To TOP-10 των πιο ακριβών μοτοσυκλετών παραγωγής σήμερα

Μοναδικές, εξωτικές κατασκευές με ιδιαίτερο design, τρελές επιδόσεις και συλλεκτικό χαρακτήρα
Οι ακριβότερες μοτοσυκλέτες παραγωγής το 2023
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/12/2023

Επειδή το διαδίκτυο βρίθει από κατατάξεις των πλέον ακριβών μοτοσυκλετών του κόσμου, και επειδή πολλά από τα TOP-10 / TOP-20 των ιστοσελίδων είναι παρωχημένα / ανακριβή, συλλέξαμε τα τελευταία στοιχεία από τα exclusive / hyper-premium μοντέλα που μπορεί να αγοράσει κανείς καινούργια αυτή τη στιγμή, και σας τα παραθέτουμε.

Σημειώστε πως η λίστα μας αφορά σε καινούργιες μοτοσυκλέτες παραγωγής -συνήθως περιορισμένης-, ενώ δεν λάβαμε στην εξίσωση την παράμετρο “πινακίδα κυκλοφορίας”, ούτε όμως και αν οι μοτοσυκλέτες αυτές διατίθενται προς πώληση και στην Ελλάδα. Ένα ακόμη στοιχείο στο οποίο πρέπει να αναφερθούμε, είναι το γεγονός πως όταν η τιμή ξεπερνά τις δυνατότητες του μέσου αγοραστή, πολλές φορές οι εταιρείες παραγωγής δεν ανακοινώνουν καθόλου την τιμή της μοτοσυκλέτας τους, και πρέπει να περάσεις τα πρώτα διερευνητικά στάδια αγοράς, για να στην αποκαλύψουν κατ’ ιδίαν. Για παράδειγμα, η τιμή του Vyrus Alyen δεν ανακοινώνεται σε κανένα από τα site των dealer της εταιρείας, με τα 145.000 ευρώ να έχουν “αλιευθεί” από την ιαπωνική αγορά, όπου ο δραστήριος dealer Motocorse.jp έκανε μια παρουσίαση του μοντέλου σε ελάχιστα μέσα του ειδικού τύπου. Θα πρέπει να τονίσουμε επίσης πως πολλές από τις τιμές αφορούν στη βασική έκδοση της μοτοσυκλέτας, με τον πελάτη να μπορεί αρκετές φορές να προσθέσει έξτρα τα οποία ανεβάζουν κατά πολύ την τελική τιμή. Τέλος, να διευκρινίσουμε πως δεν παραθέτουμε τιμές για ιστορικές μοτοσυκλέτες που μπορεί κανείς να αγοράσει σε κάποια δημοπρασία, ή μοτοσυκλέτες του πρόσφατου παρελθόντος που δεν διατίθενται όμως πλέον για αγορά, όπως πχ. τη διαστημική Superleggera V4 2022 της Ducati των 120.000 ευρώ, ή τις 2 αγωνιστικές MotoGP KTM RC16 των 288.000 ευρώ που βγήκαν για αγορά το 2020. Κι αν μας ξέφυγε κάποιο συλλεκτικό μοντέλο που παράγεται σ... 1-2 αντίτυπα, να μας συμπαθάτε, θα το προσθέσουμε στον ανανεωμένο πίνακα του 2024.

Ακολουθεί η κατάταξη των 10 πιο ακριβών μοτοσυκλετών παραγωγής στον κόσμο.

1. Marine Turbine Technologies 420 RR - 224.000 ευρώ

MTT 420

Η 420 RR είναι αυτή τη στιγμή η μοναδική μοτοσυκλέτα με αεριοστρόβιλο (τουρμπίνα) που μπορεί κανείς να αγοράσει, και να κυκλοφορήσει στον δρόμο -και όμως, βγάζει πινακίδα κυκλοφορίας! Η απόδοση της τουρμπίνας C20B της Rolls-Royce φτάνει τους 420 hp και τα 76 kgm, σύμφωνα με την αμερικάνικη κατασκευάστρια εταιρεία Marine Turbine Technologies. Η τελική της ταχύτητα ξεπερνά τα 400 χλμ/ωρα, κάτι που δεν είναι όμως εύκολο να εξακριβωθεί, καθώς οι ελάχιστοι αγοραστές της μοτοσυκλέτες δεν έχουν ανεβάσει βίντεο που να αποδεικνύουν τις επιδόσεις της. Η μοτοσυκλέτα διαθέτει κορυφαία εξαρτήματα, όπως ρυθμιζόμενες αναρτήσεις της Ohlins, carbon τροχούς, carbon κοστούμι, κ.α., ενώ το ηλεκτρονικά ελεγχόμενο κιβώτιο έχει 2 μόλις σχέσεις -δεν χρειάζονται περισσότερες. Η πρόγονος του 420 RRY2K” βρίσκεται στο γκαράζ του μανιακού φαν των 2 και 4 τροχών Αμερικανού παρουσιαστή Jay Leno, ενώ το βάρος της μοτοσυκλέτας ανακοινώνεται στα μόλις 227 κιλά! Δυο ακόμα ενδιαφέροντα τεχνικά χαρακτηριστικά είναι το μεταξόνιο των 1.727 mm και το ρεζερβουάρ diesel / κηροζίνης των 34 λίτρων -η αυτονομία δεν ανακοινώνεται...

