New Zealand Tour 2015

24/8/2015

Κορυφαίος οικολογικός τουρισμός

Μπορεί η εξερεύνηση της Αυστραλίας να είχε πλέον ολοκληρωθεί, αποτελώντας μια ακόμα σελίδα στο πολυσέλιδο ταξιδιωτικό μου ημερολόγιο, ωστόσο η παρουσία μου στην ήπειρο που λέγεται Ωκεανία έμελλε να συνεχιστεί για ακόμα 12 ημέρες. Σε άλλο όμως νησί και με άλλη, εντελώς διαφορετική μοτοσυκλέτα.
Έτσι, από την Αυστραλία πέταξα για την Νέα Ζηλανδία, όπου βρέθηκα στην σέλα μιας στιβαρής Harley Davidson “Ultra Glide Limited Edition”, την οποία μου παραχώρησε η αντιπροσωπεία της Νέας Ζηλανδίας (κατόπιν συνεννόησης με την ελληνική αντιπροσωπεία) για τις ανάγκες του οδοιπορικού μου στο απόμακρο νησί των ιθαγενών Μαορί.


Τι με έσπρωξε όμως να επιλέξω το νησί της Νέας Ζηλανδίας για επίλογο του ταξιδιού μου στις παγωμένες θάλασσες του νότου; Εκτός από το γεγονός ότι κατατάσσεται σ’ έναν από τους κορυφαίους οικολογικούς προορισμούς παγκοσμίως, η Νέα Ζηλανδία "δάνεισε' τα συναρπαστικά τοπία της για τα γυρίσματα του "Άρχοντα των Δακτυλιδιών", δεν δέχεται να κάνουν πυρηνικές δοκιμές στα χωρικά της ύδατα, ενώ οι φιλόξενοι κάτοικοί της, που απολαμβάνουν ένα από τα υψηλότερα βιοτικά επίπεδα του κόσμου, είναι ευαισθητοποιημένοι από τις αρχές του ‘70 σε σχέση με τα περιβαλλοντικά θέματα –εδώ γεννήθηκε άλλωστε το πρώτο οικολογικό κίνημα στον κόσμο.


Κι από το Sydney έφτασα στο Auckland, μετά από μόλις 3,5 ώρες πτήσης. Ενώ στη συνέχεια, βρέθηκα στην τοπική αντιπροσωπεία της Harley Davidson, όπου παρέλαβα μια ασημένια “Ultra Glide Limited Edition” για να καταγράψω 2.800 χιλιόμετρα στα δυο νησιά (Βόρειο και Νότιο) της Νέας Ζηλανδίας. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που είχα ωστόσο να αντιμετωπίσω στην Νέα Ζηλανδία ήταν οι καιρικές συνθήκες, μιας και ο χειμώνας εδώ είναι αρκετά δύσκολος, με πολλές βροχές και χιονοπτώσεις.
Με την βοήθεια της οικογένειας του Βασίλη και της Νάταλι Βερονικιάτη που με φιλοξενούσε, κατέστρωσα ένα ταξιδιωτικό πλάνο 11 ημερών, ξεκινώντας από το νότιο νησί, αφού ο καιρός τις αμέσως επόμενες μέρες θα ήταν εκεί κατάλληλος για μοτοσυκλέτα.


Κι αφού ξεναγήθηκα από τους αγαπητούς οικοδεσπότες μου στα αξιοθέατα του Auckland, ξεκίνησα κατόπιν να οδηγώ την ασημένια Harley Davidson με προορισμό την πρωτεύουσα Wellington (635 χλμ. νότια του Auckland), μέσα από μια διαδρομή που με εντυπωσίασε με τα καταπράσινα τοπία της και την ηρεμία της φύσης. Τα καλύτερα όμως με περίμεναν στο νότιο νησί, που με τα υπέροχα σκηνικά και τις εκπληκτικές εναλλαγές του, θα απογείωνε τις αισθήσεις μου…

