Η αλήθεια για την χρεοκοπία της Norton

Τα πώς, τα γιατί και η συνέχεια…
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

12/2/2020

Το τελευταίο διάστημα έχουν ακουστεί και γραφτεί πάρα πολλά σχετικά με τον οικονομικό τυφώνα στον οποίο έχει μπλέξει η ιστορική Norton, με αποκορύφωμα την ανάθεση της διαχείρισής της σε τρίτους. Το τι πραγματικά συμβαίνει και –κυρίως- το ποιες είναι οι πιθανές εξελίξεις για το μέλλον, αναλύονται σε ένα άκρως διεισδυτικό άρθρο, από τον άνθρωπο που γνωρίζει όσο κανείς άλλος την εξέλιξη των γεγονότων, τον Alan Cathcart

 

Του Alan Cathcart

Φωτό: Αρχείο ΜΟΤΟ, Alan Cathcart

 

Η περιπετειώδης ιστορία της Norton Motorcycles –της πιο ιστορικής, αγωνιστικής φίρμας στη Βρετανία- πρόσθεσε άλλο ένα κεφάλαιο στις 30 Ιανουαρίου, όταν η εταιρεία με έδρα το Castel Donington μπήκε υπό καθεστώς διαχείρισης. Η διαδικασία ξεκίνησε νωρίτερα τον προηγούμενο μήνα, όταν η Norton βρέθηκε στα δικαστήρια από τις φοροελεγκτικές αρχές της Βρετανίας, για χρέη ύψους 300.000 λιρών σε φόρους. Η υπόθεση πήρε αναβολή μέχρι τις 12 Φεβρουαρίου, αφού είχε γίνει γνωστό ότι η Norton είχε φτάσει σε αυτή τη μείωση από τις αρχικές 600.000 λίρες που χρωστούσε και συνέχιζε να πληρώνει τις τακτικές της υποχρεώσεις.

Όμως, στις 30 Ιανουαρίου, η μεγάλη δημόσια λογιστική εταιρεία BDO (Binder Dijker Otte ορίστηκε ως διαχειριστής της Norton Motorcycles και προς το παρόν αξιολογεί τις πιθανότητες επανασύστασης της φίρμας με σκοπό να πωληθεί, αφού όλες οι προσπάθειες να σωθεί η επιχείρηση απέτυχαν στο να εξασφαλίσουν το οικονομικό υπόβαθρο που απαιτούνταν. Η υπό καθεστώς κεφαλαιοποίησης εταιρεία, είχε ξεκινήσει μια προσπάθεια για διαδικτυακή μικρο-χρηματοδότηση (crowdfunding) τον περασμένο Νοέμβριο, με στόχο να συγκεντρώσει τα μετρητά που απαιτούνταν ώστε να συμπληρώσει ένα "υγιές" βιβλίο παραγγελιών, αλλά το υποτιθέμενο ενδιαφέρον ενός μοναδικού επενδυτή, που ποτέ δεν αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του, έδωσε τέλος στην απόπειρα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορεί η Norton να βρει κεφάλαια για να λύσει το κρίσιμο ζήτημα της ρευστότητας και η εταιρεία πλέον βρίσκεται στα χέρια των διαχειριστών της.

Αυτές οι εξελίξεις οδήγησαν τον CEO της Norton, Stuart Garner, να δημοσιοποιήσει μία δήλωση στις 31 Ιανουαρίου. "Είμαι συντετριμμένος από τα γεγονότα των τελευταίων 24 ωρών και προσωπικά έχω χάσει τα πάντα", δήλωσε. "Πάντως, οι σκέψεις μου είναι στην ομάδα της Norton και σε όλους όσοι εμπλέκονται, από τους πελάτες, τους προμηθευτές και τους μετόχους, σε αυτές τις δύσκολες ώρες. Χωρίς καμία συνεννόηση πιο πριν, η Metro Bank όρισε χθες ως διαχειριστές της BDO. Τώρα, δουλεύουμε σε θετικό κλίμα δρώντας προληπτικά μαζί με την BDO, για να εξασφαλίσουμε ότι η Norton διαθέτει τις καλύτερες προϋποθέσεις να βρει αγοραστή. Είναι όλο και πιο δύσκολο να γίνεται παραγωγή στην Μ. Βρετανία, με την αύξηση των φόρων και την διαρκή αβεβαιότητα που προκαλεί το Brexit και επηρεάζει πολλούς τομείς, όπως τις τιμολογήσεις, τις εξαγωγές και την διαθεσιμότητα των κεφαλαίων". Ο Stuart Garner κατέχει προσωπικά το 86% των μετοχών της Norton Motorcycles, με τις υπόλοιπες μετοχές να είναι στην κατοχή τριών φίλων του, με τον καθένα να κατέχει μονοψήφιο ποσοστό.

Εκτός από την Norton, οι άλλες δύο εταιρείες του Garner βρίσκονται και αυτές υπό καθεστώς διαχείρισης. Η μία είναι η Donington Hall Estates, στην οποία ανήκει και το μεγαλοπρεπές σπίτι των 229 ετών που γειτονεύει με το Donington Park (στο παρελθόν η πίστα είχε φιλοξενήσει αγώνες των MotoGP και F1) και εκεί κατοικεί ο Garner. Η δεύτερη εταιρεία είναι το ξενοδοχείο House Priest με 42 κλίνες και έχει χτιστεί γύρω από έναν πύργο της Νορμανδικής εποχής και τις εξοχικές κατοικίες του 17ου αιώνα. Τα 80 στρέμματα του Donington Hall Estate περιλαμβάνουν τα 5.110τ.μ. του εργοστασίου της Norton και τον πρόσφατα κατασκευασμένο χώρο των 1.115τ.μ., που θα πρόσφερε τον έξτρα χώρο για τη γραμμή παραγωγής των νέων δικύλινδρων Atlas των 650cc, ο οποίος όμως παραμένει ακόμη άδειος χωρίς μηχανήματα. Το ανθρώπινο δυναμικό της Norton φτάνει περίπου τα 100 άτομα, όμως τους τελευταίους μήνες έχουν γίνει αρκετές περικοπές προσωπικού, καθώς τότε ξεκίνησαν να εμφανίζονται τα προβλήματα ρευστότητας της εταιρείας.

