Οδηγούμε Yamaha R7 2022: Πρώτες εντυπώσεις

Ασύμμετρη απόλαυση
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

4/10/2021

Το νέο Yamaha R7 ήρθε για να εδραιώσει μια νέα κατηγορία superport μοτοσυκλετών που δεν έχει καμία σχέση με το παρελθόν. Από την πρώτη στιγμή προκάλεσε αντιδράσεις, όχι μόνο γιατί το όνομά του θύμισε στους άνω των 40 ετών την εξωτική τετρακύλινδρη R7 που έτρεχε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα SBK ο Haga, αλλά και γιατί χρησιμοποιεί σχεδόν αυτούσιο τον κινητήρα του γυμνού MT-07 με τους “μόλις” 70 ίππους, όταν η Aprilia έχει στη γκάμα της το RS660 με τους 100 ονομαστικούς ίππους. Τόσο η πρώτη κατηγορία που γκρινιάζει για το όνομα, όσο και η δεύτερη κατηγορία που γκρινιάζει για την ιπποδύναμη, συνειδητά αποφεύγουν να λάβουν υπόψη τους τον σημαντικό παράγοντα του κόστους, αλλά και της νέας παγκόσμιας πραγματικότητας.

Το πρώτο R7 ήταν μια πανάκριβη μοτοσυκλέτα 750 κυβικών που βγήκε στην παραγωγή σε περιορισμένο αριθμό, μόνο και μόνο διότι οι κανονισμοί του WSBK επιβάλουν στα εργοστάσια οι μοτοσυκλέτες που θα συμμετέχουν στο πρωτάθλημα να βασίζονται σε κάποιο μοντέλο παραγωγής.

Τώρα οι κανονισμοί του WSBK επιτρέπουν στα τετρακύλινδρα να έχουν έως 1000 κυβικά, οπότε η R1 κάνει θαυμάσια για αυτή τη δουλειά και δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος για την Yamaha να παρουσιάσει μια καινούρια τετρακύλινδρη 750 κυβικών που θα κοστίζει 40.000 ευρώ και θα βγάζει 30 άλογα λιγότερα από την πιο φτηνή έκδοση της R1. Τα τετρακύλινδρα supersport 750 πέθαναν, διότι ο βασικός λόγος ύπαρξής τους ήταν οι κανονισμοί των αγώνων και τίποτε άλλο. Άλλαξαν οι κανονισμοί – πέθανε η κατηγορία.

Όποια καινούρια R7 κι αν παρουσίαζε η Yamaha, σίγουρα δεν θα ήταν τετρακύλινδρη 750 κυβικών με τιμή 40.000€.  

Αυτό με την σειρά του σημαίνει πως όσοι γκρινιάζουν για το όνομα, θα γκρίνιαζαν έτσι κι αλλιώς, διότι ποτέ δεν πρόκειται να παρουσιαστεί σύγχρονος αντικαταστάτης του πρώτου R7. Θα μπορούσε η Yamaha να ονομάσει η νέα μοτοσυκλέτα MT-07R ή R700 και να γλιτώσει από όλη αυτή την κουβέντα και την παραφιλολογία; Πιθανόν ναι, αλλά το σκεπτικό ήταν να κρατήσουν μια λογική συνέχεια στην ονοματολογία της σύγχρονης supersport οικογένειας με τα R3, R6 Race, R7 και R1.  

Πάμε τώρα στη γκρίνια με τα “μόλις” 70 άλογα και τους “μόλις” δύο κυλίνδρους.

Η Yamaha είχε κανονικά στην παραγωγή το τετρακύλινδρο R6 και μάλιστα επένδυε χρήματα για την εξέλιξή του έως την Euro 4 εποχή.

Όμως παρά το γεγονός πως ήταν στην κορυφή της κατηγορίας του… οι πωλήσεις δεν επαρκούσαν για να στηρίξουν το περαιτέρω κόστος εξέλιξης για να συνεχίσει στην euro5 εποχή.

Για να το πούμε όσο πιο απλά γίνεται, υπάρχουν πάρα πολλοί που λένε και γράφουν ότι θα αγόραζαν ένα τετρακύλινδρο 600 με 125 ίππους, αλλά κανείς από αυτούς δεν βάζει το χέρι στην τσέπη για να πάει να το αγοράσει.

Η εικονική πραγματικότητα έχει τεράστια διαφορά με την συμβατική πραγματικότητα και γι΄αυτό δημιουργήθηκε το νέο R7. Η Yamaha έχει αποδείξει με την ιστορία της πως μπορεί να φτιάξει οποιαδήποτε μοτοσυκλέτα θέλει. Αν ήθελε να φτιάξει ένα δικύλινδρο 700 με 120 ίππους θα το έκανε, μόνο που ένας τέτοιος κινητήρας δεν θα ήταν καθόλου φτηνός.

Η χρησιμοποίηση του κινητήρα του MT-07 στο R7 έχει να κάνει ξεκάθαρα με την ανάγκη για δημιουργία μιας supersport μοτοσυκλέτας που η τιμή της θα είναι τέτοια ώστε να μπορεί να την αγοράσει η νέα γενιά.

Σαφής και συγκεκριμένος στόχος που δεν δέχεται καμία παρερμηνεία. Το R7 φτιάχτηκε για να μπορεί να το αγοράσει η νέα γενιά, με βάσει τις ανάγκες που έχουν δημιουργηθεί αυτή την εποχή. Στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης η τιμή του δεν θα έχει μεγάλη διαφορά από του Tracer 700, αλλά θα έχει μεγάλη διαφορά από του Aprilia RS660.

Βασικός παράγοντας για την επίτευξη αυτού του στόχου ήταν η χρήση του κινητήρα του MT-07 με όσες λιγότερες αλλαγές ήταν δυνατόν. Όχι μόνο γιατί οι μηχανολογικές αλλαγές προσθέτουν κόστος εξέλιξης και δοκιμών, ούτε μόνο γιατί κάθε δομική αλλαγή στον κινητήρα θα απαιτούσε τη δημιουργία διαφορετικής γραμμής παραγωγής. Αυτά ήταν τα προβλήματα των κατασκευαστών τις προηγούμενες δεκαετίες. Στη σύγχρονη εποχή, η μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση είναι στις διαδικασίες έγκρισης τύπου.

