To TOP-10 των πιο ακριβών μοτοσυκλετών παραγωγής σήμερα

Μοναδικές, εξωτικές κατασκευές με ιδιαίτερο design, τρελές επιδόσεις και συλλεκτικό χαρακτήρα
Οι ακριβότερες μοτοσυκλέτες παραγωγής το 2023
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/12/2023

Επειδή το διαδίκτυο βρίθει από κατατάξεις των πλέον ακριβών μοτοσυκλετών του κόσμου, και επειδή πολλά από τα TOP-10 / TOP-20 των ιστοσελίδων είναι παρωχημένα / ανακριβή, συλλέξαμε τα τελευταία στοιχεία από τα exclusive / hyper-premium μοντέλα που μπορεί να αγοράσει κανείς καινούργια αυτή τη στιγμή, και σας τα παραθέτουμε.

Σημειώστε πως η λίστα μας αφορά σε καινούργιες μοτοσυκλέτες παραγωγής -συνήθως περιορισμένης-, ενώ δεν λάβαμε στην εξίσωση την παράμετρο “πινακίδα κυκλοφορίας”, ούτε όμως και αν οι μοτοσυκλέτες αυτές διατίθενται προς πώληση και στην Ελλάδα. Ένα ακόμη στοιχείο στο οποίο πρέπει να αναφερθούμε, είναι το γεγονός πως όταν η τιμή ξεπερνά τις δυνατότητες του μέσου αγοραστή, πολλές φορές οι εταιρείες παραγωγής δεν ανακοινώνουν καθόλου την τιμή της μοτοσυκλέτας τους, και πρέπει να περάσεις τα πρώτα διερευνητικά στάδια αγοράς, για να στην αποκαλύψουν κατ’ ιδίαν. Για παράδειγμα, η τιμή του Vyrus Alyen δεν ανακοινώνεται σε κανένα από τα site των dealer της εταιρείας, με τα 145.000 ευρώ να έχουν “αλιευθεί” από την ιαπωνική αγορά, όπου ο δραστήριος dealer Motocorse.jp έκανε μια παρουσίαση του μοντέλου σε ελάχιστα μέσα του ειδικού τύπου. Θα πρέπει να τονίσουμε επίσης πως πολλές από τις τιμές αφορούν στη βασική έκδοση της μοτοσυκλέτας, με τον πελάτη να μπορεί αρκετές φορές να προσθέσει έξτρα τα οποία ανεβάζουν κατά πολύ την τελική τιμή. Τέλος, να διευκρινίσουμε πως δεν παραθέτουμε τιμές για ιστορικές μοτοσυκλέτες που μπορεί κανείς να αγοράσει σε κάποια δημοπρασία, ή μοτοσυκλέτες του πρόσφατου παρελθόντος που δεν διατίθενται όμως πλέον για αγορά, όπως πχ. τη διαστημική Superleggera V4 2022 της Ducati των 120.000 ευρώ, ή τις 2 αγωνιστικές MotoGP KTM RC16 των 288.000 ευρώ που βγήκαν για αγορά το 2020. Κι αν μας ξέφυγε κάποιο συλλεκτικό μοντέλο που παράγεται σ... 1-2 αντίτυπα, να μας συμπαθάτε, θα το προσθέσουμε στον ανανεωμένο πίνακα του 2024.

Ακολουθεί η κατάταξη των 10 πιο ακριβών μοτοσυκλετών παραγωγής στον κόσμο.

1. Marine Turbine Technologies 420 RR - 224.000 ευρώ

MTT 420

Η 420 RR είναι αυτή τη στιγμή η μοναδική μοτοσυκλέτα με αεριοστρόβιλο (τουρμπίνα) που μπορεί κανείς να αγοράσει, και να κυκλοφορήσει στον δρόμο -και όμως, βγάζει πινακίδα κυκλοφορίας! Η απόδοση της τουρμπίνας C20B της Rolls-Royce φτάνει τους 420 hp και τα 76 kgm, σύμφωνα με την αμερικάνικη κατασκευάστρια εταιρεία Marine Turbine Technologies. Η τελική της ταχύτητα ξεπερνά τα 400 χλμ/ωρα, κάτι που δεν είναι όμως εύκολο να εξακριβωθεί, καθώς οι ελάχιστοι αγοραστές της μοτοσυκλέτες δεν έχουν ανεβάσει βίντεο που να αποδεικνύουν τις επιδόσεις της. Η μοτοσυκλέτα διαθέτει κορυφαία εξαρτήματα, όπως ρυθμιζόμενες αναρτήσεις της Ohlins, carbon τροχούς, carbon κοστούμι, κ.α., ενώ το ηλεκτρονικά ελεγχόμενο κιβώτιο έχει 2 μόλις σχέσεις -δεν χρειάζονται περισσότερες. Η πρόγονος του 420 RRY2K” βρίσκεται στο γκαράζ του μανιακού φαν των 2 και 4 τροχών Αμερικανού παρουσιαστή Jay Leno, ενώ το βάρος της μοτοσυκλέτας ανακοινώνεται στα μόλις 227 κιλά! Δυο ακόμα ενδιαφέροντα τεχνικά χαρακτηριστικά είναι το μεταξόνιο των 1.727 mm και το ρεζερβουάρ diesel / κηροζίνης των 34 λίτρων -η αυτονομία δεν ανακοινώνεται...