2. Lazareth LM 847 - 199.960 ευρώ

Lazareth

Μια Leaning Wheel τετράτροχη μοτοσυκλέτα, στα πρότυπα του Yamaha NIKEN, κ.α., με V8 κινητήρα 4.700 κ.εκ., 470 hp και 63 kgm από... Maserati! Αν τώρα κρίνουμε από το βίντεο της γαλλικής εταιρείας, τα επίπεδα κλίσεων της LM 847 μάλλον είναι τόσο μικρά, με τη μοτοσυκλέτα να μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο μόνο για cruising. Το βάρος φτάνει τα 408 κιλά, ενώ απ' ότι ισχυρίζεται η εταιρεία διαθέτει ακόμα 5 μοτοσυκλέτες προς πώληση, από τις 10 που είχε κατασκευάσει. Παρόλα αυτά, η απραξία και τα... φούμαρα της Lazareth, ιδίως στο τελευταίο της project που αφορά μια ιπτάμενη μοτοσυκλέτα -που μέχρι στιγμής έχει καταφέρει μόνο να ανυψωθεί λίγα μέτρα από το έδαφος, δεμένη με ιμάντες, μας κάνουν να αμφιβάλλουμε για πολλούς από τους ισχυρισμούς της.

3. Brough Superior Aston Martin AMB 001 PRO - 148.900 ευρώ

AMB 001 PRO

Μετά την παρουσίαση του AMB 001 το 2019, οι Aston Martin & Brough Superior ένωσαν ξανά τις δυνάμεις τους για το AMB 001 Pro, ένα γυμνό Superbike 225 hp περιορισμένης παραγωγής, με έμπνευση από το Valkyrie AMR Pro hypercar. Το AMB (με τα τρία αρχικά να προέρχονται από τα τρία συνθετικά των 2 εταιρειών - Aston Martin – Brough Superior) 001 Pro είναι κατά 25% δυνατότερο από τον προκάτοχο του (που απέδιδε 183 hp), προσφέροντας λόγο ιπποδύναμης προς βάρος 1.28 hp/kg, που η Aston Martin αναφέρει πως είναι παρόμοιος με ενός μονοθεσίου της F1. Ο V2 κινητήρας των 88 μοιρών και των 997 κ.εκ. διαθέτει υπερτροφοδότη που εκτινάσσει την απόδοση στους 225 hp, με turbo μεταβλητής γεωμετρίας με intercooler. Το Pro διαθέτει πλαϊνά αεροδυναμικά βοηθήματα (φτεράκια) για καλύτερη αεροδυναμική συμπεριφορά και το προχωρημένης τεχνολογίας “lacewing” σήμα της Aston Martin. Σημειώστε πως η Pro είναι συνολικά ελαφρύτερη από την πρώτη AMB 001, καθώς ζυγίζει 175 στεγνά κιλά, αντί για 185 της προκατόχου της. Η οθόνη οργάνων είναι TFT, ενώ παρόλο που δεν αναφέρονται ηλεκτρονικά βοηθήματα, στα όργανα βλέπουμε ενδείξεις για ρυθμιζόμενο Traction Control και για Riding Modes. Σημειώστε τέλος πως η Pro δεν φέρει εξοπλισμό δρόμου, ούτε έχει πάρει έγκριση τύπου για κυκλοφορία εκτός πίστας, με μόνο στόχο ύπαρξης της τα Track Day.

4. Vyrus Alyen - 145.000 ευρώ

Vyrus Alyen

Η Vyrus είναι μία από τις ελάχιστες "βιοτεχνίες" μοτοσυκλετών στον κόσμο που κάθε δημιουργία της θα μπορούσε κάλλιστα να κοσμεί τις προθήκες κάποιου μουσείου μοντέρνας τέχνης. H τελευταία δημιουργία της Vyrus -που δανείζεται τεχνογνωσία από τις μοτοσυκλέτες προηγούμενης γενιάς της Bimota- ονομάζεται Alyen 988, έχοντας στα σωθικά του έναν δικύλινδρο V κινητήρα της Ducati που παράγει 202 άλογα. Πιο συγκεκριμένα πρόκειται για τον δικύλινδρο V-90 των 1.285cc και εκεί σταματά οτιδήποτε έχει να κάνει με δεσμούς με συμβατικές μοτοσυκλέτες. Όπως συμβαίνει σε κάθε μοτοσυκλέτα της Vyrus, το Alyen διαθέτει δύο ψαλίδια, ένα εμπρός κι ένα πίσω, ελέω hub steering. Το σύστημα διεύθυνσης του μπροστινού τροχού συνδέεται μέσω συνδέσμων και υδραυλικών κυκλωμάτων με το τιμόνι. Σε αντίθεση με το προηγούμενο Vyrus -επίσης με hub steering- το 983 C3 4V το οποίο είχε μια πολύ κομψή και στενή όψη, το Alyen έχει μια high-end τεχνολογικά εμφάνιση, αλλά με πολύ μεγάλο όγκο. Η μετωπική επιφάνεια είναι τεράστια, όπως τεράστιες είναι και οι χούφτες στο τιμόνι, κάνοντάς το να θυμίζει ξεχειλωμένο Hypermotard. Η Vyrus αναφέρει πως συνολικά θα κατασκευαστούν 20 Alyen.