Ακόμα και για τα αυτοκόλλητα που αλλάζουν χρώμα σε κάθε νέο μοντέλο, οι κατασκευαστές είναι υποχρεωμένοι να περνάνε νέες διαδικασίες έγκρισης τύπου και να πληρώνουν τρελά λεφτά στις αρμόδιες Ευρωπαίες Υπηρεσίες. Σας θυμίζουμε απλώς, πως η Aprilia στα τεχνικά χαρακτηριστικά των RS660 και Tuono 660 αναγράφει την ίδια γωνία κάστερ (ενώ στην πραγματικότητα το Tuono 660 έχει 23,5⁰ αντί για 24⁰) μόνο και μόνο για να μην πληρώσουν ξανά νέα έγκριση τύπου για το Tuono 660, κάτι που θα επιβάρυνε δυσανάλογα την τιμή του.

Εσωτερικά λοιπόν ο κινητήρας του R7 είναι ίδιος με του MT-07 και αυτό σημαίνει ροπή στις χαμηλές και μεσαίες στροφές.

Για να δώσουν όμως έναν πιο σπορ χαρακτήρα, τα περιφερειακά στον κινητήρα του R7 έχουν διαφορετική φιλοσοφία. Η γκαζιέρα έχει πιο κοντή διαδρομή και η ECU έχει διαφορετική ρύθμιση στην προπορεία της ανάφλεξης, με στόχο η απόκριση στο γκάζι να είναι πιο άμεση.

Ταυτόχρονα, η τελική σχέση μετάδοσης είναι πιο μακρά και σε συνδυασμό με την καλύτερη αεροδυναμική που προσφέρει το φαίρινγκ και η σκυφτή θέση οδήγησης, το R7 έχει υψηλότερη τελική ταχύτητα από το γυμνό MT-07.

Οι δρόμοι και η πίστα που οδηγήσαμε δεν είχαν τεράστιες ευθείες, αλλά παρ’ όλα αυτά προλάβαμε και είδαμε έως 205km/h στο κοντέρ, με τον κινητήρα να έχει όρεξη να ανεβάσει ακόμα περισσότερες στροφές.

Όσο κοντά κι αν μοιάζει στα χαρτιά με το MT-07, στην πραγματικότητα η εμπειρία οδήγησης του R7 στο δρόμο και την πίστα δεν είχαν καμία σχέση με το MT-07.

Μόνο και μόνο από τη θέση οδήγησης, η κατανομή του βάρους (στατική και ενεργητική) είναι εντελώς διαφορετική και αλλάζει δραματικά την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά του R7 σε σχέση με το MT-07.

Η σταθερότητα, ιδιαίτερα μετά τα 150km/h στο κοντέρ, είναι εξαιρετική στο R7 και σε αυτό βοηθούν τα Bridgestone S22, το πλήρως ρυθμιζόμενο upside πιρούνι και φυσικά οι ισχυρότερες πλάκες αλουμινίου που συνδέουν τη βάση του ψαλιδιού με το πάνω τμήμα του πλαισίου/υποπλαισίου.

Το συνολικό πλάτος του φαίρινγκ είναι πιο στενό από του μικρότερου R3, αλλά η προστασία από τον αέρα στις υψηλές ταχύτητες και η σταθερότητα που έχει δώσει στο R7 είναι εντυπωσιακές.

Αν η σέλα δεν ήταν τόσο σκληρή, το R7 θα ήταν πολύ καλύτερη μοτοσυκλέτα για ταξίδια από το ΜΤ-07.

Γενικά η άνεση του R7 ακολουθεί την λογική των σύγχρονων supersport μοτοσυκλετών, δηλαδή η εργονομία τιμονιού-σέλας-μαρσπιέ είναι για γρήγορη οδήγηση μέσα στην πίστα και δεν υπάρχει κανένας συμβιβασμός για ήρεμη οδήγηση στο δρόμο.

Τα κλιπ-ον είναι κάτω από την πλάκα του πιρουνιού, η σέλα είναι στα 835mm από το έδαφος και τα μαρσπιέ είναι αρκετά ψηλά και πίσω.

Από την πρώτη στιγμή που θα κάτσεις πάνω του σου θυμίζει με κάθε τρόπο την R1 και η χροιά του κινητήρα στις χαμηλές στροφές φέρνει κάτι σε crossplane…

Γενικά το R7 είναι πολύ πιο σκληροπυρηνικό σε θέση οδήγησης και εμφάνιση από το δικύλινδρο Kawasaki Ninja 650, που θα είναι και ο πραγματικός του αντίπαλος στις αγορές της Ευρώπης.

Η δοκιμή ξεκίνησε σε μια φανταστική παραλιακή διαδρομή της Almeria στην νότια Ισπανία, με πολλές στροφές και άριστης ποιότητας άσφαλτο. Αν οδηγούσαμε ένα R6 θα είχαμε συνεχώς 1η-2α στο κιβώτιο και ο κινητήρας θα δούλευε μεταξύ 11.000-14.000 στροφές. Με το R7 είχαμε 3η-4η και ο κινητήρας δούλευε μεταξύ 6.000-8.000 στροφών, κάνοντας την οδήγηση πολύ πιο εύκολη και ευχάριστη εμπειρία. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στο πόσα άλογα και πόση ροπή βγάζει ένας κινητήρας, με το πώς τα βγάζει στο δρόμο.

Ναι, αν κλείναμε στον δρόμο για την υπόλοιπη κυκλοφορία και καθόμασταν όλη μέρα εκεί μέχρι να μάθουμε άριστα την διαδρομή, τότε το R6 θα ήταν πιο γρήγορο από τα R7. Τώρα όμως που δεν ξέραμε με απόλυτη ακρίβεια τί μας περιμένει στην επόμενη στροφή, ο ροπάτος δικύλινδρος κινητήρας σε βοηθάει να βγεις γρήγορα από τη στροφή ακόμα κι αν έχεις μπει λάθος, ενώ ο τετρακύλινδρος κινητήρας του R6, όχι μόνο δεν συγχωρεί λάθη, αλλά αντιθέτως τα μεγεθύνει.

Όπως και στον ανοιχτό δρόμο, το R7 έχει εξαιρετική σταθερότητα στις στροφές και αντίστοιχα εξαιρετική αίσθηση για την πρόσφυση του εμπρός τροχού. Καμία σχέση δηλαδή με το MT-07 ,που όταν το πιέζεις πραγματικά αρχίζεις να χάνεις την άμεση επικοινωνία με τον εμπρός τροχό.

Τώρα πως στο διάβολο “κατάφερε” ένας από τους Βέλγους δημοσιογράφους του γκρουπ να πέσει σε μια δεξιά στροφή, μόνο ο ίδιος το ξέρει. Μετά βέβαια θα γράφει μπούρδες για το μηχανάκι και εμείς θα πρέπει να τρώμε χρόνο από τη ζωή μας για να απαντάμε σε όλους αυτούς που “διάβασαν σε site του εξωτερικού πως το R7 δεν στρίβει”….   