Ο πενηντάχρονος Stuart Garner, είναι ο άνθρωπος που τον Οκτώβριο του 2008 πόνταρε στο ότι μπορεί να αναστήσει τη Norton όταν απέκτησε τα δικαιώματα της ιστορικής βρετανικής φίρμας απ’ τον προηγούμενο Αμερικάνο ιδιοκτήτη, τον εκατομμυριούχο Oliver Curme απ’ τη Βοστόνη. Αυτό πραγματοποιήθηκε αφότου ο Curme κατάφερε να αποκτήσει όλα τα δικαιώματα της Norton που είχαν μοιραστεί σε διάφορους επιχειρηματίες, όπως ένας Καναδός που εμπλέκεται με το οργανωμένο έγκλημα (αργότερα εξέτισε και την ποινή του στη φυλακή για απάτες). Κάποια άλλα δικαιώματα κατείχε ο Γερμανός αντιπρόσωπος της Norton, Joe Seifert, που ήταν αρκετά διορατικός ώστε να καταχωρήσει το όνομα τις εταιρείας στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, με στόχο να το προστατεύσει, ενώ ένα μέρος των δικαιωμάτων κατείχε και μια κινέζικη εταιρεία που έχει δραστηριότητα την αγορά σημάτων και ονομάτων με σκοπό να τα πουλήσει στο μέλλον. Το 2006 ο Curme ήρθε σε συμφωνία με τον τότε ιδιοκτήτη της MV Agusta, Claudio Castiglioni, να του δώσει την Norton με στόχο τη δημιουργία μιας εταιρείας με χαμηλές δυνατότητες παραγωγής, που θα κατασκεύαζε δικύλινδρες μοτοσυκλέτες και θα απόφερε κέρδη και ρευστότητα, παράλληλα με τη διαχείριση της MV Agusta που τότε είχε και αυτή περιορισμένες δυνατότητες παραγωγής, με τη γκάμα της να περιλαμβάνει τις ακριβές τετρακύλινδρες μοτοσυκλέτες (και αργότερα τις τρικύλινδρες). Ωστόσο η συμφωνία ναυάγησε με την άρνηση της επενδυτικής τράπεζας που είχε στην ιδιοκτησία της το 57,75% των μετοχών της MV, την Gevi SpA. Όμως, μέχρι αυτό να συμβεί, ο θρυλικός σχεδιαστής της MV, ο Massimo Tamburini, είχε ήδη καταφέρει να δημιουργήσει τα σχέδια της νέας Norton Commando…!

Δύο χρόνια αργότερα ο Curme πούλησε την Norton στον Άγγλο επιχειρηματία Stuart Garner, έναν πρώην δασοφύλακα που έγινε επενδυτής ακινήτων και αργότερα εξελίχθηκε στο νούμερο ένα εισαγωγέα βεγγαλικών της Μ. Βρετανίας απ’ την Κίνα. Μαζί με τα δικαιώματα της εταιρείας ήρθε και το αερόψυκτο Commando των 961cc με τον δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα και τον ένα επικεφαλής εκκεντροφόρο. Ο Curme είχε πάρει την μοτοσυκλέτα απ’ τον καλύτερο μηχανικό και guru των Norton στην Αμερική, τον Kenny Dreer, που εδράζονταν στο Oregon. Ο τωρινός Executive Director και Head of Design της Norton, ο Simon Skinner, ήταν μια απ’ τις πρώτες προσλήψεις που έκανε ο Garner. Ο Skinner στο παρελθόν εργαζόταν στην Triumph και ήρθε στη Norton τον Φεβρουάριο του 2009, ενώ έκτοτε δεν έχει σταματήσει να εργάζεται για την εταιρεία. Αφότου η Norton εγκαταστάθηκε στο αρχικό εργοστάσιο των 750τ.μ. δίπλα απ’ το Donigton Park και είχε καμιά ντουζίνα υπαλλήλους, ο Skinner ξεκίνησε να εργάζεται πάνω στον επανασχεδιασμό του Commando 961 με στόχο να μπει στη παραγωγή. Οι πρώτες μοτοσυκλέτες ξεκίνησαν να παραδίδονται το 2010, αλλά τα προβλήματα με την αδυναμία εξέλιξης και της δέσμευσης του Garner να συνεργάζεται με μεγάλους προμηθευτές της Αγγλίας, που δεν ήταν ιδανική επιλογή για τη δημιουργία μοτοσυκλετών ευρείας παραγωγής, έφερε την εταιρεία πολύ κοντά στην κατάρρευση. Το ίδιο ακριβώς είχε συμβεί και στην γαλλική Voxan, για τους ίδιους ακριβώς λόγους, όμως είχε γίνει νωρίτερα στις αρχές του 2000 ή λίγο πιο πίσω.

Χάρη όμως στην αφοσίωση, τόσο του Garner όσο και του Skinner, καθώς και της οικονομικής υποστήριξης της τράπεζας Santader και της βρετανικής κυβέρνησης – η μεγαλύτερη βοήθεια ήρθε το 2015, όταν χορηγήθηκε στη Norton το κεφάλαιο των τεσσάρων εκατομμυρίων λιρών για την έρευνα και εξέλιξη των μοτοσυκλετών της – τα διάφορα τεχνικά προβλήματα που είχε το Commando 961 λύθηκαν σταδιακά και η παραγωγή του προχώρησε. Ωστόσο, γίνεται αντιληπτό ότι μέχρι και σήμερα –απ’ τη στιγμή που η εταιρεία βρέθηκε στα χέρια του Garner- ούτε μια μοτοσυκλέτα της Norton δεν έχει πάρει έγκριση τύπου στην Αγγλία, αλλά όσες έχουν δοθεί στους ιδιοκτήτες τους είχαν πάρει μεμονωμένες εγκρίσεις τύπου απ’ το σχεδόν μοναδικό σύστημα που υπάρχει στην Αγγλία, το SVA/Single Vehicle Approval. Το 2013 η εταιρεία επεκτάθηκε κατά πολύ με τη κίνηση να μεταφερθεί στο Donington Hall, όπου μαζί με τις βασικές εκδόσεις των Sport και Café Racer του Commado, δημιουργήθηκαν και μερικές περιορισμένης παραγωγής εκδόσεις βασισμένες στην πλατφόρμα του 961, χρησιμοποιώντας ιστορικά ονόματα απ’ τον κατάλογο της εταιρείας, όπως τα Dominator και Domiracer. Η Norton μέχρι εκείνη τη στιγμή εξήγαγε περίπου το 80% της παραγωγής της, το οποίο σερνόταν… στα 1.000 αντίτυπα ετησίως

Επιπρόσθετα, μαζί με τη μετακόμιση στο Donington Hall, συνέπεσε και η απόφαση του Garner να επαναφέρει τη Norton στους αγώνες για πρώτη φορά μετά από 20 χρόνια απ’ τη συμμετοχή του Steve Hislop στο Isle of Man TT και τη νίκη του στη Senior TT κατηγορία, που έτρεχε με το Norton NRS588 με τον wankel κινητήρα. Ο Garner για να τα καταφέρει δημιούργησε μια μοτοσυκλέτα με τον κινητήρα της Aprilia RSV4 και ένα πλαίσιο ειδικά σχεδιασμένο από την θρυλική κατασκευάστρια πλαισίων Spondon για τη Norton, η οποία εδράζεται κοντά στο Derby και εξαγοράστηκε απ’ τον CEO της Norton. Η αγωνιστική SG1 της Norton αποτέλεσε το πρώτο βήμα στη δημιουργία μιας ολόκληρης σειράς μοντέρνων μοτοσυκλετών, με τον V4 των 1200cc. Παράλληλα, η SG1 σηματοδοτούσε και την εξαετή επιστροφή της Norton στο Isle of Man, με τη συμμετοχή της στους αγώνες με Αυστραλούς αναβάτες, όπως τους David Johnson και Josh Brookes, όπου και οι δύο κατάφεραν το 2017 να ολοκληρώσουν έναν γύρο στο Νησί με μέση ωριαία ταχύτητα πάνω από 208km/h. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τερματίσουν μέσα στη δεκάδα, τόσο στη Superbike TT όσο και στη Senior TT που έλαβαν μέρος με την SG6, έχοντας την εργοστασιακή υποστήριξη της Aprilia, που με αυτόν τον κινητήρα είχε κερδίσει τρεις τίτλους στα Superbikes. Ο Brookes κατάφερε να τερματίσει πέμπτος στην Senior TT του 2018, με την καλύτερη μέση ωριαία ταχύτητά του να φτάνει τα 210,7km/h