5. Combat Wraith - 140.000 ευρώ

Combat Wraith

Το Wraith εξελίσσει τη φόρμουλα των ακραίων και ιδιαίτερων αισθητικά μοτοσυκλετών της πρώην Confederate, υπό την αιγίδα της νέας αμερικάνικης εταιρείας Combat. Όπως και με τον προκάτοχο P-51 Combat Fighter, το Wraith κατασκευάζεται από billet κομμάτια αλουμινίου, χαρίζοντας του μοναδική εμφάνιση. Στην καρδιά της μοτοσυκλέτας χτυπά ένας κτηνώδης αερόψυκτος V2 κινητήρας 2.163 κ.εκ. της S&S με 111 hp και 20 kgm ροπής. Το πλαίσιο είναι αλουμινένιο μονοκόκ, περιέχοντας και το ρεζερβουάρ, με την Combat να κάνει λόγο για τελική ταχύτητα που ξεπερνά τα 260 χλμ/ώρα. Μοναδικό είναι και το εναλλακτικό σύστημα διεύθυνσης μπροστά, με carbon τροχούς 19 ιντσών μπροστά και 17 πίσω, μεταξόνιο 1.587 mm και βάρος με υγρά στα 254 kg. Ένα πραγματικά μοναδικής αισθητικής αμερικάνικο power-cruiser που δεν θυμίζει τίποτα άλλο.

6. Curtiss The One - 132.416 ευρώ

The One

Οι άνθρωποι πίσω από την Confederate (Ο CEO Matt Chambers και ο σχεδιαστής JT Nesbitt) δημιούργησαν την Curtiss, με στόχο την παραγωγή hyper-exclusive ηλεκτρικών κομψοτεχνημάτων, που θα ξεχωρίζουν για το design, τις επιδόσεις αλλά και για την τιμή τους. Η “The One” είναι το πρώτο τους μοντέλο -και το πρώτο ηλεκτρικό μοντέλο της λίστας μας-, χρησιμοποιώντας την θήκη της μπαταρίας ως φέρων τμήμα του πλαισίου. Η μοτοσυκλέτα φέρει πολλά CNC εξαρτήματα και βρίθει από ανθρακόνημα, με πλαίσιο μεταβλητής γεωμετρίας, και με απόδοση 217 hp και 37 kgm από τον ηλεκτροκινητήρα της. Το βάρος ανακοινώνεται στα 192 κιλά, ενώ η αρχική έκδοση (Founder’s Edition) θα παραχθεί σε 15 μόλις αντίτυπα, με την Curtiss να βάζει στόχο κατόπιν την παραγωγή 100 ηλεκτρικών μοτοσυκλετών σε ετήσια βάση.

7. Brough Superior AMB 001 - 118.000 ευρώ

AMB 001

Τον Νοέμβριο του 2019 στην EICMA έκανε ντεμπούτο η απίστευτη Aston Martin AMB 001, με το ελκυστικό design του Reichman και της ομάδας του στην Aston Martin, μια μοτοσυκλέτα που θα οδηγούσε αργότερα για το ΜΟΤΟ ο Alan Cathcart. Τον Μάρτιο του 2022 ξεκίνησαν οι παραδόσεις στους υπομονετικούς ιδιοκτήτες των πρώτων 30 κομματιών της μοτοσυκλέτας με την οποία η Aston Martin έκανε το ντεμπούτο της στους δύο τροχούς. Στην κατασκευή ξεχώριζε το πλαίσιο μονής ραχοκοκαλιάς κατασκευασμένο από ένα ενιαίο κομμάτι τιτανίου με κατεργασία billet, ενώ το υποπλαίσιο που φιλοξενεί τη σέλα είναι από ανθρακόνημα, και μερικά κομμάτια carbon είναι επίσης και δομικά στοιχεία, φιλοξενώντας πτερύγια και άλλα αεροδυναμικά βοηθήματα. Ο υγρόψυκτος V2 κινητήρας της AMB 001 λειτουργεί ως ενεργό στοιχείο του πλαισίου, παράγοντας 184,5 ίππους που φτάνουν στον πίσω τροχό μέσω ενός αφαιρούμενου κιβωτίου τύπου κασέτας έξι σχέσεων. Ο υψηλής πίεσης υπερπληρωτής Garrett είναι ικανός να δώσει ώθηση 1.00 bar/14,5 psi στους κυλίνδρους, προσφέροντας μεταβλητό boost μέσω της ECU της Bosch, ανάλογα με την επιλεγμένη σχέση, την ταχύτητα και το φορτίο. Το μονόμπρατσο ψαλίδι είναι από χυτό αλουμίνιο, ενώ η μπροστινή ανάρτηση της Aston Martin είναι βασισμένη στον αρθρωτό σχεδιασμό του πιρουνιού που δημιουργήθηκε από τον Γάλλο μηχανικό Claude Fior και είχε τερματίσει μέσα στους βαθμούς σε αγώνες του πρωταθλήματος FIM Endurance, περίπου δύο χρόνια προτού δημιουργηθεί η πρώτη μοτοσυκλέτα που έφερε το παρόμοιο σύστημα Hossack.