2. Lazareth LM 847 - 199.960 ευρώ

Lazareth

Μια Leaning Wheel τετράτροχη μοτοσυκλέτα, στα πρότυπα του Yamaha NIKEN, κ.α., με V8 κινητήρα 4.700 κ.εκ., 470 hp και 63 kgm από... Maserati! Αν τώρα κρίνουμε από το βίντεο της γαλλικής εταιρείας, τα επίπεδα κλίσεων της LM 847 μάλλον είναι τόσο μικρά, με τη μοτοσυκλέτα να μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο μόνο για cruising. Το βάρος φτάνει τα 408 κιλά, ενώ απ' ότι ισχυρίζεται η εταιρεία διαθέτει ακόμα 5 μοτοσυκλέτες προς πώληση, από τις 10 που είχε κατασκευάσει. Παρόλα αυτά, η απραξία και τα... φούμαρα της Lazareth, ιδίως στο τελευταίο της project που αφορά μια ιπτάμενη μοτοσυκλέτα -που μέχρι στιγμής έχει καταφέρει μόνο να ανυψωθεί λίγα μέτρα από το έδαφος, δεμένη με ιμάντες, μας κάνουν να αμφιβάλλουμε για πολλούς από τους ισχυρισμούς της.

3. Brough Superior Aston Martin AMB 001 PRO - 148.900 ευρώ

AMB 001 PRO

Μετά την παρουσίαση του AMB 001 το 2019, οι Aston Martin & Brough Superior ένωσαν ξανά τις δυνάμεις τους για το AMB 001 Pro, ένα γυμνό Superbike 225 hp περιορισμένης παραγωγής, με έμπνευση από το Valkyrie AMR Pro hypercar. Το AMB (με τα τρία αρχικά να προέρχονται από τα τρία συνθετικά των 2 εταιρειών - Aston Martin – Brough Superior) 001 Pro είναι κατά 25% δυνατότερο από τον προκάτοχο του (που απέδιδε 183 hp), προσφέροντας λόγο ιπποδύναμης προς βάρος 1.28 hp/kg, που η Aston Martin αναφέρει πως είναι παρόμοιος με ενός μονοθεσίου της F1. Ο V2 κινητήρας των 88 μοιρών και των 997 κ.εκ. διαθέτει υπερτροφοδότη που εκτινάσσει την απόδοση στους 225 hp, με turbo μεταβλητής γεωμετρίας με intercooler. Το Pro διαθέτει πλαϊνά αεροδυναμικά βοηθήματα (φτεράκια) για καλύτερη αεροδυναμική συμπεριφορά και το προχωρημένης τεχνολογίας “lacewing” σήμα της Aston Martin. Σημειώστε πως η Pro είναι συνολικά ελαφρύτερη από την πρώτη AMB 001, καθώς ζυγίζει 175 στεγνά κιλά, αντί για 185 της προκατόχου της. Η οθόνη οργάνων είναι TFT, ενώ παρόλο που δεν αναφέρονται ηλεκτρονικά βοηθήματα, στα όργανα βλέπουμε ενδείξεις για ρυθμιζόμενο Traction Control και για Riding Modes. Σημειώστε τέλος πως η Pro δεν φέρει εξοπλισμό δρόμου, ούτε έχει πάρει έγκριση τύπου για κυκλοφορία εκτός πίστας, με μόνο στόχο ύπαρξης της τα Track Day.

4. Vyrus Alyen - 145.000 ευρώ

Vyrus Alyen

Η Vyrus είναι μία από τις ελάχιστες "βιοτεχνίες" μοτοσυκλετών στον κόσμο που κάθε δημιουργία της θα μπορούσε κάλλιστα να κοσμεί τις προθήκες κάποιου μουσείου μοντέρνας τέχνης. H τελευταία δημιουργία της Vyrus -που δανείζεται τεχνογνωσία από τις μοτοσυκλέτες προηγούμενης γενιάς της Bimota- ονομάζεται Alyen 988, έχοντας στα σωθικά του έναν δικύλινδρο V κινητήρα της Ducati που παράγει 202 άλογα. Πιο συγκεκριμένα πρόκειται για τον δικύλινδρο V-90 των 1.285cc και εκεί σταματά οτιδήποτε έχει να κάνει με δεσμούς με συμβατικές μοτοσυκλέτες. Όπως συμβαίνει σε κάθε μοτοσυκλέτα της Vyrus, το Alyen διαθέτει δύο ψαλίδια, ένα εμπρός κι ένα πίσω, ελέω hub steering. Το σύστημα διεύθυνσης του μπροστινού τροχού συνδέεται μέσω συνδέσμων και υδραυλικών κυκλωμάτων με το τιμόνι. Σε αντίθεση με το προηγούμενο Vyrus -επίσης με hub steering- το 983 C3 4V το οποίο είχε μια πολύ κομψή και στενή όψη, το Alyen έχει μια high-end τεχνολογικά εμφάνιση, αλλά με πολύ μεγάλο όγκο. Η μετωπική επιφάνεια είναι τεράστια, όπως τεράστιες είναι και οι χούφτες στο τιμόνι, κάνοντάς το να θυμίζει ξεχειλωμένο Hypermotard. Η Vyrus αναφέρει πως συνολικά θα κατασκευαστούν 20 Alyen.

