκίνησε περίπου το 1982 και στόχευε στη δραστική μείωση των ατυχημάτων με μοτοσυκλέτες μεταξύ μαθητών λυκείου, αποθαρρύνοντας -και συχνά απαγορεύοντας- τη χρήση μηχανοκίνητων δίτροχων.

Η εκστρατεία αποτέλεσε απάντηση στη ραγδαία αύξηση των παπιών, scooter και μοτοσυκλετών κατά τη δεκαετία του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980, η οποία οδήγησε σε έξαρση των τροχαίων ατυχημάτων και στη δημιουργία των γνωστών συμμοριών μοτοσυκλέτας γνωστών ως Bosozoku.

Η γέννηση των τριών όχι

Bosozoku

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το ποιος ήταν υπεύθυνος για την καμπάνια αποθάρρυνσης των νέων να ασχοληθούν με τη μοτοσυκλέτα, καθώς αυτή ξεκίνησε γύρω στο 1982 ως κίνημα βάσης (grassroots), που συχνά επιβαλλόταν από τις σχολικές αρχές, τα συνδικάτα εκπαιδευτικών και τις ενώσεις γονέων (PTA), και όχι ως κεντρική εντολή από την κυβέρνηση! Να πούμε εδώ πως η καμπάνια είχε αρχικά στόχο και το αυτοκίνητο, αν και το περισσότερο επικίνδυνο προφίλ της μοτοσυκλέτας έστρεψε τους υπεύθυνους κυρίως εναντίον των δυο τροχών.

Bosozoku

Η εκστρατεία των τριών όχι αποδείχθηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική στον περιορισμό της οδήγησης μοτοσυκλέτας από εφήβους, συμβάλλοντας σε απότομη πτώση της δημοτικότητας των μοτοσυκλετών στις νεότερες γενιές της Ιαπωνίας και σε αντίστοιχη πτώση στις πωλήσεις μοτοσυκλετών στο εσωτερικό της χώρας. Την ίδια ώρα οι 4 μεγάλοι κατασκευαστές μοτοσυκλετών της Ιαπωνίας γνώριζαν μεγάλες δόξες, κυρίως στο εξωτερικό, με τα μοντέλα τους.

Οι επικριτές της καμπάνιας υποστήριξαν -δικαίως κατά τη γνώμη μας- ότι η πολιτική των τριών όχι ενθάρρυνε την άκριτη υπακοή, περιόριζε την ελευθερία των νέων και δεν παρείχε ουσιαστική εκπαίδευση για ασφαλή οδήγηση, ενώ παράλληλα απέκλειε τη νέα γενιά από όλα τα πλεονεκτήματα της οδήγησης μοτοσυκλέτας.

Η εκστρατεία διήρκεσε για δεκαετίες, αλλά άρχισε να χάνει αρκετή από τη δημοτικότητά της τη δεκαετία του 2000, όμως η οριστική της απόρριψη πήρε πολύ παραπάνω, με την καμπάνια να παίρνει επίσημα τέλος μόλις το 2017, για να αντικατασταθεί από σεμινάρια και σχολές ασφαλούς οδήγησης.

Υπεύθυνοι κατασκευαστές, συντηρητική κοινωνία

Road safety, Japan

Αξίζει να σημειωθεί πως αν η καμπάνια των τριών όχι ξεκίνησε το 1982, οι Ιάπωνες κατασκευαστές μοτοσυκλετών όπως η Honda και η Yamaha είχαν ξεκινήσει να ασχολούνται με την ασφαλή οδήγηση μοτοσυκλέτας πολύ πιο πριν, και συγκεκριμένα κατά τη δεκαετία του 1970, ενώ και το ιαπωνικό κράτος θέσπισε νόμους για την ασφάλεια των αναβατών μοτοσυκλέτας.

Συγκεκριμένα, το 1975 εισήχθησαν ξεχωριστές άδειες οδήγησης μοτοσυκλέτας στην Ιαπωνία, ανάλογα με τον κυβισμό του κινητήρα, ενώ η χρήση κράνους κατέστη υποχρεωτική σε όλους τους δρόμους, ενώ προηγουμένως ίσχυε μόνο στους αυτοκινητοδρόμους.