Όπως είχε υποσχεθεί, η Norton παρουσίασε στην έκθεση NEC στο Birmingham το Νοέμβριο του 2016, την V4RR και μια περιορισμένης παραγωγής έκδοσή της (200 αντίτυπων), την V4SS. Ήταν η πρώτη εξ ολοκλήρου βρετανική hypersport μοτοσυκλέτα δρόμου που υπήρχε στην αγορά και τροφοδοτούνταν απ’ τον Euro4 προδιαγραφών V4 κινητήρα με περιεχόμενη γωνία 72ο και δύο εκκεντροφόρους σε κάθε κεφαλή για την κίνηση των δεκαέξι βαλβίδων. Η ιπποδύναμή του ξεπερνούσε τα 200 άλογα. Γύρω από τον κινητήρα υπήρχε ένα πλαίσιο εμπνευσμένο απ’ την SG6 και κατά βάση είχε εξελιχθεί απ’ την Norton στο Donington Hall, αφότου η αρχική συνεργασία με την κορυφαία σχεδιαστική εταιρεία Ricardo είχε τερματιστεί. Η περιορισμένης παραγωγής V4SS προφανώς ξεπούλησε πολύ γρήγορα με την τιμή της στις 44.000 λίρες (52.300 ευρώ) και ανάγκασε όσους δεν ήταν αρκετά γρήγοροι να την παραγγείλουν, να συμβιβαστούν με την απλή V4RR, που κόστιζε 33.300 λίρες. Η απαιτούμενη ρευστότητα για την παραγγελία των απαραίτητων εξαρτημάτων για τη δημιουργία των μοντέλων και την κάλυψη των αναγκών της αγοράς δεν υπήρχε και η εταιρεία δεν διέθετε πλεόνασμα κεφαλαίου ώστε να επιταχύνει τις διαδικασίες παραγωγής και να έχει κέρδος.

Οι πρώτες μοτοσυκλέτες παραδόθηκαν στους αγοραστές στα τέλη του 2018 –την ίδια εποχή παρουσιάστηκαν και στην έκθεση NEC τα Atlas Nomad και Ranger που χρησιμοποιούσαν τον δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα των 650cc με τα 84 άλογα, όμως τα μοντέλα ήταν έτοιμα για παραγωγή την ώρα που η εταιρεία τέθηκε υπό καθεστώς διαχείρισης. Η βελτιωμένη έκδοση του δικύλινδρου κινητήρα, που έφτανε τα 102 άλογα χρησιμοποιήθηκε στην Superlight και το ντεμπούτο της στη Lightweight TT το 2019 ήταν πολλά υποσχόμενο, όταν ο Peter Hickman κατάφερε να τερματίσει όγδοος με αυτή, αντιμετωπίζοντας ελάχιστα προβλήματα και σημειώνοντας χρόνο πάνω από 192km/h με μια μοτοσυκλέτα 650cc που δεν είχε ξαναοδηγήσει ποτέ πριν τον αγώνα. Τον περασμένο Νοέμβριο, παρουσιάστηκε στην NEC ένα πρωτότυπο Superlight RR με carbon πλαίσιο και υπερτροφοδοτούμενο κινητήρα.

 

Αυτές οι τρεις γραμμές παραγωγής των εκδόσεων του Atlas προορίζονταν για την ανάπτυξη της εταιρείας, που τελικά θα προσέφεραν την απαραίτητη ρευστότητα για να υποστηρίξουν την αναγκαία ανάπτυξη των μικρότερων μοντέλων της V4s. Τα Atlas αναπτύσσονταν σε συνεργασία με τον κινέζικο κολοσσό, τη Zongshen, με τον δικύλινδρο κινητήρα με τον στρόφαλο των 270ο και τις εξαιρετικά μικρές διαστάσεις να εξελίσσεται εξ ολοκλήρου στο εργοστάσιο της Norton, υπό την επίβλεψη του Simon Skinner. Ωστόσο, μέρος της συμφωνίας ήταν πως η Norton θα έπρεπε να δημιουργήσει μια ακόμη έκδοση του ίδιου κινητήρα με χαμηλότερες επιδόσεις, που θα κατασκευάζονταν στην Κίνα. Αντίστοιχα, η Zongshen θα παρείχε στη Norton βασικά εξαρτήματα του κινητήρα όπως το στρόφαλο, τους εκκεντροφόρους, την οκταβάλβιδη κεφαλή και τα οριζόντια διαιρούμενα κάρτερ για να κατασκευάσει τη δική της πιο ισχυρή έκδοση του κινητήρα, ενώ τα υπόλοιπα εξαρτήματα θα τα προμηθευόταν η Norton απ’ τους εμπόρους που συνεργάζεται στην Αγγλία. Ουσιαστικά αυτό σημαίνει πως η Norton είχε βρει έναν αξιόπιστο προμηθευτή απ’ την Ασία, που θα της προσέφερε τα βασικά εξαρτήματα που ήθελε σε μια συμφέρουσα τιμή, χωρίς να χρειαστεί να ακολουθήσει τα βήματα της Triumph που δημιούργησε το δικό της εργοστάσιο στη Ταϊλάνδη ή οπουδήποτε αλλού για να καταφέρει το ίδιο πράγμα. Αλλά αυτή η απόφαση πλέον αμφισβητείται απ’ τη στιγμή που η εταιρεία είναι υπό καθεστώς διαχείρισης.

Η αφερεγγυότητα της Norton υπήρχε πάντοτε σαν ρίσκο απ’ τη στιγμή που ο ελεγκτής προειδοποίησε τη φίρμα για τους δημοσιευμένους της λογαριασμούς στις 31 Μαρτίου, για το έτος 2018, όταν ο τζίρος της εταιρείας ανερχόταν στα 6,7 εκατομμύρια λίρες και τα προ φόρων κέρδη στις 33.701. Πιο συγκεκριμένα είχε πει πως "υφίσταται μια αβεβαιότητα που εγείρει αμφιβολίες για το αν μπορεί η εταιρεία να συνεχίσει την λειτουργία της." Πράγματι, πριν το παρόν καθεστώς διαχείρισης, η HMRC είχε υποβάλλει άλλη μια διαταγή πληρωμής στην Norton τον Μάρτιο του 2010, όπως είχε κάνει και η DHL International τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς. Και οι δύο αποσύρθηκαν αργότερα, προφανώς μετά από πληρωμή των χρωστούμενων υπολοίπων. Με μια αντικειμενική ματιά και χωρίς να υπάρχει πρόσβαση στους υπάρχοντες λογαριασμούς, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η εταιρεία δεν έχει την απαραίτητη ρευστότητα για να βάλει στην παραγωγή τις εξαιρετικές μοτοσυκλέτες που έχει εξελίξει. Είναι ένα κλασικό παράδειγμα μεγάλης σπατάλης στο R&D, χωρίς αντίστοιχα έσοδα ή κεφάλαιο για να το υποστηρίξουν. Είναι ένας φαύλος κύκλος που έχει ταλαιπωρήσει τόσο την MV Agusta, όσο και άλλους μικρομεσαίους κατασκευαστές ανά τον κόσμο. Ως ο μοναδικός άνθρωπος εκτός Norton που έχει οδηγήσει το 1200 V4 SS και το Atlas 650 Nomad / Ranger σε μορφή μοντέλων παραγωγής, μπορώ μόνοι να δώσω τα εύσημα στον Skinner και την ομάδα του στο R&D, για την δημιουργία δύο τέτοιων εξαιρετικών πακέτων, έχοντας στην διάθεσή τους πενιχρά μέσα. Το δύσκολο καθήκον τώρα της BDO, είναι να βρει έναν αγοραστή για την εταιρεία, που θα έχει την δυνατότητα να βάλει τα δικύλινδρα μοντέλα στην παραγωγή, με την πλατφόρμα του V4 δυστυχώς να μπαίνει στον πάγο.

