Υπερτροφοδοτούμενο με Carbon πλαίσιο και FULL made in England: NORTON SUPERLIGHT SS

Περιορισμένη παραγωγή
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

21/11/2019

Ένα μικρό εργοστάσιο μέσα στην πίστα Donington που καινοτομεί με μερικούς ευτυχισμένους υπαλλήλους και μία αυστηρή αλλά δίκαια γυναίκα στο τιμόνι, αυτή είναι η εξαιρετικά σύντομη περιγραφή που θα έκανες τέσσερα χρόνια πριν, συνομιλώντας με την Norton στο περίπτερό της στην EICMA. Τότε που το φοβερό και ακριβό V4 ερχόταν στην επιφάνεια! Δεν έχει σημασία που ο Stuart Garner είναι στο τιμόνι, έχει πολλά άλλα θέματα να λύσει ως πρόεδρος της εταιρίας, ιδιοκτήτης ενός ξενώνα σχετικά κοντά στην πίστα, που έχει εξαιρετικό φαγητό και πραγματοποιούνται και πολλά επαγγελματικά ραντεβού, και σε συνεχή αναζήτηση χρηματοδότησης… Το εργοστάσιο το «τρέχει» μία δυναμική κυρία και σε αυτή αναφέρεις κάθε ζήτημα...

Από τότε έχει περάσει αρκετός καιρός, ένα διάστημα που θα ήθελαν να είχαν ξεφύγει από τα οικονομικά προβλήματα, αλλά δεν το έχουν καταφέρει, έχοντας βάλει γερά το χέρι στην τσέπη για να έχουν τον δικό του V4 κινητήρα, που σε αντιδιαστολή με το χιλιάρι V4 της Aprilia είναι 1200 κυβικά, και 72 μοίρες αντί για 65. Η Norton θα ήθελε να αποφύγει τον αντικραδασμικό άξονα σχεδιάζοντας έναν κινητήρα 90 μοιρών, αλλά τα δυναμικά στοιχεία που ήθελε να δώσει και το μεταξόνιο που ήθελε να πετύχει δεν ταίριαζαν με αυτή την διάταξη. Στο τέλος, ο V4 που παράγεται μερικά μέτρα μακριά από την χαρακτηριστική δεξιά στροφή της ιστορικής αγγλικής πίστας, είναι μεγαλύτερος σε χωρικότητα από τον ιταλικό αλλά μικρότερος σε μέγεθος.

Ακριβώς όπως και η Aprilia, κι ακριβώς για τους ίδιους λόγους, για να μπορέσουν δηλαδή να διαθέσουν περισσότερες μονάδες, η Norton «έκοψε» δύο κυλίνδρους και ξεκίνησε από πέρσι την παραγωγή δικύλινδρων εν σειρά μεσαίων μοτοσυκλετών, αρχικά σε Scrambler κι έπειτα σε μία sport μοτοσυκλέτα.

Σε αυτή ακριβώς την μοτοσυκλέτα, άλλαξαν τώρα το αλουμινένιο πλαίσιο με carbon, το πλαστικά έγιναν κι αυτά και πρόσθεσαν υπετροφοδότηση! Τα κιλά διαφοράς μπορεί να μην μοιάζουν πολλά αλλά είναι, συνολικά πέντε λιγότερα που σταματάνε την ζυγαριά στα 153 και με μία απόδοση που δεν ανακοινώνεται ακόμη αλλά θα φτάνει τους 140 – 150 ίππους, με την εταιρία να αφήνει πιο αισιόδοξα μηνύματα, για πάνω από 170. Σε κάθε περίπτωση είναι ασφαλές να περιμένει κανείς κάτι κοντά στην μονάδα, για τον λόγο κιλών ανά ίππο, που δεν είναι και μικρό επίτευγμα.

Το πλαίσιο του Superlight SS δεν έχει αλλάξει σε συμπεριφορά από την κανονική του έκδοση, τουλάχιστον έτσι λένε οι άνθρωποι της εταιρίας που έδωσαν στο πλαίσιο την ίδια στρεπτική ακαμψία και τον ίδιο βαθμό απορροφητικότητας. Επίσης δεν μοιάζει με μεγάλο επίτευγμα αυτό αλλά είναι, να διατηρήσουν δηλαδή τα χαρακτηριστικά, καθώς χρειαζόντουσαν περισσότεροι υπολογισμοί από το συνηθισμένο, μέχρι να φτάσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα.

Μόλις 50 αντίτυπα θα κατασκευάσει η Norton όσα δηλαδή έχει υπολογίσει πως μπορεί να κατασκευάζει διατηρώντας την γραμμή παραγωγής με τα σωστά διαλείμματα για τσάι. Δεν είναι κάποιο σχόλιο σε μορφή σπόντας για την εργατικότητα τους, αλλά ενδεικτικό πως η Norton δουλεύει με δεδομένα βιοτεχνίας και ότι φτιάχνουν είναι στο χέρι - κι από το χέρι, των μηχανικών της. Μαζί με μία καμπάνια να μαζέψουν χρήμα από επενδυτές, την οποία τελικά κάλυψε ένας και μόνο εθελοντής -με το αντίστοιχο τίμημα σε μετοχές- η Norton έχει παραγγελίες για να συνεχίσει στο μέλλον και να σταματήσει να είναι «ίσα βάρκα ίσα νερά».

Από τις γνωστές τεχνικές λεπτομέρειες, είναι πως μπορεί ο κινητήρας να κόπηκε στη μέση -μαζί και με τα άλογα που χωρίς την υπετροφοδότηση είναι σχεδόν 105 και στο 1200 V4 πάνω από 200- το κιβώτιο όμως έμεινε ίδιο. Κι αυτό για να μην υπάρχει ποτέ πρόβλημα αξιοπιστίας. Η υπετροφοδότηση είναι μία λύση από την Rotrex, γνωστή εταιρία με κιτ υπερτροφοδότησης για πολλά αυτοκίνητα αλλά και μοτοσυκλέτες.

Δεν πρόκειται δηλαδή για κάποια εξεζητημένη λύση που πηγαίνει την βιομηχανία δέκα σκαλιά παρά κάτω όπως έχει κάνει η Kawasaki με το πλανητικό κιβώτιο, και την φτερωτή που το ζύγισμά της αποτελεί ένα μικρό θαύμα της τεχνολογίας βιομηχανικού σχεδιασμού. Δεν μιλάμε για μία τέτοια περίπτωση, αλλά δεν είναι και κάτι που κάνεις μόνος σου, καθώς το κιτ της Rotrex έχει προσαρμοστεί από τους μηχανικούς της εταιρίας με σκοπό την καλύτερη απόδοση / αξιοπιστία.

Η ομάδα της Norton κάνει βήματα μπροστά για να διατηρήσει το ιστορικό αυτό όνομα και μάλιστα με τον καλύτερο τρόπο, κρατώντας και την παραγωγή στην Αγγλία

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ -το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta- έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood, ενώ ως σύνολο είναι σύμφωνο με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρίσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960." Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσικλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Η μοτοσυκλέτα χρησιμοποιήθηκε από τον μοναδικό στην ιστορία Παγκόσμιο Πρωταθλητή MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία, και ότι την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με την συμπατριώτισσα της Ferrari για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.