Η πραγματικότητα είναι πως η επιπλέον σταθερότητα έχει ένα μικρό αντίκτυπο στην ευελιξία του R7 καθώς θέλει αρκετή δύναμη στα χέρια για να αλλάξει απότομα πορεία στα δύσκολα εσάκια και αν πάρεις λάθος γραμμή στην είσοδο της στροφής δεν μπορείς να αλλάξεις τόσο εύκολα πορεία. Όχι υπερβολική προσπάθεια, αλλά σίγουρα περισσότερη από το MT-07, αν και ένας λόγος που συμβαίνει αυτό είναι η πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα εισόδου που έχεις με το R7 στις στροφές.

Τα φρένα έχουν περισσότερη δύναμη χάρη στην ακτινική τρόμπα της Brembo εμπρός και στην νέα ρύθμιση της κεντρικής μονάδας του ABS που καθυστερεί την επέμβασή του. Μαζί με την υψηλότερη πρόσφυση των Bridgestone S22 και την άριστη ισπανική άσφαλτο, το ABS δεν μπήκε ούτε μία φορά στα 140 χιλιόμετρα της διαδρομής που κάναμε στο δρόμο.

Κάπως έτσι φτάσαμε στην πίστα της Andalucía που απέχει μόλις 200… μέτρα(!!!!!) από την πίστα της Almeria. Πρόκειται για μια πίστα που σχεδιάστηκε ειδικά για εμπορική εκμετάλλευση (κινηματογραφικές, τηλεοπτικές, διαφημιστικές παραγωγές και φυσικά δημοσιογραφικές παρουσιάσεις) και όχι για αγώνες.

Σε αυτό το σημείο μπορούμε να πιαστούμε όλοι μαζί και γοερά να κλαίμε για την ελληνική πραγματικότητα και για μεγάλα όνειρα περί F1/MotoGP κτλ, που ακόμη κι αν γίνουν πράξεις, θα έχουν δυσβάσταχτο κόστος για όποιον θέλει απλά να μπει σε μία πίστα και να ανακαλύψει τα όρια, βελτιώνοντας τον εαυτό του…
Κάπως έτσι η πίστα αυτή έρχεται και σε απόλυτη ευθυγράμμιση με το σκεπτικό της Yamaha στην δημιουργία του R7.

Βέβαια ο σύνθετος χαρακτήρας της οδηγεί σε πολλές επιλογές διαμόρφωσης της διαδρομής της και αυτό την έκανε εξαιρετικά δύσκολη να την μάθεις, διότι έβγαινες από πολλές στροφές και ξαφνικά έβλεπες μπροστά σου μια πολλαπλή διασταύρωση με κορύνες. Να πάω δεξιά; Να πάω αριστερά; Να συνεχίσω ευθεία;

Ίσως αυτή να ήταν η αιτία της δεύτερης πτώσης της ημέρας, όπου ένας βρετανός δημοσιογράφος συγκρούστηκε με τον πλοηγό στον τρίτο μόλις γύρο…

Όπως ήταν φυσικό, το πρώτο εικοσάλεπτο προσαρμογής στα περίεργα ανωτέρω δεδομένα, η ροπή του κινητήρα του R7 στις μεσαίες ήταν θείο δώρο!

Ακόμα και στις πιο κλειστές στροφές της πίστας όπου οι στροφές του κινητήρα έπεφταν κάτω από τις 5.000, είχαμε 3η στο κιβώτιο και το R7 έβγαινε αξιοπρεπέστατα στις εξόδους.

Με τίποτα δεν θα αντάλλαζα το R7 με το R6 εκείνα τα πρώτα είκοσι λεπτά. Για όλα τα υπόλοιπα, σαφώς και ναι, το R6 θα ήταν ένα ταχύτερο και διασκεδαστικότερο παιχνίδι. Κι ακριβότερο ταυτόχρονα...

Επίσης, ο μονόδρομος, υποβοηθούμενος συμπλέκτης έχει βελτιώσει αφάνταστα τη συμπεριφορά του κιβωτίου ταχυτήτων και το quick-shifter (μόνο για τα ανεβάσματα) μας βοηθούσε αρκετά.

Ειδικά στο δεύτερο και τρίτο εικοσάλεπτο που αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε που πάμε μέσα στην πίστα, η ύπαρξη του quick-shifter έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Ο CP3 έχει ροπή στις μεσαίες, αλλά μετά τις 8.500 στροφές δεν ανεβάζει τόσο γρήγορα. Αυτό σημαίνει πως αν οδηγείς με τις στροφές κοντά στον κόφτη δεν πας γρήγορα.

Εκείνο που πρέπει να κάνεις με αυτόν τον κινητήρα στην πίστα είναι να έχεις πάντα “μια πάνω”. Στο τρίτο εικοσάλεπτο που ξέραμε πια καλά τις γραμμές της πίστας, ανεβάζαμε ταχύτητα για να μπούμε στις γρήγορες στροφές της πίστας και το πολύ να κατεβάζαμε μία ταχύτητα στις πιο κλειστές. 

Οδηγώντας με αυτόν τον τρόπο, οι απαιτήσεις από το πλαίσιο και κυρίως από το εμπρός ελαστικό πολλαπλασιάζονται, διότι έχεις μεγαλύτερη ταχύτητα εισόδου και πλαγιάζεις τη μοτοσυκλέτα περισσότερο.

Ευτυχώς το R7 έχει εξαιρετικό σε συνολική αίσθηση μπροστινό και τα Brigdestone R11 που μας είχαν βάλει για την οδήγηση στην πίστα, πρόσφεραν απεριόριστο κράτημα πάνω στην κορυφαίας ποιότητας άσφαλτο της ισπανικής πίστας.

Ένα σημαντικό πλεονέκτημα του R7 σε σχέση με το αντίστοιχης τιμής Kawasaki Ninja 650 και το ακριβότερο Honda CBR 650 R είναι τα μεγάλα περιθώρια κλίσης. Ακόμα και με τα εργοστασιακά μαρσπιέ και την εργοστασιακή εξάτμιση το R7 δεν βρίσκει εύκολα κάτω, διευκολύνοντας ακόμα περισσότερο την διατήρηση υψηλής ταχύτητας μέσα στις στροφές.

Μόνο το ABS βάζει όρια στο πόσο αργά και άγρια θα φρενάρεις μέσα στην πίστα. Μια λύση είναι να τραβήξεις την ασφάλεια του ABS και να το απενεργοποιήσεις και μια άλλη λύση είναι να αγοράσεις τον ειδικό “κλέφτη” που κουμπώνει στην πλεξούδα και κάνει ακριβώς την ίδια δουλειά.