The nicest people

Η Honda, η οποία είχε αναπτύξει σημαντικά τη δραστηριότητά της και ήταν δημοφιλέστατη και στο εσωτερικό της χώρας, αντιμετώπισε το ζήτημα με την πεποίθηση ότι η υγιής ανάπτυξη της μοτοσυκλετιστικής κουλτούρας και η διάδοση γνώσεων και τεχνικών ασφαλούς οδήγησης αποτελούσαν το κλειδί για την πρόληψη των ατυχημάτων. Έτσι, το 1970 ξεκίνησε τις δικές της δραστηριότητες προώθησης οδικής ασφάλειας.

Soichiro Honda

Από την αρχή του "Κινήματος των Τριών Όχι", ο ιδρυτής της Honda Motor Co., Soichiro Honda, έγραψε στο βιβλίο του «My Hands Speak» ότι: "αντί να απομακρύνουμε τις μοτοσυκλέτες από τους μαθητές λυκείου στο όνομα της εκπαίδευσης, δεν θα έπρεπε η σχολική εκπαίδευση να αφορά τη διδασκαλία των κανόνων και των κινδύνων της οδήγησης μοτοσυκλέτας;"

Για την περαιτέρω ενίσχυση της ασφαλούς οδήγησης, η Honda ίδρυσε το 1973 το Motor Recreation Promotion Center, με στόχο την προώθηση “υγιών τρόπων οδήγησης”. Οι πρωτοβουλίες αυτές αντικατόπτριζαν την πρόθεση της Honda να αναλάβει την ευθύνη που της αναλογούσε απέναντι στην ασφάλεια των πελατών της.

TL

Την ίδια χρονιά παρουσιάστηκε το πρώτο ιαπωνικό trial μοντέλο, Honda Bials TL125. Στο πλαίσιο της διάδοσης του μηχανοκίνητου αθλητισμού, η Honda δημιούργησε περισσότερα από είκοσι Bials Parks σε όλη την Ιαπωνία, όπου μπορούσαν να διεξάγονται αγώνες trial με έμφαση στην τεχνική οδήγηση και όχι στην ταχύτητα. Παράλληλα, κατασκευάστηκαν πάρκα ασφάλειας σε διάφορες περιοχές της χώρας ως χώροι για την ασφαλή απόλαυση του motocross. Με αυτά τα βήματα, η Honda επιδίωξε να διευρύνει τη βάση μιας υγιούς μοτοσυκλετιστικής κουλτούρας, αποστασιοποιημένης από την επικίνδυνη οδήγηση και τους bosozoku που σπίλωναν την εικόνα της μοτοσυκλέτας στην Ιαπωνία, και με τη συντηρητική προσέγγιση της κοινωνίας οδήγησαν στην καμπάνια των τριών όχι.

Το 1975, η Honda εγκαινίασε το σύστημα Safety Sports Shop (SSS) στα καταστήματα μοτοσυκλετών της. Οι αντιπρόσωποι SSS παρείχαν υπηρεσία επιλογής κατάλληλου μοντέλου για κάθε πελάτη, βάσει κριτηρίων που αξιολογούσαν την εμπειρία και τις δεξιότητες οδήγησής του. Παράλληλα η εταιρεία διοργάνωνε σεμινάρια ασφαλούς οδήγησης σε όλη τη χώρα, τα οποία προωθούσαν την οδική ασφάλεια. Επιπλέον, δημιουργήθηκαν πολυάριθμες λέσχες σε όλη την Ιαπωνία, κυρίως από αντιπροσωπείες, οι οποίες συγκεντρώνονταν μία φορά τον χρόνο στην πίστα της Suzuka, προσφέροντας ευκαιρίες στους φίλους της μοτοσυκλέτας να βρεθούν μαζί και να απολαύσουν οδήγηση σε ένα ασφαλές περιβάλλον.