8. Arch 1S - 115.650 ευρώ

Arch 1S

Ο γνωστός ηθοποιός Keanu Reeves (John Wick, Matrix, κ.α.) είναι φανατικός λάτρης των δύο τροχών, και μαζί με δύο φίλους του μηχανολόγους και σχεδιαστές αποφάσισε πριν μερικά χρόνια να φτιάξει μια δική του εταιρεία κατασκευής custom μοτοσυκλετών. Τέτοιου είδους εταιρείες υπάρχουν άπειρες στις ΗΠΑ, όμως η διαφορά της Arch ήταν ότι οι ιδρυτές της ήθελαν μια κανονική εταιρεία, που οι μοτοσυκλέτες της να πληρούν τις κρατικές και πολιτειακές προδιαγραφές και να εξάγουν τα μοντέλα τους και στην Ευρώπη, λαμβάνοντας και έγκριση Euro. Είναι η πρώτη φορά που ένας αερόψυκτος V2 με ωστήρια και 2.032 κυβικά -κατασκευής της S&S- περνάει τόσο αυστηρές προδιαγραφές θορύβου και ρύπων, ενώ η εταιρεία κάνει λόγο για απόδοση 15,9 kgm ροπής, χωρίς να αναφέρεται στην ιπποδύναμη της μοτοσυκλέτας. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό της 1S είναι τα αλουμινένια τμήματα του πλαισίου/υποπλαισίου που σκαλίζονται στο CNC, οι αναρτήσεις είναι της Ohlins, οι ζάντες της BST είναι από ανθρακόνημα, το μονόμπρατσο ψαλίδι κάνει το μάτι να σκαλώνει πάνω του, και στα φρένα ξεχωρίζουν μπροστά οι ακτινικές… εξαπίστονες δαγκάνες.

9. Suter MMX500 - 110.000 ευρώ

Suter MMX500

Το δίχρονο MMX500 αποτελεί τη σύγχρονη εκδοχή των GP 500 μοτοσυκλετών, με την τεχνογνωσία της Suter, συμμετοχή στο Isle of Man TT και διάθεση σε περιορισμένη παραγωγή. Θυμίζουμε πως το 2016 το ΜΟΤΟ είχε οδηγήσει το MMX500 στην πίστα των Μεγάρων! Το Suter mmx 500 κοστίζει περίπου €110.000 με την τιμή να ανεβαίνει ακόμα περισσότερο, αν ο ιδιοκτήτης του αποφασίσει να τοποθετήσει διαφορετικό σετ αναρτήσεων, carbon ζάντες και Brembo δαγκάνες με πιστόνια τιτανίου. Η εταιρεία κάνει λόγο για κατασκευή μόλις 99 MMX500. Ο V4 δίχρονος κινητήρας των 576 κυβικών με τους δύο στρόφαλους που γραναζωμένοι μεταξύ τους περιστρέφονται αντίρροπα, παράγει 195 ίππους με κόφτη στις 13.000 στροφές και εκτοξεύει την μοτοσυκλέτα των μόλις 127 κιλών σε ταχύτητες μεγαλύτερες των 310Km/h, οπότε η απόδοσή του είναι παραπλήσια των θρυλικών αγωνιστικών μοτοσυκλετών. Βέβαια τώρα έχουμε ψεκασμό, εκτεταμένη χρήση carbon, από το ρεζερβουάρ μέχρι το φαίρινγκ και αλουμινένιο πλαίσιο και ψαλίδι, φτιαγμένα σε CNC, κλπ. Το Suter έχει εξατάχυτο κιβώτιο τύπου κασέτας και ξερό, πολύδισκο συμπλέκτη, αναρτήσεις της Ohlins (FGR300, TTX25 ή RVP20) εμπρός και Ohlins TTX36 ή RVP46 πίσω. Η Akrapovic έχει εξελίξει σε συνεργασία με την Suter τις εξατμίσεις από τιτάνιο, που ευθύνονται για τον μαγικό, αγωνιστικό ήχο που εξαπλώνεται στο Isle of Man με τον 53χρονο Ian Lougher που αγωνίζεται μαζί της, να δηλώνει πως είναι η καλύτερη μουσική στα αυτιά του!