5. Combat Wraith - 140.000 ευρώ

Combat Wraith

Το Wraith εξελίσσει τη φόρμουλα των ακραίων και ιδιαίτερων αισθητικά μοτοσυκλετών της πρώην Confederate, υπό την αιγίδα της νέας αμερικάνικης εταιρείας Combat. Όπως και με τον προκάτοχο P-51 Combat Fighter, το Wraith κατασκευάζεται από billet κομμάτια αλουμινίου, χαρίζοντας του μοναδική εμφάνιση. Στην καρδιά της μοτοσυκλέτας χτυπά ένας κτηνώδης αερόψυκτος V2 κινητήρας 2.163 κ.εκ. της S&S με 111 hp και 20 kgm ροπής. Το πλαίσιο είναι αλουμινένιο μονοκόκ, περιέχοντας και το ρεζερβουάρ, με την Combat να κάνει λόγο για τελική ταχύτητα που ξεπερνά τα 260 χλμ/ώρα. Μοναδικό είναι και το εναλλακτικό σύστημα διεύθυνσης μπροστά, με carbon τροχούς 19 ιντσών μπροστά και 17 πίσω, μεταξόνιο 1.587 mm και βάρος με υγρά στα 254 kg. Ένα πραγματικά μοναδικής αισθητικής αμερικάνικο power-cruiser που δεν θυμίζει τίποτα άλλο.

6. Curtiss The One - 132.416 ευρώ

The One

Οι άνθρωποι πίσω από την Confederate (Ο CEO Matt Chambers και ο σχεδιαστής JT Nesbitt) δημιούργησαν την Curtiss, με στόχο την παραγωγή hyper-exclusive ηλεκτρικών κομψοτεχνημάτων, που θα ξεχωρίζουν για το design, τις επιδόσεις αλλά και για την τιμή τους. Η “The One” είναι το πρώτο τους μοντέλο -και το πρώτο ηλεκτρικό μοντέλο της λίστας μας-, χρησιμοποιώντας την θήκη της μπαταρίας ως φέρων τμήμα του πλαισίου. Η μοτοσυκλέτα φέρει πολλά CNC εξαρτήματα και βρίθει από ανθρακόνημα, με πλαίσιο μεταβλητής γεωμετρίας, και με απόδοση 217 hp και 37 kgm από τον ηλεκτροκινητήρα της. Το βάρος ανακοινώνεται στα 192 κιλά, ενώ η αρχική έκδοση (Founder’s Edition) θα παραχθεί σε 15 μόλις αντίτυπα, με την Curtiss να βάζει στόχο κατόπιν την παραγωγή 100 ηλεκτρικών μοτοσυκλετών σε ετήσια βάση.

7. Brough Superior AMB 001 - 118.000 ευρώ

AMB 001

Τον Νοέμβριο του 2019 στην EICMA έκανε ντεμπούτο η απίστευτη Aston Martin AMB 001, με το ελκυστικό design του Reichman και της ομάδας του στην Aston Martin, μια μοτοσυκλέτα που θα οδηγούσε αργότερα για το ΜΟΤΟ ο Alan Cathcart. Τον Μάρτιο του 2022 ξεκίνησαν οι παραδόσεις στους υπομονετικούς ιδιοκτήτες των πρώτων 30 κομματιών της μοτοσυκλέτας με την οποία η Aston Martin έκανε το ντεμπούτο της στους δύο τροχούς. Στην κατασκευή ξεχώριζε το πλαίσιο μονής ραχοκοκαλιάς κατασκευασμένο από ένα ενιαίο κομμάτι τιτανίου με κατεργασία billet, ενώ το υποπλαίσιο που φιλοξενεί τη σέλα είναι από ανθρακόνημα, και μερικά κομμάτια carbon είναι επίσης και δομικά στοιχεία, φιλοξενώντας πτερύγια και άλλα αεροδυναμικά βοηθήματα. Ο υγρόψυκτος V2 κινητήρας της AMB 001 λειτουργεί ως ενεργό στοιχείο του πλαισίου, παράγοντας 184,5 ίππους που φτάνουν στον πίσω τροχό μέσω ενός αφαιρούμενου κιβωτίου τύπου κασέτας έξι σχέσεων. Ο υψηλής πίεσης υπερπληρωτής Garrett είναι ικανός να δώσει ώθηση 1.00 bar/14,5 psi στους κυλίνδρους, προσφέροντας μεταβλητό boost μέσω της ECU της Bosch, ανάλογα με την επιλεγμένη σχέση, την ταχύτητα και το φορτίο. Το μονόμπρατσο ψαλίδι είναι από χυτό αλουμίνιο, ενώ η μπροστινή ανάρτηση της Aston Martin είναι βασισμένη στον αρθρωτό σχεδιασμό του πιρουνιού που δημιουργήθηκε από τον Γάλλο μηχανικό Claude Fior και είχε τερματίσει μέσα στους βαθμούς σε αγώνες του πρωταθλήματος FIM Endurance, περίπου δύο χρόνια προτού δημιουργηθεί η πρώτη μοτοσυκλέτα που έφερε το παρόμοιο σύστημα Hossack.