Η Yamaha έχει ήδη φτιάξει πλήρες αγωνιστικό κιτ που περιλαμβάνει νέα πλεξούδα (καταργεί φώτα/φλας/κεντρικό διακόπτη) ολόκληρο φαίρινγκ, μαρσπιέ, πίσω αμορτισέρ Ohlins και έμβολα/ελατήρια πιρουνιού Ohlins, ρυθμιζόμενα κλιπ-ον, διαφορετική ζελατίνα και διαφορετικά τακάκια φρένων.

Η Ιταλία και η Γαλλία έχουν προκηρύξει εθνικό κύπελο R7 Cup και το ίδιο ετοιμάζεται να κάνει η Γερμανία. Στόχος της Yamaha είναι να υπάρξουν R7 Cup σε όσες περισσότερες χώρες της Ευρώπης γίνεται και προγραμματίζει έναν μεγάλο τελικό αγώνα με όλους τους νικητές των εθνικών κυπέλλων στο τέλος της σεζόν.

Ως αγωνιστική μοτοσυκλέτα το R7 έχει σαφέστατα μεγάλα οικονομικά πλεονεκτήματα σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη τετρακύλινδρη supersport 600, αφού δεν χρειάζεται να αγοράσεις το πανάκριβο αγωνιστικό κιτ για τον κινητήρα και φυσικά ξεκινάς με τα μισά λεφτά που στην πράξη κοστίζει το R7.

Όποιος έχει βαθιές τσέπες μπορεί να αγοράσει το R6 Race, αλλά για όλους τους υπόλοιπους που θέλουν να διασκεδάσουν στην πίστα ή να τρέξουν σε αγώνες μικρότερης προβολής όπως ένα ενιαίο κύπελλο και με το μικρότερο δυνατό κόστος, το R7 είναι μια ρεαλιστική επιλογή.

Σε κάθε περίπτωση, τα τετρακύλινδρα 600 δεν τα αγοράζει πια κανείς για να τα οδηγεί στο δρόμο και γι΄αυτό σταμάτησε η διάθεσή τους.

Το νέο R7 συμβαδίζει απόλυτα με τις απαιτήσεις της πραγματικότητας και όχι της φαντασίας μας. Όχι δεν είναι γνήσιος απόγονος του R7 του Haga, ούτε έχει την τεχνολογία και τις επιδόσεις του R6. Κοστίζει όμως 5 φορές λιγότερο από το R7 του Haga και έχει σχεδόν τα μισά λεφτά απ’ όσο θα έκανε το R6 αν γινόταν Euro 5.

Όμως το σημαντικότερο δεν είναι πως μπορεί να το αγοράσει περισσότερος κόσμος. Το σημαντικότερο όλων είναι πως απολαύσαμε απίστευτα την οδήγησή του στους δρόμους και την πίστα της Ισπανίας και η χαρά που μας έδωσε ήταν τριπλάσια από την τιμή και την ιπποδύναμή του.

Έχουμε ορισμένα μειονεκτήματα να τονίσουμε και μάλιστα τα επισημάναμε και στους ανθρώπους της Yamaha με ορισμένες, ευφάνταστες απαντήσεις, πράγματα που θα αναλύσουμε και θα τεκμηριώσουμε στο επόμενο τεύχος του ΜΟΤΟ!

 

Έρχεται ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ και ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ σε επόμενο ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ ΜΟΤΟ


 

EICMA: Honda CB1000GT 2026 - Το Tracer10 που έπρεπε να είχε η Yamaha!

Ευθέως απέναντι στο Suzuki GSX-S 1000GX
Honda CB1000GT
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

4/11/2025

Το υπέροχο σύνολο του νέου Hornet, δηλαδή το ελαφρύ αλλά σωστά άκαμπτο πλαίσιο και ένας κινητήρας με δόξες, καθώς ξεκίνησε την ζωή του στα Superbike το 2017, αποκτούν μία νέα υπόσταση σε μία μοτοσυκλέτα που απευθύνεται σε μεγαλύτερο κοινό.

Το νέο CB1000GT καλύπτει ένα κενό στην γκάμα της Honda που παλαιότερα είχε το CBF1000, μόνο που το κάνει με πολύ πιο σαφή προσανατολισμό και αρκετά σπορ χαρακτήρα. Δεν είναι μόνο τα πενήντα άλογα που έχει περισσότερο, αλλά οι Hornet καταβολές του θα του προσδώσουν εκείνο που έλειπε από το προηγούμενο μοντέλο με την φλατ απόκριση, τη σπορ συμπεριφορά χωρίς απαραίτητα να υπάρχουν θυσίες στον ταξιδιωτικό χαρακτήρα. Τουλάχιστον αυτή είναι η υπόσχεση και μιας και είμαστε στο 2026, πλέον, και μιλάμε για τη Honda, δεν υπάρχει καμία δυσκολία σε αυτό που υπόσχεται, για να μην το πάρει κανείς ως δεδομένο από τώρα.

Ο κινητήρας αυτός είναι όπως είπαμε ένας με Superbike παρελθόν και το ότι είναι σχεδόν δεκαετία από τότε που σχεδιάστηκε για πίστες είναι μεγάλο πλεονέκτημα. Από το 2018 και μετά η κατηγορία άλλαξε δραματικά και οι Superbike που ακολούθησαν δεν ήταν μοτοσυκλέτες που θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν σε καθημερινή ή ταξιδιωτική χρήση. Υπερβολική ζέστη, υπερβολικά άλογα, με αντίστοιχα διαστήματα service, δεν είναι αξιοποιήσιμα στην κατηγορία αυτή, αν θέλεις να έχεις μία προσιτή οικονομικά μοτοσυκλέτα και όχι να ξεφύγεις φτάνοντας την περιοχή των τριάντα χιλιάδων.

Διότι εδώ τώρα βρίσκεται μία ακόμη σημαντική υπόσχεση που εν μέρη την έχουμε ήδη να καλύπτεται από το γυμνό Hornet: Η Honda θα έχει επιθετική τιμολογιακή πολιτική και έτσι το CB1000GT αναμένεται να είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση.

Ο τετρακύλινδρος εν σειρά, προέρχεται λοιπόν από το CBR1000RR Fireblade του 2017 με δύο επικεφαλής εκκεντροφόρους, ηλεκτρονικό ψεκασμό PGM-FI και ηλεκτρονική οδήγηση γκαζιού TBW.