Στο νότιο παράδεισο της Νέας Ζηλανδίας

Όλοι ανεξαιρέτως με διαβεβαίωναν πως το νότιο νησί της Νέα Ζηλανδίας ήταν αρκετά πιο όμορφο και ποικιλόμορφο σε σχέση με το αντίστοιχο βόρειο. Έτσι, όταν μετά από ένα κυριολεκτικά τρικυμιώδη τρίωρο ατμοπλοϊκό ταξίδι αποβιβάστηκα με την ασημένια Harley-Davidson στις ακτές του νοτίου νησιού, ήμουν αρκετά ανυπόμονος να δω κατά πόσο τα λεγόμενά τους ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.
Δεν χρειάστηκε ωστόσο να περιμένω πολύ. Διατρέχοντας την διαδρομή των 340 χιλιομέτρων από το μικρό λιμανάκι Picton (όπου είχα αποβιβαστεί) μέχρι την παράκτια πόλη Westport (στην δυτική ακτογραμμή του νησιού), σύντομα "έπεσα" μέσα στην αγκαλιά ενός εκπληκτικού ορεινού οικοσυστήματος. Δασωμένες βουνοπλαγιές, κελαρυστά ποτάμια, καταπράσινα βοσκοτόπια, αδιαπέραστα δάση και μικρές κρυμμένες κοιλάδες, επιβεβαίωναν με τον πιο άμεσο τρόπο τις απόψεις των συνομιλητών μου. Και ακόμα δεν είχα δει τίποτα…


Την επόμενη μέρα, την τιμητική τους είχαν τα θαλασσινά τοπία του ωκεανού. Με οδηγό τον οδικό άξονα “Great Coast Road”, που διέτρεχε την δυτική ακτογραμμή του νοτίου νησιού (από την πόλη Westoport ως την μικρή κωμόπολη Franz Josef), βρέθηκα να οδηγώ για 310 χιλιόμετρα σε μια παράκτια στριφτογυριστή διαδρομή που φλερτάριζε ταυτόχρονα βουνό και θάλασσα. Ίσως, η θεαματικότερη παραλιακή διαδρομή της Νέας Ζηλανδίας…


Μετά από μια στάση-γνωριμίας με τον παγετώνα Franz Josef Glacier, κατευθύνθηκα κατόπιν ανατολικά, στο εσωτερικό του νησιού, μέσω του ορεινού περάσματος Haast – αρχικός προορισμός η πόλη Queenstown. Για καλή μου τύχη, το πέρασμα ήταν ανοικτό από τα χιόνια, μιας και τα εκχιονιστικά μηχανήματα έδωσαν σκληρή μάχη όλες τις προηγούμενες μέρες για να κρατήσουν ανοιχτό τον δρόμο από τις σφοδρές χιονοπτώσεις που είχαν σημειωθεί. Ένα ορεινό τοπίο με χιονισμένα δάση, μικρές γαλάζιες λίμνες και κατάλευκες βουνοκορφές ήταν το υπέροχο σκηνικό που με συνόδευσε καθοδόν ως την παραλίμνια Queenstown, που αποδείχθηκε μια από τις πιο πόλεις της Νέας Ζηλανδίας.


Μετά την Queenstown, σειρά είχε η πόλη Christchurch, στις ανατολικές ακτές του νησιού (486 χλμ. βορειοανατολικά). Ο Mike, κάτοχος μιας Harley-Davidson Ultra Glide Classic, ανέλαβε να με ξεναγήσει στην πόλη του, που κτυπήθηκε το 2011 από έναν σεισμό 6,3 ρίχτερ και θρήνησε 185 νεκρούς -σήμερα η Christchurch έχει επουλώσει τις πιο πολλές πληγές της. Με αφετηρία την αναγεννημένη Christchurch, θα ξεκινούσε πλέον η επιστροφή μου στο βόρειο νησί της Νέας Ζηλανδίας…
Κωνσταντίνος Μητσάκης

Marco Simoncelli 1987-2011: Σαν σήμερα πριν από 14 χρόνια - Αιώνια ζωντανός “Super Sic”!

Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ
Marco Simoncelli 1987-2011: Σαν σήμερα πριν από 14 χρόνια - Αιώνια ζωντανός “Super Sic”!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

23/10/2025

Στις 23 Οκτωβρίου 2011 ο κόσμος του MotoGP πάγωσε. Ο Marco Simoncelli το όνομα που όλοι μας πιστεύαμε πως θα είναι ο επόμενος απόλυτος διεκδικητής των MotoGP, ο νεαρός αναβάτης που ο Rossi έβλεπε ως συνεχιστή του, έχοντας προλάβει να γίνει ήδη ένας από του πιο αναγνωρίσιμους αναβάτες της σύγχρονης εποχής, έχασε τη ζωή του στη διάρκεια του Grand Prix της Μαλαισίας, αφήνοντας πίσω του ένα κενό που παραμένει αισθητό ακόμη και σήμερα. Ο “Super Sic”, όπως τον γνώριζε όλος ο κόσμος, δεν υπήρξε απλώς ένας εξαιρετικός αναβάτης ήταν μια προσωπικότητα που οι αγώνες μοτοσυκλέτας χρειαζόντουσαν και μάλιστα χρειάζονται ακόμη. Είχε τεράστιο πάθος και ανεπιτήδευτη αγάπη για τους αγώνες, με μία πρέζα χιούμορ που έλκυε ακόμη και τους οπαδούς άλλων αναβατών!

Δεκατέσσερα χρόνια μετά, η μνήμη του συνεχίζει να ζει δυνατά χωρίς να έχει προλάβει να γεμίσει με ρεκόρ ή να φορτώσει τα στατιστικά, τέτοια ήταν η αγάπη του κόσμου και η καθολική του αποδοχή από όλους, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο όχι μόνο στα MotoGP αλλά και γενικά στον μηχανοκίνητο αθλητισμό!

Ο Simoncelli ήταν φτιαγμένος από υλικό που δεν μετριέται σε τίτλους και στατιστικά. Το ανέμελο μαλί κάτω από το κράνος, το σπινθηροβόλο βλέμμα και εκείνο το απίστευτο πάθος για μάχη, που έκανε κάθε γύρο του MotoGP να θυμίζει κάτι από άλλες εποχές. Ήταν αγνός αγωνιστής, με μια ιταλική τρέλα που δεν μπορούσε, ούτε ήθελε, να κρύψει.

Super Sic 58 – The Legacy
Ονοματεπώνυμο: Marco Simoncelli
Ημερομηνία γέννησης: 20 Ιανουαρίου 1987, Cattolica, Ιταλία
Θάνατος: 23 Οκτωβρίου 2011, Sepang, Μαλαισία
Αριθμός αγώνων GP: 151 (125cc, 250cc, MotoGP)
Νίκες: 14 (12 στο 250cc, 2 στο 125cc)
Παγκόσμιοι τίτλοι: 1 (250
cc, 2008 – Gilera)
Ομάδες:
Matteoni Racing, Metis Gilera, San Carlo Honda Gresini}
Νούμερο: 58 (αποσυρμένο επίσημα από το MotoGP το 2016)

Κληρονομιά:
• Το Misano World Circuit Marco Simoncelli φέρει το όνομά του από το 2012.
• Το Fondazione Marco Simoncelli στηρίζει νέους και οικογένειες σε ανάγκη, συνεχίζοντας το φιλανθρωπικό έργο της οικογένειας.
• Κάθε χρόνο, οι φίλοι του διοργανώνουν στο Misano το “Sic Day”, ένα φεστιβάλ χαράς και μοτοσυκλέτας, όπως το ήθελε εκείνος.
• Το #58 παραμένει σύμβολο πάθους και αυθεντικότητας, ένα νούμερο που θα θυμίζει για πάντα τι σημαίνει να ζεις ως αγωνιζόμενος στην κορυφή της μοτοσυκλέτας