Honda Motorcyclist school

Το 1978 η ίδια εταιρεία ξεκίνησε τα προγράμματα Honda Motorcyclist School (HMS), που απευθύνονταν σε χρήστες μεσαίων και μεγάλων μοτοσυκλετών για την εκμάθηση τεχνικών ασφάλειας και σωστής οδικής συμπεριφοράς. Τα μαθήματα πραγματοποιούνταν σε κέντρα κυκλοφοριακής αγωγής στη Suzuka, στην Okegawa και στη Fukuoka. Το μονοήμερο αυτό σχολείο επεκτάθηκε αργότερα σε εθνικό επίπεδο και διοργανωνόταν από αντιπροσώπους και γραφεία πωλήσεων της Honda, συμπεριλαμβανομένων των διανομέων, απευθυνόμενο και σε όσους σχεδίαζαν να οδηγήσουν σκούτερ ή οικογενειακά δίκυκλα.

Yamaha

Από τη μεριά της η Yamaha ανέπτυσσε τα δικά της εκπαιδευτικά προγράμματα για τη μοτοσυκλέτα σε εθνική κλίμακα. Το 1970, οι Ιάπωνες κατείχαν συνολικά 8,85 εκατομμύρια μοτοσυκλέτες και μοτοποδήλατα -αριθμός υπερδεκαπλάσιος σε σύγκριση με το 1955, έτος ίδρυσης της εταιρείας των τριών διαπασών. Οι συνθήκες αυτές ενίσχυσαν την κοινωνική ανησυχία σχετικά με την ασφαλή οδήγηση μοτοσυκλέτας.

Στόχος των δραστηριοτήτων της Yamaha ήταν η ενίσχυση της ασφάλειας, μέσω της διδασκαλίας του σωστού τρόπου οδήγησης μοτοσυκλέτας, καθώς και η διεύρυνση του κύκλου των φίλων της μοτοσυκλέτας. Το αρχικό πρόγραμμα περιλάμβανε τα μαθήματα ασφαλούς οδήγησης της Yamaha και το Yamaha Trail School, τα οποία ξεκίνησαν τον Απρίλιο του 1968.

Yamaha DT-1

Όταν η εταιρεία άρχισε να διαθέτει στην αγορά το trail μοντέλο DT1 το 1968, η δημοτικότητα των εκτός δρόμου δραστηριοτήτων αυξήθηκε κατακόρυφα. Κορυφαίοι αναβάτες ανέλαβαν ρόλο εκπαιδευτών στο Yamaha Trail School, το οποίο συνέβαλε στη διάδοση της off-road οδήγησης, μέσω βασικής εκπαίδευσης στην οδήγηση στο χώμα. Το σχολείο προσέφερε επίσης μαθήματα ελέγχου και συντήρησης μοτοσυκλετών. Τον Σεπτέμβριο του 1970, η Yamaha δημιούργησε 35 χώρους Yamaha Trail Land σε ολόκληρη την Ιαπωνία, όπου το κοινό μπορούσε να γνωρίσει τη χαρά της εκτός δρόμου οδήγησης.

Τον Μάιο του 1969, η Yamaha ίδρυσε επίσης τα Yamaha Moped License Schools, ενθαρρύνοντας το κοινό να αποκτήσει άδεια οδήγησης μοτοποδηλάτου κατηγορίας 1. Τα σχολεία αυτά βασίστηκαν στο πρότυπο των Yamaha Music Studios που είχε δημιουργήσει η Nippon Gakki (σημερινή Yamaha Corporation)! Με την ιδέα της μεταφοράς της φιλοσοφίας των μουσικών μαθημάτων στη δημιουργία σχολών μοτοσυκλέτας, τα Moped License Schools αναπτύχθηκαν σε όλη τη χώρα. Τον πρώτο κιόλας χρόνο λειτουργίας τους προσέλκυσαν περισσότερους από 160.000 μαθητές.

