Σε δημοπρασία το Honda CR72 του Jim Redman

Στο Spring Stafford Sale του οίκου Bonhams
Δημοπρασία του Honda RC72 του Jim Redman
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

15/3/2023

Σε δημοπρασία στις 22 Απριλίου από τον Οίκο Bonhams βγαίνει η αγωνιστική μοτοσυκλέτα του θρυλικού Jim Redman, μια τετράχρονη δικύλινδρη εν σειρά CR72 247 κ.εκ. του 1963, με δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, τέσσερις βαλβίδες στον κύλινδρο, και ονομαστική απόδοση 41 hp / 12.500 rpm.

Ο Βρετανός Jim Redman είχε μεταναστεύσει με την οικογένεια του στη Ροδεσία (νυν Ζιμπάμπουε) στην εφηβεία του. Ξεκίνησε τους αγώνες μοτοσυκλέτες με μια δικύλινδρη Triumph, πριν κερδίσει το Πρωτάθλημα Νότιας Αφρικής με μια AJS 7R και αναχωρήσει για την Ευρώπη.

Η μεγάλη ευκαιρία για τον Redman εμφανίστηκε το 1960, όταν η Honda τον προσέλαβε ως αντικαταστάτη του τραυματία Tom Phillis, με το ιαπωνικό εργοστάσιο να του προσφέρει συμβόλαιο για την επόμενη σεζόν. Μέχρι το 1966, όταν και αποσύρθηκε από τους αγώνες, ο Redman είχε σημειώσει 45 νίκες GP και είχε κερδίσει 6 Παγκόσμια Πρωταθλήματα για τη Honda, δυο στα 250 και τέσσερα στα 350 κυβικά εκατοστά.

CR72

Με ένα υπογεγραμμένο γράμμα, ο Redman αναφέρει πως αγωνίστηκε με τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας στη δεκαετία του 1960, μαζί με τον ομόσταυλο του, Bruce Beale. Η μοτοσυκλέτα είχε αγωνιστεί τόσο στη Νότια Αφρική, όσο και στην Imatra (όπου ο Redman υπέγραψε στο ρεζερβουάρ), αλλά και στο Assen.

cr72

Η μοτοσυκλέτα έχει αναπαλαιωθεί, σε μια διαδικασία που διήρκησε… 30 χρόνια, ενώ κατόπιν είχε χρησιμοποιηθεί από τον Jim Redman σε event κλασικών μοτοσυκλετών μεταξύ 2008-2014. Τόσο ο ιδιοκτήτης, όσο και ο Redman αναφέρουν πως είναι σε πολύ καλή κατάσταση και έτοιμη για χρήση.

Ο οίκος Bonhams αναμένει να πουλήσει την CR72 σε τιμή ανάμεσα στις 136 και τις 170 χιλιάδες ευρώ.

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.