Η καριέρα του εκτοξεύθηκε το 2008, όταν κατέκτησε το παγκόσμιο πρωτάθλημα 250cc με τη Gilera, χαρίζοντας στην παραπαίουσα τότε Ιταλική μάρκα το τελευταίο της σπουδαίο τρόπαιο. Από τότε, το όνομα “Simoncelli” έγινε συνώνυμο με τον επιθετικό και θεαματικό τρόπο οδήγησης. Ήταν ένα ιδιαίτερο επιθετικό στιλ, από εκείνα που ακόμη και οι αντίπαλοί του δεν χρησιμοποιούσαν αργότερα εναντίον του, ήταν όμως μοιραία και εκείνο που έδωσε το άδοξο τέλος. Όταν ανέβηκε στο MotoGP με τη Honda της ομάδας Gresini, όλοι ήξεραν πως μπροστά τους είχαν έναν από εκείνους τους αναβάτες που ή θα έγραφαν ιστορία ή θα την πλήρωναν ακριβά.

Γνώρισα προσωπικά τον Simoncelli με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο. Είχε μόλις κερδίσει τον πρώτο του παγκόσμιο τίτλο και βρισκόμασταν στην πίστα δοκιμών της Goodyear-Dunlop, μία μαγευτική τοποθεσία με μία εκπληκτική πίστα όπου φυσικά δεν υπάρχουν κερκίδες, ούτε μπορεί να μπει κανείς άλλος πέρα από τους αναβάτες δοκιμών και τους δημοσιογράφους, στις λίγες φορές που έχει φιλοξενήσει παρουσιάσεις ελαστικών.

Ήμουν για ακόμη μία φορά ο μόνος Έλληνας προσκεκλημένος και είχα μπει να οδηγήσω μαζί με τους Άγγλους δημοσιογράφους που τότε ήταν μία πολυπληθή ομάδα χωρίς Youtubers και Influencers, όλοι τους εξαιρετικά έμπειροι και επίσης όλοι τους, μηδενός εξαιρουμένου, με αγωνιστικές περγαμηνές που έφταναν για δύο από αυτούς μέχρι και το BSB! Μπήκαμε με superbike στο session εκείνο και ο Simoncelli με ένα Dorsoduro 750. Αυτό που περισσότερο το έχετε δει να κυκλοφορεί με την ομάδα ΔΙΑΣ, σπάνια δικάβαλο παρότι η ομάδα αυτή έτσι έχει στηθεί και αν θυμάστε από την δοκιμή στο MOTO, δεν ήταν και μία μοτοσυκλέτα που μπορούσε εύκολα να ξεχωρίσει.

Ο Simoncelli ξεκίνησε τελευταίος, πίσω μας και σε λίγους γύρους μας είχε μαζέψει. Εγώ βρισκόμουν τότε σχετικά μπροστά στο γκρουπ, τρίτος κατά σειρά όταν με πέτυχε στο πιο αργό κομμάτι της πίστας, αργό για εμάς. Ανηφορικό εσάκι με θετική κλίση στην μεσαία του στροφή. Ήξερα ότι ήταν πίσω μου και είχα υπολογίσει να κρατηθώ στην έξοδο για να μην τον κόψω και να ανοίξω το γκάζι του GSXR1000R μόλις με περάσει. Μόνος μου στόχος να μείνω πίσω του για λίγο καθώς αμέσως μετά είχαμε άλλες δύο στροφές που μας οδηγούσαν στην ευθεία, οπότε θα προλάβαινα να οδηγήσω τουλάχιστον μισό γύρο πίσω του. Ότι και να έκανε δεν θα μπορούσε να ξεφύγει στην ευθεία με το Dorsoduro 750 από το GSXR1000R!

ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑ!