8. Arch 1S - 115.650 ευρώ

Arch 1S

Ο γνωστός ηθοποιός Keanu Reeves (John Wick, Matrix, κ.α.) είναι φανατικός λάτρης των δύο τροχών, και μαζί με δύο φίλους του μηχανολόγους και σχεδιαστές αποφάσισε πριν μερικά χρόνια να φτιάξει μια δική του εταιρεία κατασκευής custom μοτοσυκλετών. Τέτοιου είδους εταιρείες υπάρχουν άπειρες στις ΗΠΑ, όμως η διαφορά της Arch ήταν ότι οι ιδρυτές της ήθελαν μια κανονική εταιρεία, που οι μοτοσυκλέτες της να πληρούν τις κρατικές και πολιτειακές προδιαγραφές και να εξάγουν τα μοντέλα τους και στην Ευρώπη, λαμβάνοντας και έγκριση Euro. Είναι η πρώτη φορά που ένας αερόψυκτος V2 με ωστήρια και 2.032 κυβικά -κατασκευής της S&S- περνάει τόσο αυστηρές προδιαγραφές θορύβου και ρύπων, ενώ η εταιρεία κάνει λόγο για απόδοση 15,9 kgm ροπής, χωρίς να αναφέρεται στην ιπποδύναμη της μοτοσυκλέτας. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό της 1S είναι τα αλουμινένια τμήματα του πλαισίου/υποπλαισίου που σκαλίζονται στο CNC, οι αναρτήσεις είναι της Ohlins, οι ζάντες της BST είναι από ανθρακόνημα, το μονόμπρατσο ψαλίδι κάνει το μάτι να σκαλώνει πάνω του, και στα φρένα ξεχωρίζουν μπροστά οι ακτινικές… εξαπίστονες δαγκάνες.

9. Suter MMX500 - 110.000 ευρώ

Suter MMX500

Το δίχρονο MMX500 αποτελεί τη σύγχρονη εκδοχή των GP 500 μοτοσυκλετών, με την τεχνογνωσία της Suter, συμμετοχή στο Isle of Man TT και διάθεση σε περιορισμένη παραγωγή. Θυμίζουμε πως το 2016 το ΜΟΤΟ είχε οδηγήσει το MMX500 στην πίστα των Μεγάρων! Το Suter mmx 500 κοστίζει περίπου €110.000 με την τιμή να ανεβαίνει ακόμα περισσότερο, αν ο ιδιοκτήτης του αποφασίσει να τοποθετήσει διαφορετικό σετ αναρτήσεων, carbon ζάντες και Brembo δαγκάνες με πιστόνια τιτανίου. Η εταιρεία κάνει λόγο για κατασκευή μόλις 99 MMX500. Ο V4 δίχρονος κινητήρας των 576 κυβικών με τους δύο στρόφαλους που γραναζωμένοι μεταξύ τους περιστρέφονται αντίρροπα, παράγει 195 ίππους με κόφτη στις 13.000 στροφές και εκτοξεύει την μοτοσυκλέτα των μόλις 127 κιλών σε ταχύτητες μεγαλύτερες των 310Km/h, οπότε η απόδοσή του είναι παραπλήσια των θρυλικών αγωνιστικών μοτοσυκλετών. Βέβαια τώρα έχουμε ψεκασμό, εκτεταμένη χρήση carbon, από το ρεζερβουάρ μέχρι το φαίρινγκ και αλουμινένιο πλαίσιο και ψαλίδι, φτιαγμένα σε CNC, κλπ. Το Suter έχει εξατάχυτο κιβώτιο τύπου κασέτας και ξερό, πολύδισκο συμπλέκτη, αναρτήσεις της Ohlins (FGR300, TTX25 ή RVP20) εμπρός και Ohlins TTX36 ή RVP46 πίσω. Η Akrapovic έχει εξελίξει σε συνεργασία με την Suter τις εξατμίσεις από τιτάνιο, που ευθύνονται για τον μαγικό, αγωνιστικό ήχο που εξαπλώνεται στο Isle of Man με τον 53χρονο Ian Lougher που αγωνίζεται μαζί της, να δηλώνει πως είναι η καλύτερη μουσική στα αυτιά του!

10. Arc Vector - 103.500 ευρώ

Arc Vector

H Vector είναι η 2η ηλεκτρική μοτοσυκλέτα της κατάταξης μας, ένα ιδιαίτερα προηγμένο βρετανικό μοντέλο περιορισμένης παραγωγής της νεότευκτης εταιρείας Arc, που ξεχωρίζει για το μονοκόκ πλαίσιο από ανθρακονήματα που χρησιμοποιεί, τα carbon ψαλίδια της, το εναλλακτικό σύστημα διεύθυνσης μπροστά, και το ηλεκτρικό μοτέρ απόδοσης 117 hp και 17,6 kgm που της χαρίζουν τελική ταχύτητα 200 χλμ/ώρα. Από επιδόσεις πάντως δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε πως η μοτοσυκλέτα υπολείπεται αρκετά σε σχέση με την τιμή της. Η Vector δεν έχει ταχύτητες, ενώ στις αναρτήσεις βρίσκουμε ρυθμιζόμενα αμορτισέρ της Ohlins. Οι τροχοί της BST έχουν διαστάσεις 17 ιντσών, ενώ είναι από ανθρακόνημα, και στα φρένα υπεύθυνη είναι η Brembo με 4πίστονες ακτινικές μονομπλόκ Stylema δαγκάνες μπροστά. Το βάρος ανακοινώνεται στα 240 κιλά, και η θεωρητική μέγιστη αυτονομία στα 200 χλμ. στον αυτοκινητόδρομο και στα 320 χλμ. σε αστική χρήση. Η εταιρεία παρέχει και εξίσου ακριβά αξεσουάρ με τη μοτοσυκλέτα, όπως matching κράνος με HUD στα 3.450 ευρώ, jacket στα 4.600 ευρώ, κ.α.

