Ηλεκτρική όπισθεν για όλες τις μοτοσυκλέτες από την Michelin

Όταν δεν τολμούν οι κατασκευαστές
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

25/1/2021

Κάποιος στη Michelin μάλλον αγανάκτησε να σπρώχνει προς τα πίσω τις νέες υπέρβαρες mega on-off που έχουν για να δοκιμάζουν τα ελαστικά και σκέφτηκε να δώσει τη λύση, που κανονικά θα έπρεπε να είχαν φροντίσει οι ίδιοι οι κατασκευαστές μοτοσυκλετών για αυτή. Μπορεί βέβαια να μην έχουν έτσι τα πράγματα, όμως η ουσία παραμένει ίδια αφού η Michelin κατέθεσε μια πατέντα για έναν bolt-on μηχανισμό που προσφέρει τη δυνατότητα (σχεδόν…) σε κάθε μοτοσυκλέτα να έχει όπισθεν. Η ιδέα δεν είναι από μόνης της κάτι πρωτοποριακό, αφού όπισθεν είχαν αρκετές προπολεμικές μοτοσυκλέτες που είχαν σχεδιαστεί για sidecar. Στις μέρες μας, ηλεκτρική όπισθεν θα βρεις στα hi-end τουριστικά θηρία που προορίζονται για την αμερικάνικη αγορά, όπως τα Goldwing της Honda, τα Κ1600 της BMW και σε ορισμένα “βαρυκόκκαλα” Harley Davidson.

Τα περισσότερα από αυτά χρησιμοποιούν τη μίζα για να τραβήξουν τη μοτοσυκλέτα προς τα πίσω. Η πατέντα της Michelin διαφέρει αρκετά ως κατασκευή, καθώς πρόκειται για έναν ανεξάρτητο μηχανισμό με ροδάκια που ακουμπούν πάνω στο πίσω ελαστικό και αυτόνομο ηλεκτροκινητήρα και δική του μπαταρία λιθίου. Το βασικό πλεονέκτημα είναι πως δουλεύει σε δύο κατευθύνσεις, δηλαδή προς τα πίσω και προς τα εμπρός, με δυνατότητα να σπρώξει τη μοτοσυκλέτα σε ανηφόρα έως 10% και με μέγιστη ταχύτητα 0,6km/h. Βέβαια τα στοιχεία αυτά δεν αναφέρουν σε τι είδους μοτοσυκλέτα αφορούν, δηλαδή πόσα κιλά ήταν. Το θέμα είναι πως μπορεί να τοποθετηθεί σχετικά εύκολα σε οποιαδήποτε μοτοσυκλέτα έχει συμβατικό ψαλίδι και να παίξει ταυτόχρονα το ρόλο βάσης για την πινακίδα και λασπωτήρα. Υποτίθεται πως όταν δεν το έχεις ενεργοποιημένο, δεν ακουμπά τον τροχό και δεν υπερθερμαίνει το ελαστικό.

Η αλήθεια είναι πως υπάρχουν κάποιοι πρακτικοί περιορισμοί στην εφαρμογή του ως after market αξεσουάρ, όμως θα μπορούσε να δώσει λύση ως εργοστασιακός εξοπλισμός, δηλαδή αν η μοτοσυκλέτα το είχε ενσωματωμένο στην αρχική της σχεδίαση. Είτε το δούμε στην παραγωγή, είτε όχι, η Michelin έχει κάνει ήδη το χρέος της να θυμίσει στους κατασκευαστές πως το υπερβολικό βάρος στις μοτοσυκλέτες είναι πρόβλημα.  

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.