ΠΡΩΤΗ ΜΑΤΙΑ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ

Η εργονομία θέσης οδήγησης είναι ακριβώς αυτό που περιμένεις, ζεις το «φαινόμενο Honda» μόλις καθίσεις στην σέλα καθώς τα πάντα είναι στη θέση τους, όπως ακριβώς περιμένεις από μία Honda. Μαζεμένες διαστάσεις που σε προδιαθέτουν για καθημερινή χρήση αλλά χωρίς να υπάρχει έλλειψη χώρου για μεγάλες αποστάσεις με τον συνεπιβάτη να κάθεται αρκετά πίσω κάτι που οι ηλεκτρονικές αναρτήσεις θα πρέπει να αποσβέσουν ως χαρακτηριστικό. Εξαιρετική η συναρμογή και η ποιότητα της βαφής αν και συνεχίζουν να είναι ακάλυπτα, δίχως βερνίκι τα αυτοκόλλητα κάτι που εμείς στο MOTO είχαμε επισημάνει στο Hornet, και περιμέναμε να αλλάξει στην GT. Η ποιότητα της βαφής όμως, ανταπεξέρχεται σε αυτό!

Κινητήρας

Honda CB1000GT 2026

Η διάμετρος και η διαδρομή είναι 76 x 55,1mm αντίστοιχα, με σχέση συμπίεσης 11,7:1 και η απόδοση παραμένει στο πλαίσιο της γυμνής μοτοσυκλέτας με μέγιστη ισχύ 147,65 hp (110,1kW) στις 11.000 σαλ, και ροπή 10,4Kg.m στις 8.750 σαλ.

Η απόκριση της γκαζιέρας αναμένεται εξίσου γραμμική χωρίς να είναι κρεμασμένη στις χαμηλές στροφές, όπως θα περίμενε κανείς με βάση παλαιότερες τετρακύλινδρες μοτοσυκλέτες της ευρύτερης κατηγορίας των «όρθιων street» ενώ από τις μεσαίες και μετά, η χαρακτηριστική ευστροφία θα θυμίζει στον αναβάτη τους λόγους που στήριξε την επιλογή του και κατέληξε στην GT για τα ταξίδια του.

Το κιβώτιο έρχεται από το Hornet και συγκριτικά με το παρελθόν του έχει τις απαραίτητες αλλαγές για να αξιοποιεί την απόδοση του κινητήρα στον δρόμο με τον καλύτερο τρόπο χωρίς να χρειαστεί να τον δουλεύεις σε ψηλές στροφές για να πάρεις την επιτάχυνση που θέλεις.

Οπότε έχουμε 2η έως 5η με νέα γρανάζια και μία πιο μακριά 6η ώστε τα ταξιδιωτικά χιλιόμετρα να έρχονται σε χαμηλότερες στροφές. Έχουμε πει στο MOTO πολλές φορές πως πέρα από την κάλυψη του αέρα, μεγάλο ρόλο για την άνεση του αναβάτη και κατά επέκταση την ικανότητά του να καλύπτει μεγάλες αποστάσεις διαδραματίζει η λειτουργία του κινητήρα. Η GT υπόσχεται να κρατά στις νόμιμες ταχύτητες ταξιδιού ένα ήπιο γουργουρητό από τον τετρακύλινδρο χωρίς καθόλου κραδασμούς, χωρίς διακυμάνσεις τροφοδοσίας, μία ξεκούραστη λοιπόν λειτουργία που ταυτόχρονα δεν γίνεται, παρά να είναι και πιο οικονομική σε κατανάλωση.

Honda CB1000GT 2026

Ο συμπλέκτης είναι φυσικά μονόδρομος με υποβοήθηση και στον βασικό εξοπλισμό υπάρχει quickshifter δύο κατευθύνσεων που υποστηρίζει και το λεγόμενο autoblip. Για το συγκεκριμένο quickshifter σας τα έχουμε πει από το 2018, χρειαζόταν μία βελτίωση για να διαχειριστεί σωστά πάνω από τα 100 άλογα, καθώς δούλευε άψογα στην Africa Twin αλλά ήθελε περισσότερο δουλειά στο νεορετρό CB.

Αν ήταν σε κινέζικη μοτοσυκλέτα τόσο ο μέσος πελάτης όσο και ο αντιπρόσωπος θα έμεναν με την απορία για το τι χρειάζεται καθώς θα έκριναν την λειτουργία του απροβλημάτιστη. Μαζί τους, και ορισμένοι από τα φερέφωνα με δημόσιο λόγο, όμως για την Honda και κατά επέκταση για τον πελάτη της Honda υπήρχε περιθώριο βελτίωσης. Το πρώτο δείγμα το είδαμε στο Hornet, η ίδια η Honda επιβεβαίωσε πως υπήρχε περιθώριο βελτίωσης συγκριτικά με το 2018 στο νεορετρό CB1000F και για αυτό τον λόγο τους πιστεύουμε όταν λένε πως στην GT ξεχνάς την μανέτα του συμπλέκτη εκτός και αν θέλεις να κάνεις στάση!

Στο μεταξύ οι στάσεις δεν θα είναι συχνές από την στιγμή που έχεις 21 λίτρα που η Honda λέει πως επαρκούν για αυτονομία 340 χιλιομέτρων. Δίνουν μέση κατανάλωση 6,1 λίτρα ανά εκατό χιλιόμετρα, το οποίο δεν είναι πολύ μακριά από αυτό που έχουμε μετρήσει εμείς στο Hornet.

Ηλεκτρονικά

Honda CB1000GT 2026

Η GT έχει IMU έξι αξόνων, μία αδρανειακή μονάδα λοιπόν που τροφοδοτεί την ECU με πληροφορίες για την θέση της μοτοσυκλέτας στον χώρο, τις οποίες έπειτα εκείνη αξιοποιεί για να ρυθμίσει αντίστοιχα την λειτουργία του traction control. Όπως έχουμε συνηθίσει το HSTC δηλαδή το Honda Selectable Torque Control, όπως αποκαλούν το Traction Control ρυθμίζεται σε τρία επίπεδα, όπως αντίστοιχα μπορεί κανείς να επιλέξει σε τρεις βαθμίδες το φρένο του κινητήρα. Το πόσο δηλαδή ανοικτές μένουν οι βαλβίδες στην ανάποδη περιστροφή της γκαζιέρας. Υπάρχουν αναβάτες που θέλουν σε έναν επαρχιακό να οδηγούν γκάζι-φρένο και να θέλουν πιο έντονη την λειτουργία του φρένου κινητήρα και άλλοι που τους αρέσει να οδηγούν με ροή, οπότε θα ήθελαν λιγότερο φρενάρισμα αφήνοντας το γκάζι.

