Honda Rebel 1100 2021: Τα ιαπωνικά cruiser των 70ies αναστήθηκαν

Μια δεύτερη ευκαιρία στα αυτόματα cruiser
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

25/11/2020

Με το νέο Rebel 1100 η Honda δίνει μια δεύτερη ευκαιρία στην ιδέα που είχε τη δεκαετία του ’70 να κατασκευάσει για την αγορά των ΗΠΑ μια σειρά μοτοσυκλετών με αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων. Πολλές πρωτοποριακές ιδέες στο χώρο της μοτοσυκλέτας αποτυγχάνουν, όχι γιατί δεν δουλεύουν σωστά από μηχανολογική άποψη, αλλά γιατί τη χρονική στιγμή που παρουσιάζονται το κοινό δεν είναι έτοιμο να τις δεχτεί. Τα παλιά τα χρόνια η διαδικασία της οδήγησης ήταν μέρος της οδηγικής απόλαυσης και ειδικά στην κατηγορία των cruiser που δεν υπάρχει η ηδονή των επιδόσεων, η διαδικασία αλλαγής ταχυτήτων σου έδινε την χαρά να κάνεις “κάτι” μέχρι να φτάσεις στον προορισμό σου. Τώρα όμως ζούμε σε έναν ψηφιακό κόσμο γεμάτο “ευκολίες” όπου οτιδήποτε περιλαμβάνει σωματική κόπωση είναι κακό πράγμα και η αυτόνομη οδήγηση στα αυτοκίνητα θεωρείται επίτευγμα, έστω κι αν στην πραγματικότητα είναι φτηνότερο και ευκολότερο να παίρνεις ραδιοταξί που δεν χρειάζεται ούτε να αγοράσεις αυτοκίνητο και να πληρώνεις εφορία και σέρβις, ούτε να αγχώνεσαι αν θα χαλάσει ή που θα το παρκάρεις.

Με αυτά τα νέα δεδομένα, το νέο Rebel 1100 που χρησιμοποιεί τον δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα του Africa Twin 1100 και φυσικά έχει το αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων διπλού συμπλέκτη DCT, είναι απόλυτα επίκαιρο. Η Honda τονίζει την ευστροφία του κινητήρα σε σχέση με τις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες του ανταγωνισμού και τις καλύτερες επιδόσεις που προσφέρει, ενώ την ίδια στιγμή, χάρη στο cruise control και το αυτόματο κιβώτιο ο αναβάτης δεν θα χρειάζεται να κοπιάζει σωματικά.

 Υπάρχει και έκδοση με το συμβατικό κιβώτιο, αλλά η ιαπωνική εταιρεία δίνει όλο της το βάρος στο DCT, διότι σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ δεν επιτρέπεται να περνάς ανάμεσα από τα μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητα, οπότε η αυτόματη έκδοση του Rebel 1100 έχει μεγάλο πλεονέκτημα σε συνθήκες “σταμάτα-ξεκίνα” κάθε δύο μέτρα.

 Ένα άλλο πλεονέκτημα του μοντέρνου δικύλινδρου εν σειρά σε σχέση με τους παραδοσιακούς αμερικάνικους V2 είναι το μικρό μήκος και η απουσία πίσω κυλίνδρου, που επέτρεψε στους σχεδιαστές να τοποθετήσουν πολύ χαμηλά τη σέλα, μόλις στα 70cm από το έδαφος. Η σέλα του συνεπιβάτη αφαιρείται πολύ εύκολα και το βάρος είναι μόλις 223 κιλά, που είναι μακράν το μικρότερο από κάθε άλλο cruiser αυτού του κυβισμού.

Φυσικά η τεχνολογία των ηλεκτρονικών είναι σε υψηλό επίπεδο, με ρυθμιζόμενο Traction σε τρία επίπεδα ευαισθησίας και τρία επίπεδα για την απόκριση του ψεκασμού ride-by-wire.  Τα φώτα είναι LED και η ψηφιακή οθόνη των οργάνων έχει μαύρη πλάκα για να ταιριάζει με το υπόλοιπο dark-look. Το νέο Rebel 1100 συνοδεύει μια αρκετά μεγάλη λίστα αξεσουάρ, που περιλαμβάνει φαίρινγκ τιμονιού σαν του Harley Street Glide, σέλες με πολυτελή καλύμματα που θυμίζουν δέρμα, σχάρα που αντικαθιστά τη σέλα του συνεπιβάτη, αυτοκόλλητες λωρίδες κ.α.

 

Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!

Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

16/12/2025

Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.

Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του. 

Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.

Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.

Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ. 

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.

Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.

Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre. 

Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.