Τελειώνοντας με το TOP-10 μας, εύφημο μνεία αξίζει στις ακόλουθες μοτοσυκλέτες που βρίσκονται λίγο έξω από την κατάταξη μας.

Indian Challenger RR
  • Στην 11η θέση η Indian Challenger RR, η ρέπλικα της αγωνιστικής μοτοσυκλέτας του αμερικάνικου πρωταθλήματος King of the Baggers, που τιμάται στα 83.344 ευρώ.
  • Στη 12η θέση οι Ducati Panigale V4 Champion Replicas του 2022 που τιμώνται στις 77.000 ευρώ -άγνωστες ακόμα παραμένουν οι τιμές των V4 Champion Replicas του 2023.
  • Στη 13η θέση η Brough Superior SS100 Lawrence Ultimate που ξεκινά από τα 71.900 ευρώ.
  • Στη 14η θέση η Ducati Streetfighter V4 Lamborghini στα 75.000 ευρώ, ενώ εδώ αξίζει να σημειωθεί πως η τιμή ανεβαίνει ακόμα κατά 20% περίπου στην customizable έκδοση της μοτοσυκλέτας, με την επερχόμενη Diavel V4 for Bentley να αναμένεται σε παρόμοιες τιμές -δεν έχουν ανακοινωθεί ακόμα.
  • Και η πρώτη 15άδα κλείνει με την υπερτροφοδοτούμενη Kawasaki Ninja H2R, που τιμάται στα 66. 000 ευρώ, ενώ στην ίδια τιμή, στην αντίπερα μεριά του Ατλαντικού θα βρούμε και την Boss Hoss Limited Super Sport Big Block Bike.
Ετικέτες

Honda E-Clutch: Τεχνολογία για τον άνθρωπο

Αναπτυγμένη στο πνεύμα της «Τεχνολογίας για τον άνθρωπο», η τεχνολογία Honda E-Clutch στοχεύει να διευρύνει την απήχηση και τα οφέλη της μοτοσυκλέτας σε ένα ευρύτερο φάσμα δυνητικών αναβατών
honda e-clutch
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

26/6/2026

Σε έναν μοτοσυκλετιστικό κόσμο που διαμορφώνεται ολοένα και περισσότερο από την ηλεκτρονική καινοτομία, ένα εξάρτημα έχει διατηρήσει περήφανα τον αναλογικό του χαρακτήρα: Η μανέτα του συμπλέκτη, αυτή η απτή σύνδεση μεταξύ του αριστερού χεριού του αναβάτη και του κιβωτίου ταχυτήτων, που καθορίζει την εμπειρία οδήγησης. Το E-Clutch της Honda, αναδιαμορφώνει αυτή την έννοια και το τελευταίο οχυρό του χειροκίνητου ελέγχου. Ανασχεδιασμένο - όχι καταργημένο, αλλά ενισχυμένο.

Στην πιο απλή του μορφή, το Honda E-Clutch υπόσχεται κάτι που κάθε αναβάτης κατανοεί ενστικτωδώς: Γρηγορότερες, πιο ομαλές αλλαγές ταχυτήτων με λιγότερη προσπάθεια. Όμως η πραγματική του σημασία είναι βαθύτερη. Συνδυάζοντας την ηλεκτρονική ακρίβεια με τη μηχανική οικειότητα, η Honda δημιούργησε ένα σύστημα που προσφέρει απρόσκοπτες αλλαγές ταχυτήτων, διατηρώντας παράλληλα την αίσθηση και την ελευθερία μιας παραδοσιακής χειροκίνητης μοτοσυκλέτας.

«Μετριάζοντας τον κραδασμό που εμφανίζεται κατά τις αλλαγές ταχυτήτων μέσω του ελέγχου μισού συμπλέκτη, το σύστημα προσφέρει αλλαγές που είναι πιο ομαλές και πιο γρήγορες από εκείνες ενός συμβατικού quickshifter,» εξηγεί ο Junya Ono, Assistant Chief Engineer, Motorcycle and Power Products Operations της Honda Motor Co., Ltd. «Οι αναβάτες μπορούν να νιώσουν το όφελος σε όλες τις συνθήκες οδήγησης, αλλά η διαφορά είναι ιδιαίτερα αισθητή κατά την οδήγηση με χαμηλές ταχύτητες, όπως σε αστικά περιβάλλοντα, όπου οι ομαλές αλλαγές ταχυτήτων είναι πιο εμφανείς.»

Honda E-Clutch

Αυτή ακριβώς η φράση, «έλεγχος μισού συμπλέκτη», είναι κεντρικής σημασίας για να κατανοήσουμε γιατί το E-Clutch έχει διαφορετική αίσθηση. Ένα συμβατικό quickshifter διακόπτει στιγμιαία την ανάφλεξη ή την παροχή καυσίμου για να αποφορτίσει το κιβώτιο, επιτρέποντας ανεβάσματα ταχυτήτων χωρίς συμπλέκτη. Είναι αποτελεσματικό, ειδικά στις υψηλότερες στροφές, αλλά μπορεί να προκαλέσει ένα τράνταγμα, ιδιαίτερα στις χαμηλές ταχύτητες.

