KTM 1390 Super Duke R μεταμορφώνεται σε superbike

Έρχεται Racing Kit από τη Krämer αλλά μόνο για πίστα
Kramer Super Duke Kit
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

21/8/2025

Από το 2026 και μετά, όσοι ονειρεύονται μια ΚΤΜ superbike, μπορούν να την αποκτήσουν: η γερμανική Krämer Motorcycles παρουσιάζει το Super Duke Racing Kit, ένα πλήρες πακέτο για μετασχηματισμό της KTM 1390 Super Duke R (και 1290) σε track-bike

Το κόστος ανέρχεται στα €6.990 περίπου, ενώ η πρώτη παρτίδα των 30 kit έχει ήδη ξεπουλήσει, με 20 νέα κομμάτια να αναμένεται να διατεθούν τον Νοέμβριο.

Το πακέτο περιλαμβάνει πλήρες fairing από fiberglass και Kevlar συμβατό με τα εργοστασιακά ψυγεία, 22-λιτρο ρεζερβουάρ που τοποθετείται πίσω και αυξάνει τη χωρητικότητα, ρυθμιζόμενη καθ’ ύψος σέλα, επάνω τιμονόπλακα κατεργασμένη σε CNC, αγωνιστικά clip-ons, ρυθμιζόμενα ποδοστήρια, μονομπλόκ βάση οργάνου, αγωνιστική εισαγωγή αέρα αλλά και εξάτμιση. Η Krämer σχεδίασε το kit εξ ολοκλήρου και ήδη ετοιμάζει νέες αναβαθμίσεις επιδόσεων, όπως ενισχυμένο ψυγείο και αεροδυναμικά βοηθήματα.Kramer Super Duke Kit

Σύμφωνα με τον ιδρυτή Markus Krämer, σκοπός της ανάπτυξης του πακέτου ήταν να προσφέρει μια πιο προσιτή είσοδο στον κόσμο των αγωνιστικών μοτοσυκλετών, χωρίς να απαιτείται η δημιουργία ενός ολοκαίνουργιου πρωτότυπου. “Το πλαίσιο είναι εμπνευσμένο αυτό της RC8”, δήλωσε χαρακτηριστικά.

Kramer Super Duke Kit

Για τους ενδιαφερόμενους το Racing Kit προσφέρει μεταμόρφωση της μοτοσυκλέτας σε σχεδόν καθαρόαιμη superbike με ποιοτικό εξοπλισμό, χωρίς να χρειάζεται η αγορά ενός καινούργιου μοντέλου. Για όσους ονειρεύονται ακόμα μια νέα RC8, η συγκεκριμένη λύση μπορεί να είναι κοντά σε αυτή για αρκετό καιρό καθώς η άνθρωποι της εταιρείας συνομίλησαν με τα αυστριακό κατασκευαστή για να εξασφαλίσουν ότι δεν εξελίσσουν παράλληλα το ίδιο πράγμα. Για την ίδια την KTM, η Krämer δημιουργεί μια εναλλακτική που ξαναζωντανεύει το πνεύμα της RC8 μέσα από σύγχρονη τεχνολογία, χωρίς να χρειάζεται να επενδύσει η ίδια σε νέο superbike.

Κάμερες τροχαίας στην Αττική: Ψαλιδίστηκαν 21.000 καταγραφές πριν βεβαιωθεί πρόστιμο

Το νέο σύστημα ελέγχου καταγράφει παραβάσεις, αλλά κάθε υπόθεση εξετάζεται πριν εκδοθεί κλήση
Καμερες
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

4/8/2026

Περισσότερες από 21.000 καταγραφές παραβάσεων που εντόπισαν οι νέες κάμερες κυκλοφορίας στην Αττική απορρίφθηκαν έπειτα από έλεγχο της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς κρίθηκε ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία ή δεν επρόκειτο για πραγματικές παραβάσεις

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ., έως τις 22 Ιουλίου 2026 ακυρώθηκαν συνολικά 21.073 καταγραφές από το νέο σύστημα αυτόματης επιτήρησης της κυκλοφορίας, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι κάμερες δεν εκδίδουν αυτόματα πρόστιμα, αλλά κάθε περίπτωση ελέγχεται πριν βεβαιωθεί παράβαση.

Ο συχνότερος λόγος απόρριψης ήταν η λανθασμένη αναγνώριση οχημάτων που κινούνταν πολύ κοντά στη διαγράμμιση, χωρίς όμως να την παραβιάζουν. Για τον λόγο αυτό ακυρώθηκαν 7.039 καταγραφές (33,4%).

Ακολούθησαν τα οχήματα έκτακτης ανάγκης και κρατικά οχήματα, με 6.051 ακυρώσεις (28,7%), καθώς διαθέτουν ειδικό καθεστώς κατά την εκτέλεση υπηρεσίας.

Σε 4.732 περιπτώσεις (22,5%) η ποιότητα της εικόνας δεν επέτρεπε την ασφαλή αναγνώριση του οχήματος, κυρίως κατά τις νυχτερινές ώρες ή σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού.

Επιπλέον, 1.958 καταγραφές (9,3%) ακυρώθηκαν επειδή η κυκλοφορία ρυθμιζόταν εκείνη τη στιγμή από τροχονόμο ή υπήρχε νόμιμη εξαίρεση για οχήματα της ΕΛ.ΑΣ., της Πυροσβεστικής ή του ΕΚΑΒ.

Μικρότερο ποσοστό αφορούσε περιπτώσεις όπου καταγράφηκαν περισσότερα από ένα οχήματα στο ίδιο πλάνο (440 περιπτώσεις), ξένες ή μη καταχωρημένες πινακίδες (171), σφάλματα στην αυτόματη αναγνώριση πινακίδων (107), μη ευδιάκριτες πινακίδες λόγω φθοράς ή λάσπης (71) και ελιγμούς που πραγματοποιήθηκαν για αποφυγή ατυχήματος (28). Άλλες 476 καταγραφές χαρακτηρίστηκαν ως “λοιποί λόγοι”.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι το σύστημα λειτουργεί με ανθρώπινο έλεγχο πριν από την επιβολή προστίμου, ώστε να αποφεύγονται λανθασμένες χρεώσεις. Παράλληλα, αναδεικνύουν τα σημεία όπου το σύστημα εμφανώς πάσχει, όπως η ακρίβεια των αλγορίθμων αναγνώρισης, η απόδοση των καμερών σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού και η καλύτερη αναγνώριση των πινακίδων κυκλοφορίας.