Η λίστα με τους “μνηστήρες” της Norton δεν έχει τελειωμό. Ανάμεσα σε αυτούς που είναι γνωστό ότι ενδιαφέρονται να αποκτήσουν τη Norton, βρίσκονται τρεις ινδικές εταιρείες, καθώς και ένας Ρώσος επενδυτής, ο Timur Sardarov, που πρόσφατα αγόρασε εξ ολοκλήρου την MV Agusta απ’ την οικογένεια Castiglioni. Σε μια επανάληψη των γεγονότων του 2006, με τον Curme και την MV Agusta, ο Sardarov δηλώνει πως ενδιαφέρεται κυρίως στο να αποκτήσει τα δικαιώματα για τη χρήση του V4 των 1.200cc και του κινητήρα των 650cc των Atlas, για να τους χρησιμοποιήσει στη δημιουργία μιας σειράς μοντέλων που θα προηγηθούν της έλευσης του επικείμενου τρικύλινδρου μοντέλου των 950cc που ετοιμάζει η MV Agusta. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να μπουν τα θεμέλια για τη γκάμα των μοτοσυκλετών της MV για την επόμενη δεκαετία. Τον Sardarov δεν τον απασχολεί τόσο να έχει τα πνευματικά δικαιώματα της Norton – όμως το πρώην αφεντικό της Ducati, ο Massimo Bordi που διοικεί την MV Agusta εκ μέρος του Ρώσου, μπορεί και να του αλλάξει την άποψη! Άλλος ένας επενδυτής, που πρέπει να παραμείνει ανώνυμος και έχει ένα απίστευτο ρεκόρ τα τελευταία 25 χρόνια στην αναγέννηση ιστορικών εταιρειών με στόχο την ρευστοποίησή τους, δουλεύει πάνω στην εξαγορά της Norton και την επιβίωσή της. Πάντως, αν την εξαγοράσει, θα επικεντρωθεί στα δικύλινδρα εν σειρά που θεωρεί ότι είναι το μηχανολογικό σήμα κατατεθέν της Norton, με στόχο την ξεχωριστή εξέλιξη μιας οικογένειας δικύλινδρων 1000-12000cc, που θα συμπληρώνουν την σειρά των Atlas.

Έχοντας πρόσφατα αποκτήσει την Bimota και την παραγωγή να ξεκινά τον Ιούνιο στην Ιταλία, με μια σειρά σφυροκέφαλων μοντέλων χάρη στην ολοκαίνουργια και Euro5 προδιαγραφών Tesi με hub steering σύστημα και τον υπερτροφοδοτούμενο κινητήρα της H2, η Kawasaki μπορεί κάλλιστα να σκέφτεται την Norton ως ένα ελκυστικό βρετανικό απόκτημα, που συνδυάζει το ιστορικό της όνομα με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Επίσης στην Ασία, εκτός απ’ το προφανές σενάριο να την αγοραστεί η Norton απ’ τον κινέζικο γίγαντα τη Zongshen, υπάρχει και το ενδεχόμενο να ενδιαφέρεται και ο δισεκατομμυριούχος αντίπαλος της Zogshen, ο Li Shufu που μπορεί να θέλει να προσθέσει τη Norton στη συλλογή του με τις υπόλοιπες ιστορικές φίρμες που διαθέτει. Ο τωρινός ιδιοκτήτης των Volvo, Lotus, London Taxicab Company, Benelli QJ, Geely και κάτοχος του 9,8% της Daimler-Benz –είναι ο μοναδικός μεμονωμένος μέτοχος που διαθέτει τόσο μεγάλο ποσοστό των μετοχών της Daimler-Benz- ο Li Shufu, είναι πολύ πιθανόν να αποτελέσει έναν απ’ τους ενδιαφερόμενους που θέλουν να αποκτήσουν την Norton. Ο κ. Li είναι ένας επενδυτής που του αρέσει να οραματίζεται και δεν φοβάται να ρισκάρει.

Το ίδιο ισχύει και για την ινδική βιομηχανία Siddhartha Lal, ιδιοκτήτρια της Royal Enfield μέσω της μητρικής εταιρείας Eicher Corp. Αλλά είναι σχετικά απίθανο η Lal να ενδιαφερθεί για την Norton. Η Lal έχει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της υπερβολικής ανάπτυξης της RE και για αυτό το λόγο μάλιστα διέκοψε την παραγωγή του 500 Classic, αν και φαινομενικά το έκανε για να επικεντρωθεί στην αυξημένη ζήτης που έχουν τα δικύλινδρα 650αρια Continental GT και Interceptor τόσο στην Ινδία όσο και στο εξωτερικό. Αντίθετα, θα πρέπει να περιμένουμε μεγάλο ενδιαφέρον στην απόκτηση της Norton απ’ τον Rajiv Bajaj, που έχει την αντίστοιχη Lal στα αυτοκίνητα, τη Bajaj Auto και παράλληλα είναι ο Ινδός συνεργάτης της ΚΤΜ. Πρόσφατα ο Bajaj ανακοίνωσε τη μη μετοχική συνεργασία του με τον John Bloor της Triumph. Για τους λάτρεις της Ιστορίας, η σκέψη της συνύπαρξης της Triumph και της Norton κάτω απ’ την ίδια στέγη αποτελεί μια δελεαστική προοπτική – και το ίδιο ισχύει για την BSA με την Norton. Ο ινδικός γίγαντας, η Mahindra ετοιμάζεται να επαναφέρει την BSA αργότερα το 2020, αφότου απέκτησε τα δικαιώματά πριν από τέσσερα χρόνια τον Οκτώβριο του 2016 και αν προσθέσει στο στόλο των βρετανικών εταιρειών της τη Norton μπορεί να γίνει πιο ελκυστική – σε περίπτωση δηλαδή που θελήσει να αποτρέψει τους τοπικούς ανταγωνιστές της απ’ το να την αποκτήσουν. Αυτοί θα καθοδηγούνται απ’ την Hero Motorcorp, όπου παρότι το 2011 σταμάτησε να συνεργάζεται με τη Honda παρέμεινε στην κορυφή της αγοράς της χώρας της –και δεν χρειάστηκε άλλη φίρμα για να το καταφέρει. Το να προσθέσει η Hero στο δυναμικό της την Norton θα ήταν μια κίνηση ξεκαθαρά για να ανταγωνιστεί την τοπική κυριαρχία της Royal Enfield στην αποκαλούμενη “Superbike” κατηγορία με τα δικύλινδρα 650αρια της. Το σενάριο αυτό είναι αρκετά δελεαστικό και ο ιδιοκτήτης της Hero, ο Pawan Munjal μπορεί να κάνει μια προσφορά για τη Norton. Ιδίως απ’ τη στιγμή που η Hero προσπαθεί να αυξήσει τις επτά εκατομμύρια και βάλε παραδόσεις μοτοσυκλετών που πραγματοποιεί ετησίως μέσω πλοίων και ακόμη δεν έχει καταφέρει να το κάνει με αερομεταφορές. Το να αποκτήσει την αγγλική εταιρεία και να μετονομάσει τα προϊόντα της χρησιμοποιώντας ένα όνομα που αναγνωρίζεται παγκοσμίως όπως η Norton μπορεί να βοηθήσει στην επίλυση του προβλήματός της…