Στο γκάζι τώρα έχουμε επίσης τρία επίπεδα απόκρισης ώστε ο κάθε αναβάτης να προσαρμόσει την μοτοσυκλέτα εκεί που θέλει, ή αντίστοιχα να επιλέξει με βάση τις συνθήκες του δρόμου και του στιλ που θέλει να ακολουθήσει εκείνη την στιγμή.

Όπως πάντα οι λειτουργίες αυτές ομαδοποιούνται στις εξής ομάδες που τα ονόματά τους, ουσιαστικά επεξηγούν και τη λειτουργία:

STANDARD mode χρησιμοποιεί τη μεσαία ρύθμιση για EP, HSTC και EB. Έχει σχεδιαστεί για να αναπαράγει την αίσθηση και την απόδοση μίας σειράς καρμπυρατέρ, με φιλικό χαρακτήρα.

SPORT mode χρησιμοποιεί το υψηλότερο επίπεδο ισχύος (P) και τα χαμηλότερα επίπεδα φρένου κινητήρα (EB) και HSTC ώστε να προσφέρει 100% απόδοση με οποιαδήποτε σχέση στο κιβώτιο, μέγιστη ισχύ και ροπή σε κάθε άνοιγμα του γκαζιού και ελάχιστη παρέμβαση του HSTC.

RAIN mode χρησιμοποιεί το χαμηλότερο επίπεδο ισχύος (P) για τη λιγότερο επιθετική απόδοση ισχύος, μέτριο φρένο κινητήρα(EB) και υψηλό HSTC. Στόχος είναι η χαμηλή απόδοση ισχύος και ροπή στις τρεις πρώτες σχέσεις.

TOUR mode έχει τα ίδια χαρακτηριστικά απόδοσης με το STANDARD, αλλά η δύναμη απόσβεσης προσαρμόζεται ανάλογα με την ταχύτητα· είναι το μοναδικό πρόγραμμα με αυτή τη λειτουργία.

Υπάρχει φυσικά και ο τρόπος να προσαρμόσεις τα ηλεκτρονικά όπως θέλεις ή να απενεργοποιήσεις πλήρως το traction control:

USER mode επιτρέπει στον αναβάτη να επιλέγει ο ίδιος τις ρυθμίσεις για κάθε παράμετρο και να τις αποθηκεύσει για μελλοντική χρήση.

Όλα αυτά ρυθμίζονται μέσα από μία TFT οθόνη 5 ιντσών που προσφέρει και έλεγχο κινητού τηλεφώνου. Η οθόνη δεν δημιουργεί αντανακλάσεις καθώς χρησιμοποιεί οπτική συγκόλληση για βελτιωμένη ορατότητα σε έντονο ηλιακό φως. Σφραγίζοντας το κενό ανάμεσα στο προστατευτικό κρύσταλλο και την οθόνη TFT με ρητίνη, μειώνεται η αντανάκλαση και βελτιώνεται η μετάδοση του φωτισμού. Η οθόνη μπορεί να προσαρμοστεί σε τρία προφίλ εμφάνισης: Bar, Circle και Simple και προσφέρει συνδεσιμότητα smartphone IOS/Android μέσω Honda RoadSync.

Αυτή η λειτουργία – σε συνδυασμό με τον απλό, εύχρηστο, φωτιζόμενο διακόπτη τεσσάρων κατευθύνσεων στο αριστερό γκριπ –επιτρέπει πλοήγηση στροφή-προς-στροφή απευθείας στην οθόνη, καθώς και τη δυνατότητα στον αναβάτη – μέσω συνδεδεμένου Bluetooth κράνους – να πραγματοποιεί κλήσεις ή να ακούει μουσική. Ο ιδιοκτήτης το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι να κατεβάσει την εφαρμογή Honda RoadSync από το Play Store ή το App Store και να συνδέσει το smartphone του με την CB1000GT. Επιπλέον, υπάρχει θύρα USB Type-C στο κάτω δεξί μέρος της οθόνης για φόρτιση του smartphone. Ελπίζουμε να δουλεύει απευθείας και στην Ελλάδα η εφαρμογή, χωρίς καθυστερήσεις.

Τα φλας ακυρώνονται αυτόματα μετά την αλλαγή λωρίδας ή την ολοκλήρωση στροφής. Επίσης ενσωματώνουν τη λειτουργία Emergency Stop Signal (ESS): σε περίπτωση έντονου φρεναρίσματος, τα αλάρμ αναβοσβήνουν για να προειδοποιήσουν τους άλλους χρήστες του δρόμου ότι βρίσκεται σε εξέλιξη απότομη και ισχυρή επιβράδυνση.

Honda CB1000GT 2026

Στον βασικό εξοπλισμό λέει η Honda πως θα ανήκουν και οι πλαϊνές βαλίτσες ενώ η ζελατίνα ρυθμίζεται με το χέρι σε πέντε θέσεις. Είναι εύκολο να γίνει με το ένα χέρι, οπότε θα μπορούσε κανείς να το κάνει και εν κινήσει. Στο μεταξύ η ζελατίνα έχει φυτική προέλευση με το βιοϋλικό της να λέγεται DurabioTM και να μην έχουμε ακόμη σαφή δείγματα για την αντοχή του στον χρόνο ή αν κιτρινίζει μετά από μία δεκαετία. Ανακύκλωση υπάρχει και στις βάσεις των σελών, όπου έχουμε ανακυκλωμένο πολυπροπυλένιο.

Υπάρχει επίσης cruise control, κάτι που θα πρέπει να περιμένει κανείς από την στιγμή που έχουμε ηλεκτρονική οδήγηση του γκαζιού, θερμαινόμενα γκριπ και χούφτες. Το Cruise Control μπορεί να ενεργοποιηθεί από τα 50 χιλιόμετρα και έως τα 160 χ.α.ω.

Οι βαλίτσες έχουν ικανοποιητικό μέγεθος, με 37 λίτρα χωρητικότητας για την αριστερή και 28 λίτρα για την δεξιά.

Υπάρχει και ηλεκτρονική κλειδαριά, οπότε το κλειδί είναι ασύρματο αλλά μόνο για τον κεντρικό διακόπτη, για σέλα και βαλίτσες θα πρέπει να το βγάλεις από την τσέπη.

ΠΛΑΙΣΙΟ

Honda CB1000GT 2026

Το πλαίσιο της CB1000GT είναι δύο δοκών (twin-spar) τύπου διαμάντι με την Honda να υπόσχεται μελετημένη στρεπτική ακαμψία ενώ το μικρό του πλάτος στο πίσω και κάτω τμήμα του συνεισφέρει στην συγκέντρωση των μαζών.