Αντίθετα, το E-Clutch διαχειρίζεται ενεργά τον ίδιο τον συμπλέκτη μέσω ηλεκτρονικών ενεργοποιητών. Αντί να διακόπτει απλώς την ισχύ, πατινάρει ανεπαίσθητα τον συμπλέκτη κατά τη διάρκεια της αλλαγής, εξομαλύνοντας τις μεταβάσεις της ροπής προτού καν τις αντιληφθεί ο αναβάτης.

Το αποτέλεσμα είναι μια αλλαγή ταχύτητας με ρευστή και όχι απότομη αίσθηση, ελεγχόμενη και όχι διακεκομμένη. Στην πυκνή κυκλοφορία, σε κλειστούς κυκλικούς κόμβους ή κατά την κίνηση μέσα στο κυκλοφοριακό χάος της πόλης, αυτή η εξέλιξη γίνεται άμεσα αισθητή. Η μοτοσυκλέτα παραμένει σταθερή, ο αναβάτης χαλαρός, η εμπειρία πιο απολαυστική. Ο ευρύτερος στόχος είναι εξίσου σαφής: Να διευρυνθεί η προσβασιμότητα χωρίς να μειωθεί η συμμετοχή του αναβάτη.

Honda E-Clutch

«Ο πρωταρχικός στόχος είναι να επιτρέψουμε σε ένα ευρύ φάσμα αναβατών να απολαύσουν τη διασκέδαση της οδήγησης με μεγαλύτερη σιγουριά σε μια μεγάλη ποικιλία καταστάσεων,» λέει ο Ono-san. «Αυτό επιτεύχθηκε με την περαιτέρω εξέλιξη και βελτίωση της λογικής ελέγχου, βασισμένη στο σύστημα που αναπτύχθηκε αρχικά για τα μοντέλα της κατηγορίας 650.»

Αυτό το σύστημα, το οποίο έκανε το ντεμπούτο του στα CB650R & CBR650R, απέδειξε ότι ο αυτοματοποιημένος έλεγχος του συμπλέκτη μπορεί να συνυπάρξει με ένα χειροκίνητο κιβώτιο ταχυτήτων. Η νέα γενιά, η οποία έκανε την πρώτη της δημόσια εμφάνιση στην EICMA 2025 στα XL750 Transalp & CB750 Hornet, χτίζει πάνω σε αυτά τα θεμέλια, μεταφέροντας την τεχνολογία σε διαφορετικούς κυβισμούς κινητήρων και περιβάλλοντα οδήγησης.

Ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός με το σύστημα των 750 κ.εκ. έρχεται με την ενσωμάτωση του συστήματος Throttle-by-Wire (TBW), ξεκλειδώνοντας περαιτέρω δυνατότητες καθώς η συμπεριφορά του E-Clutch γίνεται πλέον προσαρμοστική και όχι απλώς αντιδραστική.

Honda E-Clutch
Junya Ono

«Με τα επιλεγόμενα προγράμματα οδήγησης να είναι πλέον διαθέσιμα, το E-Clutch έχει γίνει ευκολότερο στη χρήση σε ένα ευρύ φάσμα σεναρίων, από τις αστικές μετακινήσεις έως τη σπορ οδήγηση, επιτρέποντας στη συμπεριφορά του να ταιριάζει καλύτερα στις απαιτήσεις του αναβάτη,» εξηγεί ο Ono-san. «Επιπλέον, τα κατεβάσματα ταχυτήτων ενσωματώνουν πλέον μια λειτουργία αυτόματης 'ξερογκαζιάς' (automatic blip), επιτρέποντας πιο ομαλά και απρόσκοπτα κατεβάσματα.»

Το αυτόματο «blip» είναι γνώριμο έδαφος για τους αναβάτες sport μοτοσυκλετών. Κατά τα επιθετικά κατεβάσματα, ένα σύντομο άνοιγμα του γκαζιού ανεβάζει τις στροφές του κινητήρα για να ταιριάξουν με την ταχύτητα του κιβωτίου, αποτρέποντας την αστάθεια του πίσω τροχού. Παραδοσιακά αυτό απαιτούσε φινέτσα και χρονισμό. Με το E-Clutch, το σύστημα εκτελεί το «blip» ηλεκτρονικά, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι ταυτόχρονα διαχειρίζεται και το πατινάρισμα του συμπλέκτη.

«Παρόμοια με το κατέβασμα με quickshifter, το σύστημα ανοίγει στιγμιαία το γκάζι για να ταιριάξει την ταχύτητα του κινητήρα στις κατάλληλες στροφές (RPM) μετά το κατέβασμα,» λέει ο Ono-san. «Ωστόσο, επειδή το E-Clutch εμπλέκει επίσης τον έλεγχο μισού συμπλέκτη, επιτυγχάνει συνολικά ένα πιο ομαλό κατέβασμα.»