Την ώρα που έστριβα την δεύτερη στροφή από το εσάκι, εκείνη την αριστερή με την θετική κλίση, είδα ένα Dorsoduro να πετάγεται πλαγιασμένο μέσα από κερμπ πέρνοντας μαζί του χώματα, πετραδάκια και χόρτα και να προσγειώνεται μπροστά μου με το γόνατο. Πίστεψα ότι απλά έπεφτε μπροστά μου, άφησα το γκάζι και προσευχήθηκα στην Dunlop να κρατήσει το εμπρός ελαστικό που εκείνη την στιγμή του ζητούσες να κάνει κάτι δύσκολο. Μόνο που ο Simoncelli δεν είχε πέσει, ντριφτάρισε στην προσγείωση μέχρι το εξωτερικό κερμπ, εκτός δηλαδή αγωνιστικής γραμμής και πάνω του ακριβώς άνοιξε το γκάζι και με τρόπο που δεν πίστευα πως μπορούσε να γίνει το Dorsoduro 750 σηκώθηκε με το γκάζι, πλάγιασε στην επόμενη δεξιά ξύνοντας τα πάντα και εξαφανίστηκε στα 150 μέτρα της ευθείας πριν τα φρένα της επόμενης αριστερής. Όταν βγήκα στην ευθεία ήταν ήδη περίπου στην μέση και δεν τον έφτασα ποτέ στα φρένα της σπαστής δεξιάς, μίας πολύ ύπουλης στροφής που όταν μάθαινες την πίστα μπορούσες να την πουλήσεις πηγαίνοντας διαγώνια προς την κατηφορική ευθεία πριν από μία απότομη δεξιά όπου είχαν σημειωθεί και αρκετές πτώσεις.

Marco Simoncelli 1987-2011: Σαν σήμερα πριν από 14 χρόνια - Αιώνια ζωντανός “Super Sic”!
Έχουν περάσει 16 χρόνια από εκείνη την ημέρα, ήμουν τότε ένας νέος συντάκτης, συνομιλώντας με τον επόμενο Valentino Rossi (όπως τον λέγαμε με τον πατέρα του)

Δεν οδηγήσαμε ποτέ μαζί για μισή πίστα, ενώ αμέσως μετά ήμασταν μόνοι μας για τους λίγους γύρους που έμεναν για το υπόλοιπο session. ΌΛΟΙ οι Άγγλοι συνάδελφοι είχαν βγει έξω νωρίτερα ζητώντας από την Dunlop να βγάλει τον Simoncelli γιατί δεν ήθελαν να σκοτωθούν δοκιμάζοντας λάστιχα. Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν το είχα δει ως απερισκεψία, ήμουν ακόμη εντυπωσιασμένος από το πώς κατάφερε να προσγειωθεί πλαγιασμένος και κυρίως με την λογική ακολουθία της σκέψης του. Πώς δηλαδή πήρε την απόφαση να βγει εκτός πίστας, μέσα από τα κέρμπ! Στο πλαίσιο της συνέντευξης που είχαμε μετά, ξεκίνησα από εκεί: «Πώς το σκέφτηκες αυτό και κυρίως γιατί; Ποιος ο λόγος;» - «Δεν το σκέφτηκα, μου είπε ο Simoncelli, δεν ήταν δηλαδή μία μελετημένη από πριν απόφαση, είχατε πολύ πιο γρήγορες μοτοσυκλέτες οπότε έπρεπε να μην φρενάρω πουθενά για να σας περάσω, ότι ήρθαν οι στροφές και είδα ότι θα έπρεπε να κόψω πολύ για να μείνω πίσω από το GSXR και μετά στην ευθεία να μην μπορώ να προσπεράσω, σκέφτηκα την προσπέραση στην επόμενη στροφή και μου ήρθε πολύ μακριά. Οπότε εκεί που έστριβα την πρώτη δεξιά, το σήκωσα και έκανα την αριστερή εκτός πίστας.

Στην συνέχεια εκείνης της συνέντευξης τον ρώτησα αν οδηγεί στον δρόμο και μου είπε πως όχι γιατί είναι επικίνδυνο και γελάσαμε έπειτα μαζί.