Yamaha Festival 1972

Η εταιρεία από την Iwata, ανέπτυξε επίσης εκδηλώσεις με στόχο τους φίλους της μοτοσυκλέτας. Μία από αυτές ήταν το 1ο Yamaha Grand Sports Festival (YGSF), που πραγματοποιήθηκε στο Fuji Speedway στις 5–6 Αυγούστου 1972. Ήταν μια μεγάλη διοργάνωση στην οποία μπορούσαν να συμμετάσχουν όλοι οι λάτρεις της μοτοσυκλέτας και τελικά προσέλκυσε συνολικά 80.000 άτομα! Συμμετείχαν 1.500 αναβάτες σε αγώνες motocross, kart και ταχύτητας δρόμου. Στον χώρο της εκδήλωσης συγκεντρώθηκαν 380 λεωφορεία, 3.800 αυτοκίνητα και 5.000 μοτοσυκλέτες. Το 2ο YGSF πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1973 και ήταν ακόμη μεγαλύτερης κλίμακας, προσελκύοντας περίπου 95.000 άτομα μέσα σε δύο ημέρες!

Το απρόσμενο, εκπληκτικό συμπέρασμα στην επαρχία Gunma

Safety Courses

Και ερχόμαστε στο 2026, όπου σε άρθρο του ιαπωνικού περιοδικού μοτοσυκλέτας Young Machine, διαβάζουμε κάτι το εκπληκτικό. Η επαρχία Gunma στην Ιαπωνία θεωρεί πως η εκστρατεία των "τριών όχι" απέτυχε παταγωδώς, καθώς… συνέβαλε στην αύξηση τροχαίων ατυχημάτων!

Σημειώνουμε εδώ πως η συγκεκριμένη επαρχία είναι γνωστή και ως “το βασίλειο του αυτοκινήτου” καθώς έχει ανεπαρκείς δημόσιες συγκοινωνίες, κατά μέσο όρο κάθε νοικοκυριό έχει 1,5+ αυτοκίνητα, ενώ εδώ έχουν έδρα και διάφορα εργοστάσια της Subaru. Κάπως έτσι η επαρχία Gunma κατατάσσεται σταθερά στον πάτο των επαρχιών όσον αφορά στην οδική ασφάλεια, με αριθμό ρεκόρ τροχαίων ατυχημάτων και τραυματισμών, με αντίστοιχα κακές επιδόσεις στο ποσοστό μαθητών λυκείου που εμπλέκονται σε ατυχήματα με ποδήλατο αλλά και στο ποσοστό ατυχημάτων νέων οδηγών.

Safety Courses

Κάπως έτσι το 2014 ιδρύθηκε Ειδική Επιτροπή για τα Μέτρα Οδικής Ασφάλειας και, σε συνεργασία με το τμήμα τροχαίας πολιτικής της επαρχίας και την Αστυνομική Διεύθυνση, διερεύνησαν και ανέλυσαν τα αίτια των ατυχημάτων. Κατέληξαν στο κοινό συμπέρασμα ότι “η Εκστρατεία των Τριών Όχι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο ως παράγοντας που συμβάλλει στο πρόβλημα”!

Βλέπετε, όταν η Gunma εφάρμοζε αυστηρά την Εκστρατεία “Τρία Όχι” για την αποθάρρυνση της χρήσης μοτοσυκλέτας, ένα από τα αποτελέσματα της καμπάνιας ήταν να αποξενωθούν οι μαθητές λυκείου από την ουσιαστική κυκλοφοριακή αγωγή, οδηγώντας σε επιδείνωση της οδικής συμπεριφοράς και αύξηση ατυχημάτων.

Μετά από συνεδριάσεις, ανταλλαγές απόψεων με σχετικούς φορείς, μελέτες και διαλέξεις ειδικών στην ανάλυση τροχαίων ατυχημάτων, η Ειδική Επιτροπή προχώρησε στη διαμόρφωση νέου σχεδίου για τα τροχαία ατυχήματα και νέο ΚΟΚ που τέθηκε σε ισχύ στις 22 Δεκεμβρίου 2014.