Honda E-Clutch

Η διπλή δράση, ο συγχρονισμός του γκαζιού και το ελεγχόμενο πατινάρισμα του συμπλέκτη, δημιουργεί ένα κατέβασμα που δίνει την αίσθηση της πρόληψης. Υπάρχει λιγότερη αναταραχή στο πλαίσιο και λιγότερο τράνταγμα στο σύστημα μετάδοσης. Για τους αναβάτες που απολαμβάνουν έναν επαρχιακό δρόμο με στροφές, αυτό μεταφράζεται σε μεγαλύτερη σταθερότητα κατά το φρενάρισμα.

«Κατά τη διάρκεια μιας γρήγορης επιβράδυνσης, το φορτίο στο πίσω ελαστικό μπορεί να μειωθεί, με αποτέλεσμα η περιστροφή του πίσω τροχού να υστερεί σε σχέση με την πραγματική ταχύτητα του οχήματος,» εξηγεί ο Ono-san. «Αν εφαρμοστεί ξανά φορτίο στο πίσω ελαστικό ενώ βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση, η αναντιστοιχία δεν μπορεί να απορροφηθεί πλήρως, με αποτέλεσμα την αναπήδηση του τροχού (wheel hop). Το σύστημα ανιχνεύει αυτή την κατάσταση και εφαρμόζει έλεγχο μισού συμπλέκτη. Επιτρέποντας στον συμπλέκτη να πατινάρει αντί για το ελαστικό, βελτιώνεται η σταθερότητα του οχήματος.»

Αυτός ο μετριασμός της αναπήδησης του πίσω τροχού εμφανίζεται για πρώτη φορά στα μοντέλα της σειράς 750 της Honda, συμπεριλαμβανομένου του Honda Transalp. Σηματοδοτεί μια εξέλιξη στον ρόλο του E-Clutch, από ένα χαρακτηριστικό άνεσης σε έναν ενεργό ενισχυτή σταθερότητας. Ωστόσο, η εφαρμογή ενός τέτοιου ελέγχου σε πολλαπλές πλατφόρμες κινητήρων δεν είναι μια απλή ενημέρωση λογισμικού. Κάθε διαμόρφωση κινητήρα συμπεριφέρεται διαφορετικά.

Honda E-Clutch

«Κάθε κινητήρας είχε τα δικά του χαρακτηριστικά, επομένως απαιτούσε ανάλογα προσαρμοσμένες ρυθμίσεις,» λέει ο Ono-san. «Ειδικότερα, δυσκολευτήκαμε να προσαρμόσουμε τις διαφορές στις διακυμάνσεις της περιστροφής, καθώς και τις διαφοροποιήσεις στην απόκριση του κινητήρα και την απόδοση της ροπής.»

Ένας εν σειρά τετρακύλινδρος περιστρέφεται διαφορετικά από έναν δικύλινδρο εν σειρά. Οι παλμοί ροπής, η αδράνεια του στροφάλου, οι καμπύλες απόκρισης του γκαζιού, όλα επηρεάζουν το πώς πρέπει να εμπλέκεται ή να πατινάρει ένας συμπλέκτης. Η μηχανική πρόκληση βρισκόταν στη χαρτογράφηση αυτών των χαρακτηριστικών με τέτοια ακρίβεια ώστε οι αναβάτες να μην αντιλαμβάνονται ποτέ τους υπολογισμούς που γίνονται στο παρασκήνιο.

Τα προγράμματα οδήγησης (riding modes) προσθέτουν ένα ακόμα επίπεδο λεπτομέρειας. Στη λειτουργία Rain, η απόκριση του γκαζιού είναι πιο ήπια· στη λειτουργία Sport, γίνεται πιο απότομη. Επειδή το TBW αποσυνδέει την περιστροφή του γκριπ από το πραγματικό άνοιγμα της πεταλούδας, ο συμπλέκτης πρέπει να ερμηνεύει όχι μόνο τι κάνει ο αναβάτης, αλλά και τι θα κάνει ο κινητήρας στη συνέχεια.

«Ανάλογα με το επιλεγμένο πρόγραμμα, όπως το RAIN ή το SPORT, το πραγματικό άνοιγμα της πεταλούδας γκαζιού ποικίλλει σε σχέση με το άνοιγμα του γκριπ,» εξηγεί ο Ono-san. «Το E-Clutch εκτελεί τον κατάλληλο έλεγχο του συμπλέκτη σύμφωνα με αυτές τις αλλαγές στο άνοιγμα της πεταλούδας.»

Honda E-Clutch

Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό σημαίνει μια σταθερή αίσθηση. Είτε οδηγείτε προσεκτικά σε βρεγμένες συνθήκες είτε απολαμβάνετε ένα στεγνό ορεινό πέρασμα, η εμπλοκή του συμπλέκτη παραμένει διαισθητική και αναλογική.

Εκτός δρόμου, τα οφέλη του συστήματος γίνονται ακόμη πιο ξεκάθαρα. Στις adventure μοτοσυκλέτες, οι αναβάτες συχνά καλούνται να διαχειριστούν ταυτόχρονα την ισορροπία, το γκάζι, το φρενάρισμα και το «διάβασμα» του εδάφους.

«Πρώτον, η παρουσία του E-Clutch εξαλείφει τις ανησυχίες για το σβήσιμο του κινητήρα,» λέει ο Ono-san. «Καταργεί επίσης την ανάγκη να ανησυχεί κανείς για τον χειρισμό της μανέτας του συμπλέκτη. Ως αποτέλεσμα, οι αναβάτες μπορούν να επικεντρωθούν στην οδήγηση με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση σε εκτός δρόμου συνθήκες, όπου απαιτείται αυξημένη προσοχή στην επιφάνεια του εδάφους.»