10. Arc Vector - 103.500 ευρώ

Arc Vector

H Vector είναι η 2η ηλεκτρική μοτοσυκλέτα της κατάταξης μας, ένα ιδιαίτερα προηγμένο βρετανικό μοντέλο περιορισμένης παραγωγής της νεότευκτης εταιρείας Arc, που ξεχωρίζει για το μονοκόκ πλαίσιο από ανθρακονήματα που χρησιμοποιεί, τα carbon ψαλίδια της, το εναλλακτικό σύστημα διεύθυνσης μπροστά, και το ηλεκτρικό μοτέρ απόδοσης 117 hp και 17,6 kgm που της χαρίζουν τελική ταχύτητα 200 χλμ/ώρα. Από επιδόσεις πάντως δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε πως η μοτοσυκλέτα υπολείπεται αρκετά σε σχέση με την τιμή της. Η Vector δεν έχει ταχύτητες, ενώ στις αναρτήσεις βρίσκουμε ρυθμιζόμενα αμορτισέρ της Ohlins. Οι τροχοί της BST έχουν διαστάσεις 17 ιντσών, ενώ είναι από ανθρακόνημα, και στα φρένα υπεύθυνη είναι η Brembo με 4πίστονες ακτινικές μονομπλόκ Stylema δαγκάνες μπροστά. Το βάρος ανακοινώνεται στα 240 κιλά, και η θεωρητική μέγιστη αυτονομία στα 200 χλμ. στον αυτοκινητόδρομο και στα 320 χλμ. σε αστική χρήση. Η εταιρεία παρέχει και εξίσου ακριβά αξεσουάρ με τη μοτοσυκλέτα, όπως matching κράνος με HUD στα 3.450 ευρώ, jacket στα 4.600 ευρώ, κ.α.

Τελειώνοντας με το TOP-10 μας, εύφημο μνεία αξίζει στις ακόλουθες μοτοσυκλέτες που βρίσκονται λίγο έξω από την κατάταξη μας.

Indian Challenger RR
  • Στην 11η θέση η Indian Challenger RR, η ρέπλικα της αγωνιστικής μοτοσυκλέτας του αμερικάνικου πρωταθλήματος King of the Baggers, που τιμάται στα 83.344 ευρώ.
  • Στη 12η θέση οι Ducati Panigale V4 Champion Replicas του 2022 που τιμώνται στις 77.000 ευρώ -άγνωστες ακόμα παραμένουν οι τιμές των V4 Champion Replicas του 2023.
  • Στη 13η θέση η Brough Superior SS100 Lawrence Ultimate που ξεκινά από τα 71.900 ευρώ.
  • Στη 14η θέση η Ducati Streetfighter V4 Lamborghini στα 75.000 ευρώ, ενώ εδώ αξίζει να σημειωθεί πως η τιμή ανεβαίνει ακόμα κατά 20% περίπου στην customizable έκδοση της μοτοσυκλέτας, με την επερχόμενη Diavel V4 for Bentley να αναμένεται σε παρόμοιες τιμές -δεν έχουν ανακοινωθεί ακόμα.
  • Και η πρώτη 15άδα κλείνει με την υπερτροφοδοτούμενη Kawasaki Ninja H2R, που τιμάται στα 66. 000 ευρώ, ενώ στην ίδια τιμή, στην αντίπερα μεριά του Ατλαντικού θα βρούμε και την Boss Hoss Limited Super Sport Big Block Bike.
Ετικέτες

Marco Simoncelli 1987-2011: Σαν σήμερα πριν από 14 χρόνια - Αιώνια ζωντανός “Super Sic”!

Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ
Marco Simoncelli 1987-2011: Σαν σήμερα πριν από 14 χρόνια - Αιώνια ζωντανός “Super Sic”!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

23/10/2025

Στις 23 Οκτωβρίου 2011 ο κόσμος του MotoGP πάγωσε. Ο Marco Simoncelli το όνομα που όλοι μας πιστεύαμε πως θα είναι ο επόμενος απόλυτος διεκδικητής των MotoGP, ο νεαρός αναβάτης που ο Rossi έβλεπε ως συνεχιστή του, έχοντας προλάβει να γίνει ήδη ένας από του πιο αναγνωρίσιμους αναβάτες της σύγχρονης εποχής, έχασε τη ζωή του στη διάρκεια του Grand Prix της Μαλαισίας, αφήνοντας πίσω του ένα κενό που παραμένει αισθητό ακόμη και σήμερα. Ο “Super Sic”, όπως τον γνώριζε όλος ο κόσμος, δεν υπήρξε απλώς ένας εξαιρετικός αναβάτης ήταν μια προσωπικότητα που οι αγώνες μοτοσυκλέτας χρειαζόντουσαν και μάλιστα χρειάζονται ακόμη. Είχε τεράστιο πάθος και ανεπιτήδευτη αγάπη για τους αγώνες, με μία πρέζα χιούμορ που έλκυε ακόμη και τους οπαδούς άλλων αναβατών!