Στόχος ήταν -και είναι- η παροχή κυκλοφοριακής αγωγής σε ευρύ φάσμα ηλικιών -από μαθητές λυκείου μέχρι παιδιά και ηλικιωμένους, ώστε να εξελιχθούν όλοι σε υπεύθυνα μέλη της κοινωνίας, αποκτώντας δεξιότητες και γνώσεις ασφαλούς οδήγησης ποδηλάτου και μοτοσυκλέτας.

Safety Courses

Κύρια μέτρα που λαμβάνει η επαρχία Gunma μετά το 2014:

  • Μαθήματα κυκλοφοριακής αγωγής στο σχολείο και ειδικές δραστηριότητες.
  • Σεμινάρια από την αστυνομία και την Ένωση Οδικής Ασφάλειας.
  • Δημιουργία και διανομή φυλλαδίων για ασφαλή ποδηλασία.
  • Τεστ γνώσεων για ποδήλατο.
  • Σεμινάρια οδικής συμπεριφοράς για κατόχους άδειας μοτοσυκλέτας.
  • Σεμινάρια επιμόρφωσης εκπαιδευτικών στο Γενικό Κέντρο Κυκλοφορίας της Gunma.

Αργότερα, με την αναθεώρηση του κανονισμού και την κατάρτιση του 11ου Σχεδίου Οδικής Ασφάλειας, το πρόγραμμα ανανεώθηκε ως “Δεύτερο Πρόγραμμα Δράσης” (Μάρτιος 2021).

Το δεύτερο πρόγραμμα (2021–2025) στοχεύει ειδικά στους μαθητές λυκείου και εισάγει νέα μέτρα για ασφαλή ποδηλασία, όπως η προώθηση της χρήσης κράνους, ενώ συνεχίζει τις δράσεις για τις μοτοσυκλέτες.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η κατάργηση της Εκστρατείας “Τρία Όχι” δεν οδήγησε σε απότομη αύξηση της απόκτησης άδειας οδήγησης από τους μαθητές, ή των ατυχημάτων με μοτοσυκλέτα.

Safety courses

Στο σεμινάριο ασφαλούς οδήγησης του 2025, αρκετοί μαθητές ανέφεραν ότι οδηγούν επειδή είναι αναγκαίο για να πηγαίνουν στο σχολείο. Η πλειονότητα των νέων της Gunma δεν ασχολείται με σπορ οδήγηση ή τουρισμό, απλώς καλύπτει πρακτικές ανάγκες μέσω της μοτοσυκλέτας.

Ο κανονισμός προβλέπει επίσης την προώθηση των δημόσιων συγκοινωνιών· δεν σημαίνει ότι πρέπει όλοι να οδηγούν μοτοσυκλέτα. Όμως, σε περιπτώσεις όπου οι συνθήκες μετακίνησης ή οικογενειακές ανάγκες το επιβάλλουν, η διατήρηση των “Τριών Όχι” στους σχολικούς κανονισμούς μειώνει την ποιότητα ζωής μαθητών και γονέων.

Safety courses

Αντίστοιχα, στις 9 Φεβρουαρίου 2018, η Επιτροπή για την Οδική Ασφάλεια Μοτοσυκλετών υπέβαλε έκθεση στο Εκπαιδευτικό Συμβούλιο της επαρχίας Saitama, συνοψίζοντας προτάσεις όπως η θέσπιση κατευθυντήριων γραμμών που θα αντικαθιστούσαν την Εκστρατεία "Τρία Όχι".

Πόσος χρόνος χάθηκε για τη μοτοσυκλέτα στην Ιαπωνία τόσες δεκαετίες που τα συντηρητικά “Τρία Όχι” μεσουρανούσαν, για να καταλήξουμε σε μελέτες που συμφωνούν πως η αποθάρρυνση των νέων στη χρήση μοτοσυκλέτας οδήγησαν όχι μόνο σε μείωση της ποιότητας ζωής τους, αλλά και στην αύξηση των τροχαίων ατυχημάτων!

Με πληροφορίες από το Young Machine και από την ιστορία των Honda και Yamaha