Σε ανώμαλο έδαφος, όπου η πρόσφυση μπορεί να αυξομειώνεται απρόβλεπτα, το σύστημα της σειράς 750 προχωράει ένα βήμα παραπέρα. Μπορεί να εκτελεί κατάλληλα ανεβάσματα ταχυτήτων ακόμη και όταν το πίσω ελαστικό γλιστράει υπό επιτάχυνση, διατηρώντας την κινητήρια δύναμη χωρίς να επιδεινώνει την αστάθεια. Παρά την εκτεταμένη αυτοματοποίηση, ο Ono-san ήταν κατηγορηματικός ως προς τη διατήρηση της οικειότητας.

Honda E-Clutch

«Δεσμευτήκαμε σε μια διάταξη που δεν αλλάζει τη διαμόρφωση των χειριστηρίων,» τονίζει. «Η μανέτα του συμπλέκτη είναι τοποθετημένη με τον ίδιο τρόπο όπως και πριν και, χωρίς καμία ειδική διαδικασία, απλά τραβώντας τη μανέτα του συμπλέκτη ο αναβάτης έχει ακαριαία την ίδια αίσθηση και λειτουργία με μια συμβατική χειροκίνητη μοτοσυκλέτα.»

Αυτή η απόφαση υπογραμμίζει μια φιλοσοφική διαφορά. Το E-Clutch δεν αποτελεί αντικατάσταση της χειροκίνητης οδήγησης· είναι μια αναβάθμιση. Οι αναβάτες μπορούν να το αγνοήσουν εντελώς και να χειριστούν τον συμπλέκτη ως συνήθως. Ή μπορούν να αφήσουν το σύστημα να αναλάβει τη διαχείριση ρουτίνας, ενώ οι ίδιοι επικεντρώνονται στις γραμμές, τα σημεία φρεναρίσματος ή την κυκλοφορία. Διαθέτει επίσης έναν άσσο στο μανίκι για τους αναβάτες που θέλουν αυτή την παραδοσιακή εμπλοκή.

«Δώσαμε τη δυνατότητα απενεργοποίησης του E-Clutch για καταστάσεις όπου ο αναβάτης δεν επιθυμεί την αυτόματη αποσύμπλεξη, για παράδειγμα, κατά την οδήγηση με χαμηλή ταχύτητα, όπου μπορεί να θέλετε να κινηθείτε ακριβώς στο όριο των στροφών ρελαντί,» λέει ο Ono-san. «Πιστεύουμε ότι το να μπορείς να επιστρέψεις πλήρως στην ίδια λειτουργία με μια χειροκίνητη μοτοσυκλέτα είναι ένα μοναδικό πλεονέκτημα που δεν προσφέρουν άλλα συστήματα αυτόματου ελέγχου συμπλέκτη.»

Honda E-Clutch

Είναι ένας μικρός διακόπτης με μεγάλο συμβολικό βάρος. Η επιλογή παραμένει στα χέρια του αναβάτη. Ωστόσο, ίσως το πιο εντυπωσιακό επίτευγμα του E-Clutch είναι το πόσο αόρατα φαντάζουν όλα αυτά από τη θέση οδήγησης.

«Εξελίξαμε τη λογική ελέγχου σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά και τη χρηστικότητα του οχήματος, μεγιστοποιώντας την αξία που μπορεί να προσφέρει το σύστημα,» λέει ο Ono-san. «Εκτός από τις λειτουργικές βελτιώσεις, όπως ο συντονισμός με το TBW, έχουν γίνει βελτιώσεις και σε μικρότερες λεπτομέρειες για να αναβαθμιστεί η αίσθηση της εκκίνησης του οχήματος και της αλλαγής ταχυτήτων.»

Το E-Clutch δεν «φωνάζει» για την παρουσία του. Απλώς αφαιρεί τις τριβές, μηχανικές και νοητικές. Μειώνει την κούραση στην κίνηση, αυξάνει την ηρεμία κατά το φρενάρισμα, ενισχύει την αυτοπεποίθηση εκτός δρόμου και οξύνει την ακρίβεια στις γρήγορες βόλτες. Για τους νέους αναβάτες, μειώνει τα εμπόδια. Για τους έμπειρους αναβάτες, λειαίνει τις ατέλειες χωρίς να μειώνει τη συμμετοχή.

Με αυτόν τον τρόπο, τα όρια μεταξύ χειροκίνητου και αυτόματου έχουν επαναπροσδιοριστεί αθόρυβα. Η μανέτα του συμπλέκτη παραμένει. Το κιβώτιο ταχυτήτων παραμένει. Ο αναβάτης παραμένει στο επίκεντρο. Αλλά η αόρατη νοημοσύνη που έχει πλέον υφανθεί σε αυτή τη σχέση υποδηλώνει ένα μέλλον όπου η τεχνολογία υποστηρίζει αντί να αντικαθιστά.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο συναρπαστική καινοτομία του E-Clutch: δεν αλλάζει το πώς οδηγούνται οι μοτοσυκλέτες, αλλά επαναπροσδιορίζει την αίσθησή τους —σε κάθε αλλαγή ταχύτητας, σε κάθε εκκίνηση, σε κάθε στάση.

Ετικέτες