Μπαίνει εκεί που άφησαν κενό η Piaggio και η Yamaha
Από τον
Μπάμπη Μέντη
17/11/2020
Τον Νοέμβριο του 2019 ήμασταν στην EICMA, όταν ανάμεσα στα υπόλοιπα νέα μοντέλα της η Kymco παρουσίασε και ένα πρωτότυπο τρίροδο scooter, βασισμένο στα μηχανικά μέρη του AK550 με την ονομασία CV3. Σε εκείνη την έκθεση η Kymco είχε δώσει το μεγαλύτερο βάρος στην ηλεκτρική μοτοσυκλέτα Revonex, με τον ίδιο τον πρόεδρο της εταιρείας να την οδηγεί επί σκηνής.
Όμως το 2021 είναι η χρονιά που το CV3 θα μπει στην παραγωγή και θα σηματοδοτήσει την άφιξη της Kymco σε μια κατηγορία που μονοπωλούν αυτή τη στιγμή η Piaggio με τα MP3 και τα τελευταία τρία χρόνια έχει βάλει δυνατά το πόδι της και η Yamaha. Παρ' όλα αυτά, αν συνδυάσουμε τις γκάμες των τρίροδων μοντέλων της Piaggio και της Yamaha, θα δούμε πως υπάρχουν μοντέλα από τα 125 έως τα 500 κυβικά και μετά “εκτοξευόμαστε” στο Niken! Το Kymco CV3 με τον δικύλινδρο κινητήρα των 550 κυβικών θα “βουλώσει” αυτή την τρύπα και έχοντας οδηγήσει εδώ στο ΜΟΤΟ όλα τα τρίροδα που πωλούνται στην Ελλάδα, μπορούμε να πούμε πως το CV3 έχει σοβαρό λόγο ύπαρξης. Με το επιπλέον βάρος που έχουν τα τρίροδα, οι μονοκύλινδροι κινητήρες ζορίζονται αρκετά και αυτό έχει επίπτωση στην κατανάλωση, αλλά και την διάρκεια ζωής της αυτόματης μετάδοσης με ιμάντα.
Το Niken από την άλλη μεριά είναι ένα “hi-tech play-bike” που ξεφεύγει από τα στενά όρια της πρακτικότητας των scooter (βασικά δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τα scooter). Έτσι το CV3 που θα έχει τον κινητήρα, την αρχιτεκτονική πλαισίου και την μετάδοση του AK 550, θα συνδυάζει την πρακτική πλευρά των μονοκύλινδρων τρίροδων, με τα μηχανολογικά πλεονεκτήματα που έχει αυτή τη στιγμή μόνο το Niken. Στο επίσημο teaser της Kymco φαίνεται ξεκάθαρο η μορφή του CV3 παραγωγής, η οποία δεν έχει αλλάξει καθόλου σε σχέση με το πρωτότυπο της EICMA και το μόνο που λείπει είναι οι δύο μεγάλες πλαϊνές βαλίτσες που είναι ειδικά σχεδιασμένες για να κουμπώνουν στο πίσω μέρος του CV3. Επίσης η Kymco έχει ετοιμάσει και άλλες δύο εκδόσεις με βάση του CV3, όπου η μία θα έχει οροφή και η άλλη πιο... off-road χαρακτήρα.
Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!
Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
16/12/2025
Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.
Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.
Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του.
Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.
Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.
Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.
Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ.
H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.
Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.
Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre.
Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.
Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.