Δεκατέσσερα χρόνια μετά, η μνήμη του συνεχίζει να ζει δυνατά χωρίς να έχει προλάβει να γεμίσει με ρεκόρ ή να φορτώσει τα στατιστικά, τέτοια ήταν η αγάπη του κόσμου και η καθολική του αποδοχή από όλους, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο όχι μόνο στα MotoGP αλλά και γενικά στον μηχανοκίνητο αθλητισμό!

Ο Simoncelli ήταν φτιαγμένος από υλικό που δεν μετριέται σε τίτλους και στατιστικά. Το ανέμελο μαλί κάτω από το κράνος, το σπινθηροβόλο βλέμμα και εκείνο το απίστευτο πάθος για μάχη, που έκανε κάθε γύρο του MotoGP να θυμίζει κάτι από άλλες εποχές. Ήταν αγνός αγωνιστής, με μια ιταλική τρέλα που δεν μπορούσε, ούτε ήθελε, να κρύψει.

Super Sic 58 – The Legacy
Ονοματεπώνυμο: Marco Simoncelli
Ημερομηνία γέννησης: 20 Ιανουαρίου 1987, Cattolica, Ιταλία
Θάνατος: 23 Οκτωβρίου 2011, Sepang, Μαλαισία
Αριθμός αγώνων GP: 151 (125cc, 250cc, MotoGP)
Νίκες: 14 (12 στο 250cc, 2 στο 125cc)
Παγκόσμιοι τίτλοι: 1 (250
cc, 2008 – Gilera)
Ομάδες:
Matteoni Racing, Metis Gilera, San Carlo Honda Gresini}
Νούμερο: 58 (αποσυρμένο επίσημα από το MotoGP το 2016)

Κληρονομιά:
• Το Misano World Circuit Marco Simoncelli φέρει το όνομά του από το 2012.
• Το Fondazione Marco Simoncelli στηρίζει νέους και οικογένειες σε ανάγκη, συνεχίζοντας το φιλανθρωπικό έργο της οικογένειας.
• Κάθε χρόνο, οι φίλοι του διοργανώνουν στο Misano το “Sic Day”, ένα φεστιβάλ χαράς και μοτοσυκλέτας, όπως το ήθελε εκείνος.
• Το #58 παραμένει σύμβολο πάθους και αυθεντικότητας, ένα νούμερο που θα θυμίζει για πάντα τι σημαίνει να ζεις ως αγωνιζόμενος στην κορυφή της μοτοσυκλέτας

Η καριέρα του εκτοξεύθηκε το 2008, όταν κατέκτησε το παγκόσμιο πρωτάθλημα 250cc με τη Gilera, χαρίζοντας στην παραπαίουσα τότε Ιταλική μάρκα το τελευταίο της σπουδαίο τρόπαιο. Από τότε, το όνομα “Simoncelli” έγινε συνώνυμο με τον επιθετικό και θεαματικό τρόπο οδήγησης. Ήταν ένα ιδιαίτερο επιθετικό στιλ, από εκείνα που ακόμη και οι αντίπαλοί του δεν χρησιμοποιούσαν αργότερα εναντίον του, ήταν όμως μοιραία και εκείνο που έδωσε το άδοξο τέλος. Όταν ανέβηκε στο MotoGP με τη Honda της ομάδας Gresini, όλοι ήξεραν πως μπροστά τους είχαν έναν από εκείνους τους αναβάτες που ή θα έγραφαν ιστορία ή θα την πλήρωναν ακριβά.

Γνώρισα προσωπικά τον Simoncelli με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο. Είχε μόλις κερδίσει τον πρώτο του παγκόσμιο τίτλο και βρισκόμασταν στην πίστα δοκιμών της Goodyear-Dunlop, μία μαγευτική τοποθεσία με μία εκπληκτική πίστα όπου φυσικά δεν υπάρχουν κερκίδες, ούτε μπορεί να μπει κανείς άλλος πέρα από τους αναβάτες δοκιμών και τους δημοσιογράφους, στις λίγες φορές που έχει φιλοξενήσει παρουσιάσεις ελαστικών.