Ο Stuart Garner δούλεψε αδιάκοπτα στο να επαναφέρει την αναγεννημένη Norton στο χάρτη και όσο ήταν στα χέρια του κατάφερε να δημιουργήσει και να παραδώσει 5.000 μοτοσυκλέτες της στους ιδιοκτήτες τους παγκοσμίως. Ωστόσο, απ’ ότι φαίνεται η “θητεία” του στη Norton έχει πλέον τελειώσει, ιδίως με τα σοβαρά και εν δυνάμει ποινικά ζητήματα που σταδιακά έρχονται στην επιφάνεια και αφορούν το συνταξιοδοτικό καθεστώς της εταιρείας. Όσο για το μέλλον της Norton τίθεται υπό συζήτηση, ενώ όλο και περισσότεροι απ’ τους Βρετανούς πελάτες που είτε έχουν δώσει προκαταβολή είτε έχουν ήδη πληρώσει το αντίτιμο για τη μοτοσυκλέτα που θέλουν, έχουν αρχίσει να εμφανίζονται και δεν έχουν ακόμη στα χέρια τους αυτό που θέλουν. Ορισμένοι μάλιστα έχουν καταβάλει χρήματα εδώ και χρόνια, χωρίς να έχουν δει καν τη μοτοσυκλέτα τους. Δυστυχώς, είναι πολύ πιθανόν να μην αποζημιωθούν καθώς η ομάδα της BDO που διαχειρίζεται πλέον τη Norton, έχει στραμμένο το ενδιαφέρον της στην προσπάθειά της να μπαλώσει τις τρύπες και να μην βουλιάξει η εταιρεία, αντί να την κλείσει και να ρευστοποιήσει τη περιουσία της. Δεδομένου ότι ο Garner, ο Skinner και η ομάδα των μηχανικών της Norton έχουν δημιουργήσει δύο εξαιρετικές πλατφόρμες, με τη μια από αυτές μάλιστα να έχει τα φόντα να αποτελέσει μεγάλη εμπορική επιτυχία, το μέλλον της Norton δείχνει φωτεινό, απ’ τη στιγμή που τέθηκε υπό καθεστώς διαχείρισης με βάση του αγγλικού νόμου, το οποίο είναι ανάλογο με το Κεφάλαιο 11 της αμερικάνικης νομοθεσίας περί χρεωκοπίας.

Κανένα στοίχημα στο ποιος θα αγοράσει τη Norton τελικά θα βάλουμε;

Η Can-Am επέστρεψε στις μοτοσυκλέτες - Τις οδηγούμε στα Μέγαρα!

Ίδια ηλεκτρική βάση, διαφορετικός χαρακτήρας για την naked και την on-off
Η Can-Am επέστρεψε στις μοτοσυκλέτες - Τις οδηγούμε στην πίστα καρτ των Μεγάρων
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

8/10/2025

Οι Pulse και Origin είναι πλέον διαθέσιμες στο ελληνικό κοινό και εμείς βρεθήκαμε στην πίστα καρτ των Μεγάρων για μια πρώτη επαφή με τις δύο ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες που βάζουν ξανά την Can-Am στον δίτροχο χάρτη.

Η Can-Am επιστρέφει στην κατασκευή μοτοσυκλετών έπειτα από δεκαετίες και επιλέγει να το κάνει με τις ηλεκτρικές Pulse και Origin απευθυνόμενη σε ένα κοινό που είναι από τώρα πρόθυμο να κάνει την μετάβαση από τους κινητήρες εσωτερικής καύσης στους ηλεκτρικούς, παρά το γεγονός ότι καινούργιες μοτοσυκλέτες με θερμικούς κινητήρες θα είναι διαθέσιμες στην ΕΕ για πολλά, πάρα πολλά χρόνια ακόμη, όπως έχουμε ξεκάθαρα αναλύσει στο MOTO.

Σε μία προσεγμένη εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην πίστα καρτ των Μεγάρων, η Πέτρος Πετρόπουλος ΑΕΒΕ, η εταιρεία που αντιπροσωπεύει τα προϊόντα της BRP (Sea-Doo, Ski-Doo, Can-Am) στην Ελλάδα εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα, κάλεσε τον ελληνικό Ειδικό Τύπο, για μια πρώτη επαφή με τις δύο ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες της καναδικής εταιρείας στο ασφαλές περιβάλλον της πίστας. Πριν όμως μιλήσουμε για αυτή την πρώτη μας επαφή με τις ηλεκτρικές Pulse και Origin ας δούμε πιο αναλυτικά τα χαρακτηριστικά τους και τι φέρνουν στο δίτροχο "τραπέζι".

Can-Am Origin & Pulse - Παρουσίαση στα Μέγαρα 2025

Κοινή βάση, διαφορετικός χαρακτήρας και στόχος

Οι δυο νέες μοτοσυκλέτες διαθέτουν κοινή βάση και απευθύνονται η μία στον “ανήσυχο” αναβάτη που θέλει και περιπετειούλες στο χώμα και η άλλη σε εκείνον που θέλει να απολαύσει την ήσυχη, δυναμική και ραφιναρισμένη λειτουργία του ηλεκτρικού κινητήρα αποκλειστικά στην άσφαλτο. Με την αυτονομία που προσφέρει η σχετικά μεγάλη συστοιχία μπαταριών των 8,9 kWh οι δύο μοτοσυκλέτες υπόσχονται να τα καταφέρουν περίφημα στο αστικό και περιαστικό περιβάλλον έχοντας ικανή αυτονομία για να καλύψουν τις ημερήσιες ανάγκες μετακίνησης χωρίς να υπάρχει το άγχος ότι θα ξεμείνεις από "ζουμί" γυρνώντας στο σπίτι.

Η Origin είναι ο φόρος τιμής της Can-Am στην Off-Road κληρονομιά της, με διττό χαρακτήρα ώστε να εξυπηρετεί τόσο τις αστικές ανάγκες κίνησης του αναβάτη όσο και τις σύντομες εκτός δρόμου ανησυχίες του στο περιαστικό περιβάλλον. Από την άλλη, η Pulse είναι μια naked μοτοσυκλέτα που έχει και αυτή όρθια θέση οδήγησης, κάτι μεταξύ πολιτικού supermoto και on-off, επίσης με άνετες γωνίες για τα χέρια και τα πόδια.