Αναπόφευκτα, συγκριτικά με το Hornet έχουμε ένα νέο, μεγαλύτερων διαστάσεων υποπλαίσιο με ενισχυτικό εγκάρσιο σωλήνα και ανασχεδιασμένη πλάκα στήριξης, δημιουργώντας περισσότερο χώρο για να καλύπτει τις απαιτήσεις της κατηγορίας GT. Η συνολική ακαμψία έχει ρυθμιστεί προσεκτικά, ενώ η αύξηση του βάρους έχει περιοριστεί στο ελάχιστο. Το μήκος του χυτού αλουμινένιου ψαλιδιού Pro-Link αυξάνεται από 619 σε 635mm, βελτιώνοντας τη σταθερότητα σε υψηλές ταχύτητες υπό πλήρες φορτίο, ενώ η νέα έδραση του πίσω αμορτισέρ μειώνει τους κραδασμούς. Τα χυτά αλουμινένια μαρσπιέ προσφέρουν επίσης βελτιωμένη άνεση στον συνεπιβάτη κατά τη διάρκεια μακρινών διαδρομών.

Η σταθερότητα μιας μοτοσυκλέτας touring και ο χειρισμός μιας γυμνής sport μοτοσυκλέτας συνοψίζουν τις δυνατότητες συμπεριφοράς της CB1000GT. Η γωνία κάστερ και το ίχνος είναι στις 25,0° και 106,3mm, με μεταξόνιο 1.465mm (σε σύγκριση με του Hornet: 25° / 98mm / 1.455mm). Η απόσταση από το έδαφος είναι 133mm, αυξημένη κατά 3mm σε σχέση με το Hornet. Η κατανομή βάρους είναι 51% / 49% (έναντι 51,2% / 48,8%) και συνδυάζεται άψογα με τη θέση οδήγησης για ελαφριά αίσθηση στο τιμόνι. Το βάρος πλήρως υγρών είναι 229 κιλά.

Το ύψος σέλας είναι στα 825mm ενώ για να προσφέρει περισσότερη άνεση στα ταξίδια το πάχος της έχει αυξηθεί σε σχέση με το Hornet κατά 15mm για τον αναβάτη και 39,5mm για τον συνεπιβάτη, με τη θέση του τιμονιού και των μαρσπιέ να είναι διαφορετική , δημιουργώντας ένα εργονομικό τρίγωνο κατάλληλο για μεγάλες αποστάσεις.

Honda CB1000GT 2026

Η ημι-ενεργητική ανάρτηση Showa Electronically Equipped Ride Adjustment (Showa-EERA™) αποτελεί στάνταρ εξοπλισμό στην CB1000GT – όπως και η μονάδα έξι αξόνων IMU της Nippon Seiki – και λειτουργεί ώστε να παρέχει βέλτιστη απόσβεση συμπίεσης/επαναφοράς σε ευρύ φάσμα συνθηκών. Το σύστημα ρυθμίζει αυτόματα τη δύναμη απόσβεσης ανάλογα με την ταχύτητα διαδρομής της ανάρτησης. Λειτουργεί προσαρμόζοντας το επίπεδο απόσβεσης βάσει δεδομένων από τρεις πηγές: την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας (από την ECU), τη θέση και κλίση της μοτοσυκλέτας (από την IMU) και τη συμπεριφορά του πιρουνιού (από τον αισθητήρα διαδρομής).

Η Μονάδα Ελέγχου Ανάρτησης (SCU) προσαρμόζει τη δύναμη απόσβεσης μέσα σε μόλις 15 χιλιοστά του δευτερολέπτου (0,015 δευτ.) από τη λήψη των δεδομένων αυτών. Η ευελιξία του συστήματος σημαίνει ότι η ρύθμιση απόσβεσης μπορεί να προγραμματιστεί ώστε να αλλάζει ανάλογα με την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας – παρέχοντας, για παράδειγμα, πιο σφιχτή απόσβεση σε υψηλές ταχύτητες.

Πρακτικά, το Showa-EERA™ επιτρέπει στον αναβάτη να επιλέξει άνεση για οδήγηση εντός πόλης, sport απόδοση αντίδρασης, σταθερότητα σε υψηλές ταχύτητες touring ή ακριβή απόκριση σε βροχερές συνθήκες με το πάτημα ενός κουμπιού. Το Showa-EERA™ επίσης μειώνει υπερβολικό βύθισμα κατά το δυνατό φρενάρισμα. Σε σύγκριση με το Hornet, η διαδρομή έχει επίσης αυξηθεί, στα 130mm μπροστά και 144mm πίσω (έναντι 130mm / 140mm).

Honda CB1000GT 2026

Διατίθενται τέσσερις προκαθορισμένες λειτουργίες ανάρτησης:

STD: ισοδυναμεί με την βασική ρύθμιση της ανάρτησης Showa, για ευρεία γκάμα συνθηκών.
SPORT: προσφέρει υψηλή σταθερότητα ανάρτησης για πιο επιθετική οδήγηση.
RAIN: μαλακώνει την απόκριση της ανάρτησης για ομαλή και ελεγχόμενη συμπεριφορά σε συνθήκες χαμηλής πρόσφυσης.
TOUR: παρέχει μέγιστη σταθερότητα σε φρενάρισμα και στροφές, και την πιο σφιχτή απόσβεση για υψηλές ταχύτητες και δικάβαλο ταξίδι με πλήρες φορτίο.
USER: επιτρέπει στον αναβάτη να ρυθμίσει εξατομικευμένα την απόσβεση και την προφόρτιση.

Το Showa-EERA™ προσφέρει στον αναβάτη τη δυνατότητα λεπτομερούς ρύθμισης της προφόρτισης του πίσω ελατηρίου με 24 βήματα, εν κινήσει. Το ανεστραμμένο πιρούνι 41mm διαθέτει χειροκίνητη ρύθμιση προφόρτισης ελατηρίου.

Διπλές, ακτινικά τοποθετημένες τετραπίστονες δαγκάνες Nissin συνδυάζονται με πλευστούς δίσκους 310mm το Cornering ABS, διαχειριζόμενο από την IMU, προσθέτει επιπλέον σιγουριά για τον αναβάτη. Ο πίσω δίσκος 240mm χρησιμοποιεί μονοπίστονη δαγκάνα Nissin με μεταλλικά τακάκια για εξαιρετική απόδοση πέδησης σε συνθήκες δικάβαλου και με αποσκευές ταξιδιού.

Οι ζάντες 5 μπράτσων τύπου “Y” προδιαγραφών Hornet (εμπνευσμένες από την CBR1000RR-R Fireblade) είναι κατασκευασμένες από χυτό ελαφρύ αλουμίνιο. Τα ελαστικά είναι διαστάσεων 120/70-ZR17 εμπρός και 180/55-ZR17 πίσω.