Ήμουν για ακόμη μία φορά ο μόνος Έλληνας προσκεκλημένος και είχα μπει να οδηγήσω μαζί με τους Άγγλους δημοσιογράφους που τότε ήταν μία πολυπληθή ομάδα χωρίς Youtubers και Influencers, όλοι τους εξαιρετικά έμπειροι και επίσης όλοι τους, μηδενός εξαιρουμένου, με αγωνιστικές περγαμηνές που έφταναν για δύο από αυτούς μέχρι και το BSB! Μπήκαμε με superbike στο session εκείνο και ο Simoncelli με ένα Dorsoduro 750. Αυτό που περισσότερο το έχετε δει να κυκλοφορεί με την ομάδα ΔΙΑΣ, σπάνια δικάβαλο παρότι η ομάδα αυτή έτσι έχει στηθεί και αν θυμάστε από την δοκιμή στο MOTO, δεν ήταν και μία μοτοσυκλέτα που μπορούσε εύκολα να ξεχωρίσει.

Ο Simoncelli ξεκίνησε τελευταίος, πίσω μας και σε λίγους γύρους μας είχε μαζέψει. Εγώ βρισκόμουν τότε σχετικά μπροστά στο γκρουπ, τρίτος κατά σειρά όταν με πέτυχε στο πιο αργό κομμάτι της πίστας, αργό για εμάς. Ανηφορικό εσάκι με θετική κλίση στην μεσαία του στροφή. Ήξερα ότι ήταν πίσω μου και είχα υπολογίσει να κρατηθώ στην έξοδο για να μην τον κόψω και να ανοίξω το γκάζι του GSXR1000R μόλις με περάσει. Μόνος μου στόχος να μείνω πίσω του για λίγο καθώς αμέσως μετά είχαμε άλλες δύο στροφές που μας οδηγούσαν στην ευθεία, οπότε θα προλάβαινα να οδηγήσω τουλάχιστον μισό γύρο πίσω του. Ότι και να έκανε δεν θα μπορούσε να ξεφύγει στην ευθεία με το Dorsoduro 750 από το GSXR1000R!

ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑ!

Την ώρα που έστριβα την δεύτερη στροφή από το εσάκι, εκείνη την αριστερή με την θετική κλίση, είδα ένα Dorsoduro να πετάγεται πλαγιασμένο μέσα από κερμπ πέρνοντας μαζί του χώματα, πετραδάκια και χόρτα και να προσγειώνεται μπροστά μου με το γόνατο. Πίστεψα ότι απλά έπεφτε μπροστά μου, άφησα το γκάζι και προσευχήθηκα στην Dunlop να κρατήσει το εμπρός ελαστικό που εκείνη την στιγμή του ζητούσες να κάνει κάτι δύσκολο. Μόνο που ο Simoncelli δεν είχε πέσει, ντριφτάρισε στην προσγείωση μέχρι το εξωτερικό κερμπ, εκτός δηλαδή αγωνιστικής γραμμής και πάνω του ακριβώς άνοιξε το γκάζι και με τρόπο που δεν πίστευα πως μπορούσε να γίνει το Dorsoduro 750 σηκώθηκε με το γκάζι, πλάγιασε στην επόμενη δεξιά ξύνοντας τα πάντα και εξαφανίστηκε στα 150 μέτρα της ευθείας πριν τα φρένα της επόμενης αριστερής. Όταν βγήκα στην ευθεία ήταν ήδη περίπου στην μέση και δεν τον έφτασα ποτέ στα φρένα της σπαστής δεξιάς, μίας πολύ ύπουλης στροφής που όταν μάθαινες την πίστα μπορούσες να την πουλήσεις πηγαίνοντας διαγώνια προς την κατηφορική ευθεία πριν από μία απότομη δεξιά όπου είχαν σημειωθεί και αρκετές πτώσεις.

Marco Simoncelli 1987-2011: Σαν σήμερα πριν από 14 χρόνια - Αιώνια ζωντανός “Super Sic”!
Έχουν περάσει 16 χρόνια από εκείνη την ημέρα, ήμουν τότε ένας νέος συντάκτης, συνομιλώντας με τον επόμενο Valentino Rossi (όπως τον λέγαμε με τον πατέρα του)

Δεν οδηγήσαμε ποτέ μαζί για μισή πίστα, ενώ αμέσως μετά ήμασταν μόνοι μας για τους λίγους γύρους που έμεναν για το υπόλοιπο session. ΌΛΟΙ οι Άγγλοι συνάδελφοι είχαν βγει έξω νωρίτερα ζητώντας από την Dunlop να βγάλει τον Simoncelli γιατί δεν ήθελαν να σκοτωθούν δοκιμάζοντας λάστιχα. Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν το είχα δει ως απερισκεψία, ήμουν ακόμη εντυπωσιασμένος από το πώς κατάφερε να προσγειωθεί πλαγιασμένος και κυρίως με την λογική ακολουθία της σκέψης του. Πώς δηλαδή πήρε την απόφαση να βγει εκτός πίστας, μέσα από τα κέρμπ! Στο πλαίσιο της συνέντευξης που είχαμε μετά, ξεκίνησα από εκεί: «Πώς το σκέφτηκες αυτό και κυρίως γιατί; Ποιος ο λόγος;» - «Δεν το σκέφτηκα, μου είπε ο Simoncelli, δεν ήταν δηλαδή μία μελετημένη από πριν απόφαση, είχατε πολύ πιο γρήγορες μοτοσυκλέτες οπότε έπρεπε να μην φρενάρω πουθενά για να σας περάσω, ότι ήρθαν οι στροφές και είδα ότι θα έπρεπε να κόψω πολύ για να μείνω πίσω από το GSXR και μετά στην ευθεία να μην μπορώ να προσπεράσω, σκέφτηκα την προσπέραση στην επόμενη στροφή και μου ήρθε πολύ μακριά. Οπότε εκεί που έστριβα την πρώτη δεξιά, το σήκωσα και έκανα την αριστερή εκτός πίστας.