​ Can-Am Origin & Pulse - Παρουσίαση στα Μέγαρα

Οι δύο μοτοσυκλέτες μοιράζονται τον ηλεκτροκινητήρα E-Power της θυγατρικής Rotax που υπάγεται επίσης στην BRP όπως και η Can-Am, με τη μετάδοση να γίνεται απευθείας χωρίς κιβώτιο στον πίσω τροχό, ενώ η ύπαρξη ηλεκτρικού μοτέρ προσθέτει στις ευκολίες για τον αναβάτη και την όπισθεν. Ο ηλεκτρικός κινητήρας βρίσκεται πίσω από την κάσα της μπαταρίας, είναι υγρόψυκτος όπως η ίδια η μπαταρία, ενώ υγρόψυκτοι είναι επίσης ο εναλλάκτης αλλά και ο ενσωματωμένος φορτιστής, κάτι που εξασφαλίζει σταθερότητα στην απόδοση του συστήματος σε όλες τις συνθήκες και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής για τα κελιά της μπαταρίας.

Και στις δύο περιπτώσεις η απόδοση του ηλεκτρικού κινητήρα φτάνει στο μέγιστο όριο των 47 ίππων (35 KW) που επιβάλλει η κατηγορία Α2 με τη ροπή να βρίσκεται στα 7,34 kgm στις 4.600 σ.α.λ., αν και στην πραγματικότητα βρίσκεται κοντά σε αυτήν την τιμή σχεδόν από τις πρώτες περιστροφές. Με το μοτέρ στους 47 ίππους η Can-Am ανακοινώνει 0-100 χλμ./ώρα σε 3,8 δευτερόλεπτα για την Pulse και 4,3 δευτερόλεπτα για την Origin και τελική που περιορίζεται ηλεκτρονικά στα 129 χλμ./ώρα. Η τελική μετάδοση γίνεται με αλυσίδα που είναι κλειστή σε μπάνιο λαδιού, με το κέλυφος να ντουμπλάρει και ως μονόμπρατσο ψαλίδι. Το όφελος εδώ είναι μεγάλο για τη μακροζωία της αλυσίδας με την Can-Am να αναφέρει έλεγχο και αντικατάσταση κάθε 25.000 χλμ. χωρίς να χρειάζεται ενδιάμεσα κάποιου είδους συντήρηση.

Οι δύο μοτοσυκλέτες είναι διαθέσιμες με τον ίδιο ηλεκτρικό κινητήρα και για κατηγορία διπλώματος "Α1" με την απόδοσή στα χαρτιά να μειώνεται στους 15 ίππους (11 KW). Λέμε στα χαρτιά γιατί στην πράξη ο κινητήρας δίνει την αίσθηση ότι είναι πολύ πιο δυνατός -πολύ πιο κοντά στην "ανοιχτή" έκδοσή του από ό,τι περιμένεις- και θυμίζει συμβατικό κινητήρα που έχει τουλάχιστον υπερδιπλάσια χωρητικότητα από 125άρη λόγω της ροπής που ανακοινώνεται ίδια και στις δύο περιπτώσεις.

Can-Am Origin & Pulse στα Μέγαρα παρουσίαση 2025

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν ίδιο πλαίσιο και διαφορετικό υποπλαίσιο που εδράζεται πάνω στην κοινή κάσα της μπαταρίας η οποία αποτελεί το κυρίως δομικό μέρος του πλαισίου. Φέρουν επίσης ίδιο ενσωματωμένο φορτιστή 6,6 kW, ίδια LED φωτιστικά σώματα, ντουλαπάκι εκεί που κανονικά θα ήταν το ρεζερβουάρ σε μια συμβατική μοτοσυκλέτα (μικρότερο στην Origin) και μεγάλη έγχρωμη TFT οθόνη αφής (!) με διαγώνιο στις 10,25 ίντσες και δυνατότητα συνδεσιμότητας. 

Η αυτονομία που προσφέρει η μπαταρία με μία πλήρη φόρτιση μπορεί να φτάσει στον αστικό κύκλο του πρωτόκολλου μετρήσεων WMTC τα 160 χλμ. στην Pulse και τα 145 στην Origin. Στον συνδυασμένο κύκλο του WMTC η αυτονομία είναι 115 χλμ. για την Origin (84 με σταθερή ταχύτητα 80 χλμ./ώρα) και 130 χλμ. για την Pulse -89 χλμ. με την σταθερή ταχύτητα των 80 χλμ./ώρα. Ενσωματώνεται επίσης και σύστημα ανάκτησης ενέργειας που φορτίζει την μπαταρία κατά την επιβράδυνση, με τον αναβάτη να μπορεί να το ενεργοποιήσει και αυτοβούλως περιστρέφοντας αντίθετα το γκριπ του γκαζιού, ενώ ρυθμίζεται σε δύο επίπεδα έντασης.

Ο χρόνος που θα χρειαστεί για να φορτίσει η μπαταρία από το 20% στο 80% είναι 50 λεπτά, ενώ για να φτάσει από το 0% στο 100% χρειάζεται 90 λεπτά με την ανακοινώσιμη τελική ταχύτητα να βρίσκεται στα 129 χλμ./ώρα. Ο αναβάτης έχει στη διάθεσή του τρία προγράμματα λειτουργίας για τον κινητήρα, τα Eco (αυξάνει την αυτονομία και περιορίζει την απόδοση), Rain και Sport+ για την Impulse με την Origin να προσθέτει ένα ακόμη, το “Off-Road”, για εκτός δρόμου χρήση.

Στον τομέα των αναρτήσεων την ευθύνη μπροστά αναλαμβάνει η ΚΥΒ με ανεστραμμένο πιρούνι διαμέτρου 43mm και διαδρομή στα 255 χλστ. στην Origin και στα 140 χλστ. για την Pulse που φέρει USD πιρούνι 41 χλστ. Επίσης 255 χλστ. είναι η διαδρομή του πίσω τροχού στην ηλεκτρική on-off με το μονό αμορτισέρ να είναι πλήρως ρυθμιζόμενο, ενώ στην Pulse το αμορτισέρ προέρχεται από τη Sachs, ρυθμίζεται μόνο ως προς την προφόρτισή του ελατηρίου και έχει διαδρομή 140 χλστ.

Can-Am Origin & Pulse στα Μέγαρα παρουσίαση 2025

Ο off-road χαρακτήρας της Pulse ενισχύεται από την ύπαρξη ακτινωτών τροχών 21 και 18 ιντσών εμπρός και πίσω αντίστοιχα με διαστάσεις 90-90 μπροστά και 120-80 πίσω για τα διπλής χρήσης Dunlop D605. Αντίστοιχα στην Pulse οι ζάντες είναι χυτές αλουμινίου 17 ιντσών και στα δύο άκρα, ενώ εδώ ελαστικό πρώτης τοποθέτησης είναι το Dunlop Sportmax GPR-300 με διαστάσεις 110/70 μπροστά και 150/60 πίσω.

Για την επιβράδυνση φροντίζει και στις δύο περιπτώσεις ένας δίσκος των 320mm μπροστά που συνεργάζεται με διπίστονη δαγκάνα της J.Juan, ενώ το πίσω δισκόφρενο έχει διάμετρο 240 χλστ. και η δαγκάνα είναι ενός εμβόλου. Τη λειτουργία "επιτηρεί" μονάδα ABS στην A2 αλλά και στην Α1 έκδοση.

