Η Ινδία μόλις προσπέρασε την Κίνα!

Ανακηρύσσεται η μεγαλύτερη παγκοσμίως αγορά μοτοσυκλέτας
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

10/5/2017

Τα νούμερα προκαλούν ένα δέος, αν και είναι σημαντικά μικρότερα από το 2009, την χρονιά που καταγράφηκε ο μεγαλύτερος αριθμός πωλήσεων μοτοσυκλετών, με 19 εκατομμύρια νέες μοτοσυκλέτες να πωλούνται στην Κίνα. Από τότε οι πωλήσεις στην Κίνα βαίνουν σταθερά μειούμενες χρόνο με τον χρόνο, την στιγμή που μέσα στο 2016 οι πωλήσεις νέων μοτοσυκλετών στην Ινδία παρουσιάζουν αύξηση. Αυτό οδήγησε τελικά την ανατροπή στην ζυγαριά και την Ινδία να περνά μπροστά με 17,7 εκατομμύρια πωλήσεις, έναντι 16,8 της Κίνας.

Τα στοιχεία ανακοινώνει ο SIAM (Society of Indian Automobile Manufacturers) και επαληθεύονται από τον CAAM τον αντίστοιχο οργανισμό της Κίνας: Για πρώτη φορά, η Ινδία περνά την Κίνα και με ρυθμό που δείχνει ότι θα αυξήσει την διαφορά, χωρίς να κλείσει η ψαλίδα. Στην τρίτη θέση παραμένει σταθερά η Ινδονησία με περισσότερες από 6 εκατομμύρια πωλήσεις, την στιγμή που σε νούμερα την πλησιάζει η Λατινική Αμερική. Μονάχα αν ενώσεις την τεράστια αγορά της Βραζιλίας με την υπόλοιπη Λατινική Αμερική, με την έννοια ότι αυτή την στιγμή προσπαθούν να συγκροτήσουν έναν διεθνικό οργανισμό κατασκευαστών, μπορείς να βρεις μία τέταρτη, τόσο μεγάλη αγορά.

Όλα τα παραπάνω φυσικά, έχουν να κάνουν με αριθμούς μονάδων. Γιατί μόλις μιλήσουμε για ποσά ή ακόμα πιο συγκεκριμένα για κέρδη των κατασκευαστών, από το σύνολο της αγοράς με πωλήσεις μοτοσυκλετών, ανταλλακτικών και αξεσουάρ, τότε η αγορά της Ευρώπης παραμένει στην κορυφή. Αυτό είναι το πιο σημαντικό και όπως έχουμε γράψει επανειλημμένα και στο περιοδικό, καλό θα ήταν να μην αλλάξει και στο μέλλον. Γιατί έτσι όπως έχουν τα πράγματα τώρα το τεράστιο βάρος της έρευνας και της εξέλιξης πέφτει σε μοτοσυκλέτες όπως τις θέλουμε εμείς εδώ και το «εμείς» πάει για όλη την Ευρώπη, την στιγμή που η Ελλάδα έχει και λίγο πιο «ανατολικά» γούστα, όχι όμως σε τέτοιο βαθμό που να καλύπτεται από μοτοσυκλέτες προορισμένες για τις αγορές της Κίνας και της Ινδίας. Η ανησυχία δεν είναι για τώρα ή για το κοντινό μέλλον, αλλά για μία μακρινή εποχή που στην Ευρώπη θα πωλούνται μοτοσυκλέτες εξελιγμένες για μία αγορά που έχει αναπτυχθεί με διαφορετικές προτεραιότητες. Αυτό το ενδεχόμενο ωστόσο, παραμένει εξαιρετικά μικρό προς το παρόν.

Η Ινδία προσπέρασε την Κίνα για έναν βασικό λόγο και δύο επιμέρους. Ο βασικός λόγος είναι η άνοδος του βοιωτικού επιπέδου και στις δύο χώρες και στην τεράστια επένδυση σε υποδομές που πραγματοποιείται την τελευταία πενταετία στην Κίνα. Στην Κίνα η άνοδος του βοιωτικού επιπέδου σημαίνει την άνοδο της αγοράς αυτοκινήτου, εις βάρος των μοτοσυκλετών, την στιγμή που στην χώρα κατασκευάζονται σιδηρόδρομοι και ενισχύονται τα μέσα μαζικής μεταφοράς με γεωμετρική πρόοδο. Αντίστοιχα στην Ινδία ανεβαίνει το βοιωτικό επίπεδο, αλλά η χώρα βρίσκεται βήματα πίσω συγκριτικά με την Κίνα. Ουσιαστικά ανεβαίνουν την ίδια σκάλα, με την Ινδία να βρίσκεται μερικά σκαλοπάτια πίσω. Εκεί που ήταν η Κίνα στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, πατά τώρα η Ινδία βλέποντας τις πωλήσεις μοτοσυκλετών να αυξάνονται. Θα φτάσουν τον μέγιστο αριθμό και θα αρχίσει η πτώση, με τους κατασκευαστές να θεωρούν ότι θα ξεπεράσει κατά μερικά εκατομμύρια το απόλυτο ρεκόρ της Κίνας, όταν έρθει εκείνη η ώρα τα επόμενα χρόνια.

Παράλληλα στην Ινδία συντελείται μία μεγάλη κοινωνική αλλαγή από το κίνημα των γυναικών, με την HMSI (Honda Motorcycle and Scooter India) να δηλώνει ότι οφείλεται στις γυναίκες. Η κοινοπραξία της Honda στην Ινδία σκαρφάλωσε στην δεύτερη θέση της αγοράς πίσω από την Hero, ξεπερνώντας την Bajaj, μία αλλαγή στην κατάταξη που έγινε μόλις πριν από ένα μήνα! Μεγάλο κομμάτι πωλήσεων, σύμφωνα με την ίδια την εταιρία, οφείλεται σε σκούτερ που αγόρασαν γυναίκες που επιζητούν την ελευθερία της ανεξάρτητης μετακίνησης.

Την τελευταία τριετία ασφαλτοστρώνονται στην Ινδία εκατοντάδες χιλιάδες χιλιομέτρων που ήταν χωματόδρομοι και αυτό, σύμφωνα με τον SIAM, είναι άλλος ένας λόγος που οι Ινδοί επιζητούν την ευκολία της μετακίνησης με μοτοσυκλέτα, σε μία χώρα που οι δημόσιες συγκοινωνίες δεν επαρκούν και στους δρόμους επικρατεί κυκλοφοριακό χάος.

Το 80% των οχημάτων στην Ινδία είναι δίκυκλα και τρίκυκλα και η αγορά αυτή των 17,7 εκατομμυρίων πρόκειται να ξεπεράσει πολύ σύντομα τα 20, χτίζοντας ένα ρεκόρ που δεν θα ξεπεραστεί ποτέ στο μέλλον από μία και μόνο χώρα!

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.