Αξεσουάρ

Honda CB1000GT 2026

Μια σειρά από Γνήσια Αξεσουάρ Honda είναι διαθέσιμα για την CB1000GT, ενισχύοντας την άνεση, το στυλ, την απόδοση και την πρακτικότητα. Περιλαμβάνουν τρία προσεκτικά επιλεγμένα Πακέτα Αξεσουάρ, προσαρμοσμένα στην ευρωπαϊκή αγορά.

COMFORT PACK

Το Comfort Pack έχει δημιουργηθεί για να ενισχύσει τον touring χαρακτήρα της GT και περιλαμβάνει την σέλα Comfort για τον αναβάτη και τον συνεπιβάτη, θερμαινόμενα γκριπ, ψηλός ανεμοθώρακας, αεροδυναμικούς εκτροπείς A και B, καθώς και προβολείς ομίχλης.

SPORTS PACK

Για μια πιο δυναμική, σπορ εμφάνιση, υπάρχει το Sports Pack. Η συλλογή περιλαμβάνει την καρίνα, πλευρικά αυτοκόλλητα ρεζερβουάρ, προστατευτικό κινητήρα και διακοσμητικές λωρίδες ζαντών.

URBAN PACK

Για μέγιστη πρακτικότητα στην καθημερινή χρήση και μεταφορά αποσκευών, το Urban Pack περιλαμβάνει Top Box 50 λίτρων με μαξιλαράκι πλάτης  και πάνελ Top Box, καθώς και βάση στήριξης.

Honda CB1000GT 2026

Εκτός από τα πακέτα, όλα τα Αξεσουάρ Honda για την CB1000GT διατίθενται μεμονωμένα:

  • Σέλα αναβάτη Comfort ΝΕΟ
  • Σέλα συνεπιβάτη Comfort ΝΕΟ
  • Εκτροπέας αέρα A ΝΕΟ
  • Εκτροπέας αέρα B ΝΕΟ
  • Προστατευτικό κινητήρα ΝΕΟ
  • Βάση στήριξης πίσω ΝΕΟ
  • Ψηλός ανεμοθώρακας ΝΕΟ
  • Πλευρικά αυτοκόλλητα ρεζερβουάρ ΝΕΟ
  • Καρίνα (Under Cowl) ΝΕΟ
  • Διακοσμητικές λωρίδες ζαντών ΝΕΟ
  • Συναγερμός
  • Προβολείς ομίχλης
  • Επέκταση προστατευτικών χεριών
  • Τσάντα πίσω σέλας
  • Μαξιλαράκι Top Box
  • Πάνελ Top Box
  • Τσάντα ρεζερβουάρ 3L
  • Top Box 50L

Τεχνικά Χαρακτηριστικά

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος

Υγρόψυκτος 4χρονος εν σειρά DOHC τετρακύλινδρος

Κυβισμός

1000cc

Διάμετρος & Διαδρομή

76mm x 55.1mm

Σχέση συμπίεσης

11.7:1

Μέγιστη ισχύς

149,7Ps /147,65 hp / 111,6kW στις 11.000 σαλ.

Μέγιστη ροπή

102Nm στις 8.750 σαλ.

Επίπεδο θορύβου (dB)

97

Χωρητικότητα σε λιπαντικό

Άνω τμήμα 3.5L, Κάτω τμήμα 3.0L

Εκκίνηση

Ηλεκτρική

ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΡΟΦΟΔΟΣΙΑΣ

Ψεκασμός

Ηλεκτρονικός PGM-FI

Χωρητικότητα ρεζερβουάρ

21L

Εκπομπές CO2(WMTC)

140g/km

Κατανάλωση καυσίμου (WMTC)

6L/100km

ΗΛΕΚΤΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Τύπος μπαταρία

AGM

Χωρητικότητα μπαταρίας

12V 9,1Ah

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Τύπος συμπλέκτη

Υγρός, πολύδισκος, υποβοήθησης/ολίσθησης (Assisted slipper)

Τύπος κιβωτίου

6τάχυτο

Τελική μετάδοση

Αλυσίδα

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος

Ατσάλινο, τύπου διαμάντι

ΠΛΑΙΣΙΟ

Διαστάσεις (Μ´Π´Υ)

2.135mm x 930mm x 1.290mm

Μεταξόνιο

1.465mm

Γωνία Κάστερ

25°

Ίχνος Τροχού

106,3mm

Ύψος Σέλας

825mm

Απόσταση από το έδαφος

135mm

Βάρος (πλήρες υγρών)

229kg

Ακτίνα στροφής

3,2m

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Εμπρός

Ηλεκτρονικά ελεγχόμενη ανάρτηση (EERA), χειροκίνητη ρύθμιση προφόρτισης

Πίσω

Ηλεκτρονικά ελεγχόμενη ανάρτηση (EERA), ηλεκτρονική ρύθμιση προφόρτισης

ΤΡΟΧΟΙ

Εμπρός

Πολλαπλών μπράτσων από χυτό αλουμίνιο

Πίσω

Πολλαπλών μπράτσων από χυτό αλουμίνιο

Διάσταση Ζάντας Εμπρός

17M/C X MT3.50

Διάσταση Ζάντας Πίσω

17M/C X MT5.50

Ελαστικό Εμπρός

120/70-ZR17M/C

Ελαστικό Πίσω

180/55-ZR17M/C

ΦΡΕΝΑ

ABS

Σύστημα Cornering ABS, ελεγχόμενο από IMU έξι αξόνων

Εμπρός

Δύο δίσκοι 310mm με τετραπίστονες, ακτινικά τοποθετημένες δαγκάνες της Nissin

Πίσω

Δίσκος 240mm με μονοπίστονη δαγκάνα Nissin

ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΗΛΕΚTΡΙΚΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Όργανα

Οθόνη TFT 5 ιντσών πολλαπλών πληροφοριών

Προβολέας

LED

Πίσω φως

LED

Συνδεσιμότητα

Honda RoadSync

USB

USB-C

Αυτόματη ακύρωση φλας

Ναι

Quick shifet

Ναι

Σύστημα προστασίας

HISS και SMART KEY

Cruise Control

Ναι

Πρόγραμματα Οδήγησης

Standard, Rain, Sport, Tour, 1x User

HSTC

Ναι

Θερμαινόμενα γκριπ

Ναι

Πρόσθετα χαρακτηριστικά

Ρυθμιζόμενος ανεμοθώρκας σε πέντε θέσεις, κεντρικό σταντ, πλαϊνές βαλίτσες, αυτόματα ακυρούμενα φλας με λειτουργία Emergency Stop Signal (ESS), wheelie control, θερμαινόμενα γκριπ

Ετικέτες