Για την Origin το μήκος βρίσκεται στα 2.204 χλστ., το πλάτος στα 861 χλστ., το ύψος στα 1,414 χλστ. και η απόσταση από το έδαφος στα 274 χλστ., ενώ η σέλα απέχει από το έδαφος 865 χλστ. Η κάστερ είναι στις 30 μοίρες και το ίχνος στα 118 χλστ., ενώ το μεταξόνιο βρίσκεται στα 1.503 χλστ. 

Λόγω των διαφορετικών τροχών αλλά και των μικρότερων διαδρομών των αναρτήσεων, η Pulse, που έχει και διαφορετικό υποπλαίσιο και μικρές αλλαγές στον λαιμό, φτάνει σε μήκος τα 2.030 χλστ. με το πλάτος στα 947 χλστ. και το ύψος στα 1.171 χλστ. Εδώ το μεταξόνιο είναι 1.412 χλστ. με την κάστερ στις 27,2 μοίρες και το ίχνος στα 101 χλστ., ενώ το ύψος της σέλας βρίσκεται στα 784 χλστ. Διαφορές έχουμε και στο βάρος με την Origin να ζυγίζει επίσημα 187 κιλά και την Pulse 10 λιγότερα, στα 177 κιλά.

Origin και Pulse είναι διαθέσιμες σε δύο διαφορετικές εξοπλιστικές εκδόσεις που προσθέτουν στο συνθετικό του ονόματός τους το "’73" και χαρακτηρίζονται από τον πλουσιότερο εξοπλισμό και έξτρα λεπτομέρειες όπως η κοντή φιμέ ζελατίνα, τα πλαϊνά εμπρός πλαστικά βαμμένα με το νούμερο “73”, κίτρινα σιρίτια στους τροχούς και ασημένιες πινελιές στα πλαϊνά του εμπρός LED προβολέα.

Ησυχία και ευχάριστη αίσθηση
Η πρώτη επαφή μας με τις δύο ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες της Can-Am μάς έδειξε ότι η καναδική εταιρεία ξόδεψε χρόνο και χρήμα για τη σχεδίαση και την εξέλιξη των μοτοσυκλετών της και παρόλο που η βάση είναι ίδια κάθε μοτοσυκλέτα έχει τον δικό της χαρακτήρα και εντάσσεται πλήρως στην κατηγορία που θέλει να ανήκει χωρίς "αλλά". Βέβαια και οι δύο προτάσεις της Can-Am, ελέω της αυτονομίας που προσφέρει η υγρόψυκτη μπαταρία τους, δεν μπορούν να έχουν κάποιον άλλο ρόλο εκτός από εκείνον του commuter ακόμη και στις πιο φιλικές προς τα ηλεκτρικά χώρες όπου το δίκτυο φόρτισης δεν είναι τόσο ελλιπές όσο αυτό της Ελλάδας.

Can-Am Origin & Pulse στα Μέγαρα παρουσίαση 2025

Η ποιότητα κατασκευής βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο και οι δύο μοτοσυκλέτες σε καλοσωρίζουν με μια άνετη θέση οδήγησης που χαρακτηρίζεται και στις δύο περιπτώσεις από το ψηλά τοποθετημένο τιμόνι. Χώρος στη σέλα υπάρχει μπόλικος και για τους ψηλούς με την απόσταση των μαρσπιέ από αυτή να είναι λογική, ενώ ακόμη και στην ψηλότερη Origin οι κοντύτεροι δεν θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα αφού η μοτοσυκλέτα είναι στενή, δεν ανοίγει πολύ τα πόδια και αυτά φτάνουν στο έδαφος χωρίς να δημιουργούν ψυχολογικά προβλήματα.

Στην πίστα καρτ βέβαια όπου έγινε η πρώτη επαφή με τις δύο Can-Am βρέθηκα αρχικά στη σέλα της Pulse, στην έκδοση "Α1", η οποία ήταν και η ευχάριστη έκπληξη μεταξύ των δύο εκδόσεων λόγω της απόδοσης του ηλεκτρικού κινητήρα. Γιατί μπορείς και με το δίκιο σου να περιμένεις από την "Α2" μοτοσυκλέτα να έχει μπόλικο και χορταστικό ηλεκτρικό "γκάζι", όχι όμως και από την πιο αδύναμη έκδοση που αν ήταν συμβατική θα είχε κινητήρα πολύ μεγαλύτερης χωρητικότητας από 125 κ.εκ. για να το φτάσει σε επιταχύνσεις και ρεπρίζ.

Σίγουρα εκείνοι που έχουν στα χέρια τους δίπλωμα A1, αλλά και οι οδηγοί αυτοκινήτου που το έχουν αναβαθμίσει, θα αισθανθούν από την πρώτη στιγμή ότι κλέβουν εκκλησία αφού ο ηλεκτρικός κινητήρας της Impulse υπακούει στο παραμικρό άνοιγμα του γκαζιού και μεταφέρει άμεσα μπόλικη ροπή στον πίσω τροχό σχεδόν διαισθητικά. Με τη συστοιχία μπαταριών να έχει τοποθετηθεί στο σωστό σημείο η Impulse παρουσιάζει πολύ καλή συγκέντρωση μαζών και αλλάζει με χάρη κατεύθυνση με τη θέση οδήγησης να προσφέρει πολύ καλό έλεγχο. Πολύ καλή είναι και η αίσθηση που δίνει το πιρούνι, τουλάχιστον σε άσφαλτο που δεν έχει τις ανωμαλίες των ελληνικών δρόμων όπως στην πίστα καρτ των Μεγάρων. Μπορείς να την πιέσεις στα φρένα και αυτά να κατεβάσουν τη δύναμή τους χωρίς παρατράγουδα και έπειτα να πάρεις μεγάλη κλίση με αυτοπεποίθηση, μέχρι το μαρσπιέ να αρχίσει να ξύνει την άσφαλτο.

Can-Am Origin & Pulse στα Μέγαρα παρουσίαση 2025

Η "Α2" έκδοση με τους 42 ίππους προσφέρει ακόμη πιο απολαυστική επιτάχυνση χωρίς άλλες διαφορές στη συμπεριφορά της έναντι της μικρότερης Impulse. Εδώ ο εμπρός δίσκος  και ο μονός εμπρός δίσκος, είναι στην πραγματικότητα αρκετός λόγω της τελικής που περιορίζεται στα 129 χλμ./ώρα. Όχι ότι κατάφερα να τελικιάσω μέσα στην πίστα καρτ αλλά κάθε φορά που επιβράδυνα δυνατά η δύναμη ερχόταν γραμμικά και αναλογικά ως προς τη δύναμη που ασκούσα στη μανέτα, χωρίς αρχικό δάγκωμα και το φρένο μου έδειχνε ότι θα μπορούσε να επιβραδύνει με ασφάλεια τη μοτοσυκλέτα και στην μικρή τελική ταχύτητα της. Βέβαια μια 4πίστονη διαγκάνα θα προσέφερε ακόμη περισσότερη δύναμη που δεν θα πήγαινε χαμένη στη naked, αν ο αναβάτης της ήθελε να κινηθεί πιο επιθετικά και όχι απλά σβέλτα. Στην επιβράδυνση, στρέφοντας το γκάζι προς την αντίθετη κατεύθυνση ο ηλεκτροκινητήρας λειτουργεί σαν γεννήτρια για την μπαταρία και μαζί με αυτό προσθέτει λίγη ακόμη επιβραδυντική ισχύ, ενώ η ένταση του συστήματος ανάκτησης ενέργειας μπορεί να ρυθμιστεί και να προσομοιώσει ακόμη καλύτερα το φρένο του συμβατικού κινητήρα.