Μπορούσες να το δεις όπως οι Άγγλοι, ως επιθετικό και απερίσκεπτο ή να τον θαυμάσεις ως κάτι εξωπραγματικό και μοναδικό. Διότι αυτό ήταν. Απίστευτα πράος και μαζεμένος όλες τις στιγμές, εκτός από εκείνες που οδηγούσε. Ήμουν τυχερός που τον γνώρισα και μου για λίγο, πολύ λίγο, οδηγήσαμε και μαζί.

Το 2011, με τον αριθμό 58 πάνω στο λευκό fairing, ο Marco έδειχνε πως το μεγάλο του ξέσπασμα ήταν θέμα χρόνου. Πάλευε με τους καλύτερους τότε, με Lorenzo, Stoner, Pedrosa, Rossi κι αν κάποιες φορές οι κινήσεις του ήταν υπερβολικά τολμηρές, είχαν εκείνο το στοιχείο του “πραγματικού αγώνα” που σήμερα θα ξεσήκωνε αντιδράσεις. Δεν υπολόγιζε τίποτα. Οδήγησε πάντα σαν να μην υπήρχε αύριο, και ίσως τελικά γι’ αυτό να έγινε αθάνατος.

Marco Simoncelli 1987-2011: Σαν σήμερα πριν από 14 χρόνια - Αιώνια ζωντανός “Super Sic”!
στιγμιότυπο από την ίδια εκείνη ημέρα

Η μοίρα στάθηκε άδικη στη Sepang. Μια πτώση στην πρώτη κιόλας στροφή, ένα ατυχές σημείο επαφής και το όνειρο σταμάτησε απότομα. Ο θάνατός του σε ζωντανή μετάδοση καθώς όλοι οι θεατές κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί βλέποντας το κράνος του να φεύγει, έμεινε για πάντα χαραγμένος στην ιστορία και κανείς, δεν θέλει να το αναπαράγει. Είχε έντονα στοιχεία αρχαιοελληνικής τραγωδίας μάλιστα από την στιγμή που πάνω του έπεσαν οι καλύτεροί του φίλοι εκτός πίστας και ταυτόχρονα ανταγωνιστές την ώρα του αγώνα. Ένας από τους καλύτερους θα σβήσει άδοξα. Όμως εκείνη τη στιγμή γεννήθηκε κάτι άλλο, ένας θρύλος που κανένας χρόνος δεν μπορεί να σβήσει. Από τότε, το νούμερο 58 έγινε σύμβολο: όχι μόνο του Simoncelli, αλλά κάθε αναβάτη που τρέχει με την καρδιά του.

Η Honda Gresini διατήρησε τη μνήμη του, το Misano World Circuit φέρει πλέον το όνομά του, και κάθε φορά που βλέπεις εκείνη τη λευκοκόκκινη σημαία με τον αριθμό 58, νιώθεις ότι ο “Super Sic” δεν έφυγε ποτέ στ’ αλήθεια. Ζει σε κάθε νέο αναβάτη που ανεβαίνει με πάθος πάνω στη μοτοσυκλέτα, σε κάθε θεατή που ανατριχιάζει όταν ακούει τον κινητήρα να ανεβάζει στροφές.

Ο Simoncelli ήταν ένας από εκείνους τους σπάνιους ανθρώπους που δεν χρειάζονται χρόνο για να αφήσουν το αποτύπωμά τους. Αρκούσαν λίγες σεζόν για να αλλάξει την ψυχή των GP, για να θυμίσει σε όλους μας πως οι αγώνες δεν είναι μόνο νίκες, είναι άνθρωποι, πάθος, είναι συναίσθημα.

Και αν σήμερα κοιτάξεις τον ουρανό πάνω από το Misano, κάπου ανάμεσα στις στροφές της ιστορίας θα δεις τον Marco να γελά, με εκείνο το ανέμελο βλέμμα που λέει:

“Corri forte, ma divertiti – τρέξε δυνατά, αλλά απόλαυσέ το.”