Vyrus Alyen 988: Η δυναμική επιστροφή της Vyrus

Με πάνω από 200 άλογα!
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

7/4/2020

Η Vyrus είναι μία από τις ελάχιστες "βιοτεχνίες" μοτοσυκλετών στον κόσμο που κάθε δημιουργία της θα μπορούσε κάλλιστα να κοσμεί τις προθήκες κάποιου μουσείου μοντέρνας τέχνης. Από τις κεντρικές εγκαταστάσεις της στο Rimini της Ιταλίας, έχουν δει το φως του ήλιου πραγματικά εντυπωσιακές μοτοσυκλέτες, με σήμα κατατεθέν της εταιρείας το hub steering.

Από την τελευταία φορά που η Vyrus έκανε τον κόσμο να μείνει με το στόμα ανοιχτό ήταν πριν από αρκετά χρόνια, αλλά φέτος η… boutique βιοτεχνία κάνει την επιστροφή της  με έναν ιδιαίτερα εντυπωσιακό τρόπο που ακούει στο όνομα Alyen 988, έχοντας στα σωθικά του έναν δικύλινδρο V κινητήρα της Ducati που παράγει 202 άλογα!

Πιο συγκεκριμένα πρόκειται για τον δικύλινδρο V-90 των 1.285cc και εκεί σταματά οτιδήποτε έχει να κάνει με δεσμούς με συμβατικές μοτοσυκλέτες. Όπως συμβαίνει σε κάθε μοτοσυκλέτα της Vyrus, το Alyen διαθέτει δύο ψαλίδια, ένα εμπρός κι ένα πίσω, ελέω hub steering. Το σύστημα διεύθυνσης του μπροστινού τροχού συνδέεται μέσω συνδέσμων και υδραυλικών κυκλωμάτων με το τιμόνι. Τα οφέλη του hub steering είναι ευρέως γνωστά, διαχωρίζοντας τις δυνάμεις των φρένων και τις ανάρτησης με την κατεύθυνση, με ευεργετικά αποτελέσματα στα φρένα υπό κλίση. Σε αυτές τις συνθήκες τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά επηρεάζονται ελάχιστα, προσφέροντας το μέγιστο επίπεδο αίσθησης και πρόσφυσης στον αναβάτη. Από την άλλη, τα μειονεκτήματα μιας τέτοιας λύσης είναι μια μικρή ασάφεια στο τιμόνι και το μικρό κόψιμο του τιμονιού.

Στην περίπτωση του Alyen το πλαίσιο έχει σχήμα "διπλού Ω", κατασκευασμένο από μαγνήσιο, ενώ ολόκληρη η κατασκευή βρίθει… εξωτισμού (πολύ περισσότερο ακόμη κι από το αντίστοιχο Bimota Tesi), από τους ανθρακονημάτινους τροχούς, μέχρι τα υπέροχα τελικά των εξατμίσεων που βγαίνουν ψηλά κάτω από τη σέλα. Αν μη τι άλλο, το Alyen είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό και θα κάνει τα κεφάλια να γυρίσουν, αν και όχι απαραίτητα πάντα για τους σωστούς λόγους.

Σε αντίθεση με το προηγούμενο Vyrus –επίσης με hub steering- το 983 C3 4V το οποίο είχε μια πολύ κομψή και στενή όψη, το Alyen έχει μια high-end τεχνολογικά εμφάνιση, αλλά με πολύ μεγάλο όγκο. Η μετωπική επιφάνεια είναι τεράστια, όπως τεράστιες είναι και οι χούφτες στο τιμόνι, κάνοντάς το να θυμίζει ξεχειλωμένο Hypermotard.

Εδώ να θυμίσουμε ότι η εταιρεία είχε ανακοινώσει το 2011, ότι θα κατασκεύαζε μια αγωνιστική μοτοσυκλέτα για την κατηγορία της Moto2. Το Vyrus 982 M2 Factory ήταν μια ιδιαίτερα εντυπωσιακή μοτοσυκλέτα, "χτισμένη" με μικρές διαστάσεις γύρω από τον κινητήρα του Honda CBR600RR, με τον οποίο έτρεχε εκείνη την εποχή η κατηγορία. Με βάρος μόλις στα 135 κιλά, ήταν η μοναδική μοτοσυκλέτα χωρίς πιρούνι που έριχνε το γάντι στο κορυφαίο πρωτάθλημα του κόσμου, εδώ και πολλά χρόνια. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η Vyrus δεν κατάφερε ποτέ να βρει κάποιον για να επενδύσει στο project και να τρέξει με αυτή την μοτοσυκλέτα. Έτσι, όλα τα πρωτότυπα πουλήθηκαν και το πλάνο εγκαταλείφθηκε. Θα ήταν πάντως εξαιρετικά ενδιαφέρον να δούμε τι θα μπορούσε να συμβεί απέναντι σε όλες τις άλλες μοτοσυκλέτες με συμβατικό μπροστινό, μέσα στους αγώνες.

Προς το παρόν δεν έχει ανακοινωθεί τιμή για το Alyen, αλλά με δεδομένα ότι τα προηγούμενα μοντέλα της Vyrus κόστιζαν κοντά στις 90.000 ευρώ, θα είναι δύσκολο να κοστίζει λιγότερο από αυτό.

 

 

Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!

Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

16/12/2025

Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.

Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του. 

Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.

Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.

Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ. 

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.

Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.

Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre. 

Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.