Ιταλία: Υποχρεωτικές πινακίδες για ηλεκτρικά πατίνια και χάος από την πρώτη μέρα

Από την Κυριακή 17 Μαΐου ισχύει ο νέος νόμος, φόβος για τσουνάμι ενστάσεων
πατίνι
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

18/5/2026

Η Ιταλία έχει από χτες, Κυριακή 17/5, θέσει σε ισχύ έναν νέο νόμο που προβλέπει πως τα ηλεκτρικά πατίνια θα πρέπει υποχρεωτικά να εκδίδουν πινακίδες κυκλοφορίας, τόσο τα ιδιωτικά, όσο και αυτά που ανήκουν σε εταιρικούς στόλους ως ενοικιαζόμενα.

Οι πινακίδες αυτές είναι πλαστικά αυτοκόλλητα διαστάσεων 5x6 εκατοστά, τα οποία εκδίδονται από δημόσια αρχή μέσω ειδικής ιστοσελίδας με προδιαγραφές που εγγυώνται τη γνησιότητά τους, μη επιτρέποντας την αντιγραφή τους και με κόστος περίπου 35 ευρώ για τον ιδιοκτήτη. Η τοποθέτησή τους πρέπει να γίνεται είτε σε ειδική βάση, όπως στις μοτοσυκλέτες, ή στην κολώνα του τιμονιού αν δεν έχουν άλλη βάση.

Μόνο που η πρεμιέρα του νέου νόμου δεν ήταν τόσο βελούδινη όσο θα ήθελε ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών (και πρώην πρωθυπουργός), Matteo Salvini, καθώς αντιμετωπίζει δύο σοβαρότατα προβλήματα.

Το πρώτο αφορά στις καθυστερήσεις έκδοσης των πινακίδων, με τις πρώτες εκτιμήσεις να μιλούν για πάνω από 15.000 οχήματα σε αναμονή για να μπορέσουν να κυκλοφορήσουν. Η συντριπτική τους πλειοψηφία είναι ενοικιαζόμενα, έτσι η απουσία πινακίδων είναι σοβαρότατο πρόβλημα με άμεσες και μετρήσιμες συνέπειες.

Γι’ αυτό μάλιστα η οργάνωση προστασίας καταναλωτών Codacons έχει ζητήσει παράταση ισχύος του μέτρου από την κυβέρνηση, χωρίς ωστόσο να εισακουστεί. Στο μεταξύ η αστυνομία της πόλης Bari διαφημίζει τους αυστηρούς ελέγχους που έχει ξεκινήσει από τις πρώτες ώρες της Κυριακής, πιάνοντας μόνο την πρώτη μέρα 10 πατίνια χωρίς πινακίδες, με πρόστιμα που φτάνουν ως τα 400 ευρώ.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι η κλοπή των πινακίδων. Από την πρώτη μέρα ένας μεγάλος αριθμός πατινιών που κυκλοφόρησαν κανονικά με τις πινακίδες τους βρέθηκαν άνευ, καθώς κάποιοι έσπευσαν να τις ξεκολλήσουν, κάτι που όπως φαίνεται δεν είναι και πολύ δύσκολο, ειδικά όταν μιλάμε για στόλους ενοικιαζόμενων που παρκάρουν στον δρόμο όλη μέρα.

Και εδώ αναδεικνύεται ένα τρίτο ζήτημα, καθώς οι πινακίδες δεν συνδέονται με συγκεκριμένο πατίνι, αλλά με το ΑΦΜ του ιδιοκτήτη – λογικότατα, αφού θα χρειαζόταν αριθμός πλαισίου και κινητήρα για να ταυτοποιηθεί το όχημα. Εύκολα κάποιος μπορεί χρησιμοποιεί την ίδια πινακίδα για διάφορα πατίνια, όσο εύκολα μπορεί να βγάλει την αυτοκόλλητη πινακίδα και είτε να ισχυριστεί πως του την έκλεψαν, ή να κλέψει μια ξένη για το δικό του.

Τα παραπάνω αρχίζουν λοιπόν να αγχώνουν τις ιταλικές αρχές, με κάποιες φωνές, όπως η Codacons, να προβλέπουν τσουνάμι ενστάσεων κατά προστίμων με εύλογες δικαιολογίες, όπως υπάρχει και κίνδυνος για σωρεία μηνύσεων από εταιρείες ενοικίασης για απώλεια εισοδήματος. Γεγονός που κάνει την όλη υπόθεση να θυμίζει πολύ την τυπική ελληνική πραγματικότητα: μέτρα στο πόδι, με τη δημόσια εικόνα της κυβέρνησης να λειτουργεί τόσο ως αφορμή, όσο και ως τελικός στόχος των μέτρων.

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.