Στην συνέχεια εκείνης της συνέντευξης τον ρώτησα αν οδηγεί στον δρόμο και μου είπε πως όχι γιατί είναι επικίνδυνο και γελάσαμε έπειτα μαζί.

Μπορούσες να το δεις όπως οι Άγγλοι, ως επιθετικό και απερίσκεπτο ή να τον θαυμάσεις ως κάτι εξωπραγματικό και μοναδικό. Διότι αυτό ήταν. Απίστευτα πράος και μαζεμένος όλες τις στιγμές, εκτός από εκείνες που οδηγούσε. Ήμουν τυχερός που τον γνώρισα και μου για λίγο, πολύ λίγο, οδηγήσαμε και μαζί.

Το 2011, με τον αριθμό 58 πάνω στο λευκό fairing, ο Marco έδειχνε πως το μεγάλο του ξέσπασμα ήταν θέμα χρόνου. Πάλευε με τους καλύτερους τότε, με Lorenzo, Stoner, Pedrosa, Rossi κι αν κάποιες φορές οι κινήσεις του ήταν υπερβολικά τολμηρές, είχαν εκείνο το στοιχείο του “πραγματικού αγώνα” που σήμερα θα ξεσήκωνε αντιδράσεις. Δεν υπολόγιζε τίποτα. Οδήγησε πάντα σαν να μην υπήρχε αύριο, και ίσως τελικά γι’ αυτό να έγινε αθάνατος.

Marco Simoncelli 1987-2011: Σαν σήμερα πριν από 14 χρόνια - Αιώνια ζωντανός “Super Sic”!
στιγμιότυπο από την ίδια εκείνη ημέρα

Η μοίρα στάθηκε άδικη στη Sepang. Μια πτώση στην πρώτη κιόλας στροφή, ένα ατυχές σημείο επαφής και το όνειρο σταμάτησε απότομα. Ο θάνατός του σε ζωντανή μετάδοση καθώς όλοι οι θεατές κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί βλέποντας το κράνος του να φεύγει, έμεινε για πάντα χαραγμένος στην ιστορία και κανείς, δεν θέλει να το αναπαράγει. Είχε έντονα στοιχεία αρχαιοελληνικής τραγωδίας μάλιστα από την στιγμή που πάνω του έπεσαν οι καλύτεροί του φίλοι εκτός πίστας και ταυτόχρονα ανταγωνιστές την ώρα του αγώνα. Ένας από τους καλύτερους θα σβήσει άδοξα. Όμως εκείνη τη στιγμή γεννήθηκε κάτι άλλο, ένας θρύλος που κανένας χρόνος δεν μπορεί να σβήσει. Από τότε, το νούμερο 58 έγινε σύμβολο: όχι μόνο του Simoncelli, αλλά κάθε αναβάτη που τρέχει με την καρδιά του.

Η Honda Gresini διατήρησε τη μνήμη του, το Misano World Circuit φέρει πλέον το όνομά του, και κάθε φορά που βλέπεις εκείνη τη λευκοκόκκινη σημαία με τον αριθμό 58, νιώθεις ότι ο “Super Sic” δεν έφυγε ποτέ στ’ αλήθεια. Ζει σε κάθε νέο αναβάτη που ανεβαίνει με πάθος πάνω στη μοτοσυκλέτα, σε κάθε θεατή που ανατριχιάζει όταν ακούει τον κινητήρα να ανεβάζει στροφές.

Ο Simoncelli ήταν ένας από εκείνους τους σπάνιους ανθρώπους που δεν χρειάζονται χρόνο για να αφήσουν το αποτύπωμά τους. Αρκούσαν λίγες σεζόν για να αλλάξει την ψυχή των GP, για να θυμίσει σε όλους μας πως οι αγώνες δεν είναι μόνο νίκες, είναι άνθρωποι, πάθος, είναι συναίσθημα.

Και αν σήμερα κοιτάξεις τον ουρανό πάνω από το Misano, κάπου ανάμεσα στις στροφές της ιστορίας θα δεις τον Marco να γελά, με εκείνο το ανέμελο βλέμμα που λέει:

“Corri forte, ma divertiti – τρέξε δυνατά, αλλά απόλαυσέ το.”