Honda Wingmark: Ένα site αφιερωμένο στο λογότυπο των μοτοσυκλετών της Honda - Από τη Νίκη της Σαμοθράκης στο σήμερα

Μια ακόμη ιστοσελίδα από τη Honda με στόχο την ανάδειξη της ιστορίας της - Επικεντρωμένη στις εκδοχές του διάσημου φτερού της Νίκης
Wing Mark
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

20/2/2026

Η Honda παρουσίασε ένα ακόμη site αφιερωμένο στην ιστορία της που αυτή την φορά δεν επικεντρώνεται στα ιστορικά μοντέλα της, όπως είχε κάνει με τη σειρά CB, αλλά στην ιστορία του λογότυπου της που έχει περάσει από χίλια κύματα. Στην πορεία των ετών έχει αλλάξει πολλές μορφές, κάποιες φορές μάλιστα δραστικά. Από ζωγραφισμένο στο χέρι, σε συμμετρικό, σε ανάγλυφο, με φόντο και γραμματοσειρά ή και χωρίς.

Η πορεία του συμβόλου, από τα φτερά της αρχαίας Νίκης έως τα σημερινά εμβλήματα μοτοσυκλετών της Honda, αποτελεί μια ιστορία μοτοσυκλετιστικής εξέλιξης, μηχανικής αριστείας και εταιρικής ταυτότητας, ένα σύμβολο που ενσαρκώνει την αίσθηση ελευθερίας, το κυνήγι των ορίων και την αδιάκοπη κίνηση προς το μέλλον.

Wing Mark

Η γέννηση της έμπνευσης - Νίκη της Σαμοθράκης (1948)

Η ιστορία του λογότυπου της Honda ξεκινάει πολύ πριν τη σύγχρονη μορφή των φτερών. Το πρώτο έμβλημα που τοποθετήθηκε σε προϊόν της Honda, στο A-Type που ήταν ουσιαστικά ένα μοτέρ σε πλαίσιο ποδηλάτου, απεικόνιζε μια γυναικεία φιγούρα σε πτήση, εμπνευσμένη από τη μορφή και τα φτερά της Νίκης της Σαμοθράκης.

Wing Mark

Τα πρώτα φτερά εμφανίζονται (1953)

Στη δεκαετία του 1950 εμφανίζονται τα φτερά σε ζεύγος. Το 1953 χρησιμοποιούνται για πρώτη φορά μόνα τους ως βασικό γραφικό στοιχείο στη σειρά Benly, ένα προοίμιο του μετέπειτα γνώριμου μας φτερού. Αυτή η εποχή σηματοδοτεί την πρώτη προσπάθεια να εκφραστεί ο δυναμισμός της μηχανής μέσα από μια απλή, αλλά δυναμική φόρμα φτερών.

Wing Mark

Η καθιέρωση του μονού φτερού (1955)

Το 1955 έκανε το ντεμπούτο του το πρώτο λογότυπο με μονό φτερό σε μοτοσυκλέτα, στη Honda Dream SA. Τα φτερά ήταν τοποθετημένα στις δυο πλευρές του ντεπόζιτου ώστε να βλέπουν προς την κατεύθυνση κίνησης της μηχανής, ενισχύοντας την αίσθηση ταχύτητας.

Wing Mark

Απλούστευση και ομοιομορφία (1960-1968)

Καθώς οι αγώνες και η παγκόσμια απήχηση μπήκαν στο στόχαστρο της Honda, υπήρξε ανάγκη για ένα λογότυπο πιο ελαφρύ και συμβατό με τον αγωνιστικό χαρακτήρα, έτσι η απεικόνιση έγινε ζωγραφιστή στο ρεζερβουάρ αντί για μεταλλικό σήμα, μειώνοντας βάρος και κάνοντας πιο μίνιμαλ το στυλ του λογότυπου. Κατά τη δεκαετία του 1960 οι φτερωτές γραμμές απλοποιήθηκαν ακόμη περισσότερο για λόγους παραγωγής, μειώνοντας τα φτερά και κάνοντας το σήμα πιο φιλικό στη χρήση του σε όλα τα προϊόντα της Honda.

Wing Mark

Το όνομα “Honda” ενσωματώνεται (1972)

Στη δεκαετία του 1970 το λογότυπο περνάει μια ακόμα σημαντική αλλαγή, καθώς σε πολλά on-road μοντέλα το λογότυπο αντικαταστάθηκε από τη λέξη “HONDA”, ενώ σε off-road και motocross μοτοσυκλέτες εμφανίστηκε ένας νέος σχεδιασμός όπου το όνομα συνδυαζόταν με τα φτερά, ενισχύοντας τη σύνδεση της μάρκας με τη σύγχρονη ταυτότητα των μηχανών της.

Wing Mark

Η νέα εποχή των φτερών (1988)

Το 1988, με αφορμή την 40ή επέτειο της Honda, δόθηκε ως παγκόσμια πρόσκληση σε εργαζόμενους της εταιρείας να σκεφτούν ένα νέο λογότυπο. Μέσα από χιλιάδες προτάσεις επιλέχθηκε ένα νέο φτερό, που ενσωμάτωνε στοιχεία από προηγούμενες εκδόσεις και τα εναρμόνιζε με τη σύγχρονη εποχή των μοτοσυκλετών της Honda, έμπνευση που προήλθε από την ίδια την κοινότητα της εταιρείας.