Πάνω-κάτω τα ίδια ισχύουν και για την Origin, την οποία οδήγησα επίσης στην μικρή πίστα χωρίς να πατήσω καθόλου χώμα. Εδώ βέβαια τα πιο στενά ελαστικά, σε συνδυασμό με τη μεγαλύτερη αδράνεια των βαρύτερων ακτινωτών τροχών -ειδικά του εμπρός των 21 ιντσών- δίνουν μια δικαιολογημένα βαρύτερη αίσθηση στην αλλαγή κατεύθυνσης. Παράλληλα, οι αναρτήσεις με τις μεγαλύτερες διαδρομές είναι και πιο μαλακές και έτσι η μεταφορά βάρους στα φρένα είναι πιο έντονη, όσο περιμένεις όμως από μία on-off. Η Origin σου δίνει και αυτή σιγουριά από το μπροστινό της και σου επιτρέπει να την οδηγήσεις σβέλτα επιλέγοντας και διαφορετικό στιλ "αλά supermoto" στις πιο σφιχτές στροφές μέχρι να ξύσει και αυτή τα μαρσπιέ της. Σε γενικές γραμμές και οι δύο μοτοσυκλέτες είναι πολύ ευχάριστες στην οδήγησή τους, κρύβουν πολύ καλά το βάρος τους, το οποίο χωρίς να είναι αμελητέο βρίσκεται σε λογικό επίπεδο και είναι παράλληλα πολύ προσεγμένες στην κατασκευή τους.

Can-Am Origin & Pulse στα Μέγαρα παρουσίαση 2025


Κοιτάζοντας μπροστά
Origin και Pulse είναι δύο μοτοσυκλέτες που δεν απευθύνονται σε όσους κινούνται με σφιχτό μπάτζετ για την αγορά της επόμενης Α2 ή Α1 μοτοσυκλέτας τους. Είναι premium ηλεκτρικές για τους συνειδητοποιημένους αναβάτες που ασπάζονται όλα τα θετικά που φέρνει η ηλεκτρική ενέργεια στους δύο τροχούς αναφορικά με τους εκπεμπόμενους ρύπους και είναι πρόθυμοι να κάνουν συμβιβασμούς με την περιορισμένη αυτονομία που προσφέρουν. Κάτι κερδίζεις και κάτι χάνεις πάντα, στην προκειμένη περίπτωση το κέρδος προκύπτει από την γεμάτη απόδοση του ηλεκτρικού μοτέρ σε όλο το φάσμα λειτουργίας αλλά και το ελάχιστο δυνατό κόστος κίνησης που μπορεί να ντροπιάσει ακόμη και παπί αναφορικά με την κατανάλωση ή τα ευρώ/100 χλμ. αν προτιμάτε. Ένα μεγάλο μέρος από αυτά τα χρήματα που κοστίζουν οι Origin και Pulse πηγαίνει στο προηγμένο σύστημα κίνησης, το οποίο είναι πλήρως υγρόψυκτο, κάτι μοναδικό για τον κόσμο των δύο τροχών. Είναι παράλληλα πολύ ευχάριστο κατά τη λειτουργία του, ήσυχο και απίστευτα πολιτισμένο με την τεράστια ροπή και τον ακαριαίο αλλά πλήρως αναλογικό τρόπο απόδοσης στην περιστροφή του δεξιού γκριπ να μην αφήνει περιθώριο σύγκρισης με συμβατικό μοτέρ ειδικά στην A1 έκδοση. Μεγάλο μέρος του κόστους αφορά φυσικά και την ίδια την μπαταρία με τις σπάνιες γαίες που έχουν χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή της και ανεβάζουν σημαντικά την τιμή έναντι μιας συμβατικής μοτοσυκλέτας. Όλα αυτά βέβαια θα τα δούμε σε βάθος κατά την αναλυτική δοκιμή τους, όπως φυσικά και το πώς συμπεριφέρονται σε πραγματικές συνθήκες οδήγησης.

Η Can-Am προσπάθησε να σκοράρει δυνατά σε τομείς όπως η ποιότητα κατασκευής και η συμπεριφορά και δείχνει να το έχει πετύχει, ενσωματώνοντας και προηγμένες για ηλεκτρικά τεχνολογίες στα μοντέλα της με τον αναβάτη να κερδίζει επίσης σε συνδεσιμότητα μέσω της hi-tech οθόνης αφής. Το σύστημα προσφέρει και τη δυνατότητα Over-the-Air αναβαθμίσεων, για τα ηλεκτρονικά, τον κινητήρα και την μπαταρία της, περιορίζοντας έτσι τις επισκέψεις στο συνεργείο και το όποιο έξτρα κόστος συνεπάγεται αυτό. Αν θέλετε να ξεχωρίζετε στις μετακινήσεις σας, η Origin και η Impulse είναι δύο μοτοσυκλέτες που το κάνουν και αυτό και αποτελούν δυνατό αντίπαλο για αντίστοιχης απόδοσης ηλεκτρικά δίκυκλα δίνοντας παράλληλα και κύρος στον αναβάτη τους. Βεβαία όλα αυτά θα τα δούμε πιο διεξοδικά κατά την πλήρη δοκιμή των δύο μοτοσυκλετών σε πραγματικές συνθήκες κίνησης

Οι μοτοσυκλέτες της Can-Am καλύπτονται από 2ετή εγγύηση εκτός από την μπαταρία όπου η εγγύηση φτάνει τα πέντε χρόνια ή τα 50.000 χιλιόμετρα. Οι τιμές τους χωρίς να υπολογίζεται σε αυτής η επιδότηση από το κρατικό πρόγραμμα "Κινούμαι Ηλεκτρικά 3" (επιδότηση 20% της τιμής προ ΦΠΑ και με μέγιστο ποσό επιδότησης 700 ευρώ για ηλεκτρικά δίκυκλα κατηγορίας L1e έως L4e.) ξεκινούν από τα 14.000 ευρώ που βρίσκεται στο πλαίσιο του ηλεκτρικού ανταγωνισμού:

Μοντέλο

Έκδοση

Ισχύς

Χρώμα

Κιτ συνεπιβάτη

Τιμή

Pulse

Standard

11 kW

Bright White

 

14.000 €

Pulse

Standard

35 kW

Bright White

 

14.000 €

Pulse

Standard

11 kW

Carbon Black

ΝΑΙ

15.000 €

Pulse

Standard

35 kW

Carbon Black

ΝΑΙ

15.000 €

Pulse

73

35 kW

Sterling Silver

ΝΑΙ

17.000 €

Origin

Standard

11 kW

Bright White

 

14.800 €

Origin

Standard

35 kW

Bright White

 

14.800 €

Origin

Standard

11 kW

Carbon Black

ΝΑΙ

15.800 €

Origin

Standard

35 kW

Carbon Black

ΝΑΙ

15.800 €

Origin

73

35 kW

Sterling Silver

ΝΑΙ

17.500 €