Wing Mark

Το σύγχρονο φτερό (2001 και μετά)

Από το 2001, το φτερό έγινε μέρος ενός ενοποιημένου εταιρικού σήματος, παράλληλα με την εδραίωση του Honda Red ως επίσημο εταιρικό χρώμα. Πολλά στοιχεία διατηρήθηκαν, αλλά το σήμα απέκτησε μια σύγχρονη αισθητική που αντικατοπτρίζει την ποιότητα, την αξιοπιστία και την υψηλή τεχνολογία των προϊόντων της εταιρείας. Σε εκδόσεις υψηλών προδιαγραφών, το φτερό εμφανίζεται και ως ιδιαίτερο έμβλημα πάνω σε ένα στρογγυλό κόκκινο πλαίσιο δηλώνοντας την υπεροχή των μοντέλων-ναυαρχίδων της ιαπωνικής εταιρείας.

Wing Mark

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την ιστορία του διάσημου φτερού-συμβόλου μπορείτε να βρείτε στην επίσημη ιστοσελίδα της Honda.

Ετικέτες

Το ιστορικό Επταβάλβιδο V4 της Yamaha

To… NR 750 της Yamaha!
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

18/7/2017

Στα τέλη του ’70 η Honda και η Yamaha σφάζονταν μεταξύ τους σε όλα τα επίπεδα. Σε επίπεδο μοντέλων παραγωγής, η Honda ήταν η “τετράχρονη” εταιρεία και η Yamaha ήταν η “δίχρονη” εταιρεία, αφού για κάθε ένα τετράχρονο μοντέλο της πρώτης, η δεύτερη είχε ένα αντίστοιχο με δίχρονο κινητήρα (CB η Honda - RD η Yamaha, XR η Honda – IT η Yamaha κ.τ.λ.). Το ίδιο σκηνικό ήθελαν να στήσουν και στα GP 500, που ήταν η βιτρίνα της τεχνολογίας για κάθε εταιρεία και είχε τεράστιο αντίκτυπο στις πωλήσεις.

 

Σε αντίθεση με τα MotoGP σήμερα, το ’70 και το ’80 όποια μάρκα κέρδιζε τον αγώνα της Κυριακής, ξεπουλούσε τη Δευτέρα. Η Honda για να δείξει ότι η τετράχρονη τεχνολογία της ήταν ανώτερη της δίχρονης που χρησιμοποιούσε η Yamaha, έφτιαξε την NR 500 με έναν V4 κινητήρα, με οβάλ έμβολα και οκτώ βαλβίδες σε κάθε θάλαμο καύσης. Παρά την αποτυχία της Honda να κερδίσει αγώνες GP (τρόμαξε όμως τον ανταγωνισμό με το πρωτότυπο NR 750 για αγώνες Endurance και SBK) η Yamaha αντέδρασε πολύ γρήγορα στην πρόκληση και έφτιαξε τον δικό της V4 κινητήρα με 7 βαλβίδες ανά θάλαμο καύσης και δύο μπουζί.

 Η πρωτότυπη μοτοσυκλέτα (Yamaha 1977 OW34.7) δεν εμφανίστηκε στις πίστες του παγκοσμίου πρωταθλήματος των GP 500 ποτέ και δεν ταξίδεψε ποτέ έξω από την Ιαπωνία (τουλάχιστον δεν υπάρχουν αναφορές για κάτι τέτοιο). Πιθανολογείται ότι στο Isle Of Man έτρεξε ένα τετρακύλινδρο σε σειρά (XJ750R) που είχε πολυβάλβιδη κεφαλή, αλλά πιθανότατα ήταν πενταβάλβιδο με δύο εκκεντροφόρους. Όμως η πολυβάλβιδη τεχνολογία που αναπτύχτηκε από τη Yamaha για αυτή τη μοτοσυκλέτα πέρασε (με κάποιο τρόπο… ) στην παραγωγή.

Η FZ 750 Genesis με τις πέντε βαλβίδες ανά θάλαμο καύσης ήταν η πρώτη εφαρμογή σε μοτοσυκλέτα παραγωγής της Yamaha. Έμεινε μαζί μας έως το τελευταίο screamer R1 και καταργήθηκε με την άφιξη της R1 του 2008. Θεωρητικά όσο περισσότερες είναι οι βαλβίδες, τόσο καλύτερα αναπνέει ο κινητήρας και τόσο καλύτερα διαχέεται το μείγμα, άρα αυξάνεται η απόδοση. Πρακτικά, η βελτίωση των συστημάτων τροφοδοσίας μείωσε στο ελάχιστο αυτό το πλεονέκτημα, αφήνοντας μόνο τα μειονεκτήματα, που είναι η πολυπλοκότητα της κατασκευής, το αυξημένο κόστος παραγωγής και οι επιπλέον τριβές.