QJMotor Super4: Παρουσιάστηκε η Mini-Superveloce της Κίνας

Η QJMotor παρουσιάζει μια μοτοσυκλέτα μεσαίου κυβισμού εμπνευσμένη από τη θρυλική MV Agusta Superveloce
QJMotor-Super4
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

26/8/2025

Η νέα QJMotor Super4 αντλεί ξεκάθαρα τη σχεδιαστική της ταυτότητα από τη Superveloce, αλλά αυτή τη φορά υπάρχει και ένα θεμιτό πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ των δύο εταιρειών, που προσδίδει νομιμότητα στην ομοιότητα

Με την KTM να αποδευσμεύει την MV Agusta έχοντας όμως πραγματοποιήσει ήδη σειρά επενδύσεων, ξεκινώντας από το γραφείο σχεδιασμού μέσα στο εργοστάσιο στο Varese, βλέπουμε μία μεταστροφή στις παλιές αγάπες.

Πριν την απόκτηση της MV Agusta από τον Pierer οι Ιταλοί είχαν ενώσει τις δυνάμεις τους με την QJMotor σχεδιάζοντας και την μεσαία Adventure που ήταν κατά βάση ένα Benelli TRK με άλλη εμφάνιση. Η Benelli ανήκει στην QJ Motor η οποία διατηρεί για αυτήν ξεχωριστή γραμμή παραγωγής μέσα στο εργοστάσιό της στην Κίνα ενώ παράλληλα είναι και αντιπρόσωπος της MV Agusta για την κινέζικη αγορά. Το εγχείρημα που από κοινού είχαν στήσει με την MV Agusta αλλά ακόμη και η συνέχιση της συνεργασίας τους εντός Κίνας, είχε μπει στον πάγο αμέσως μόλις παρέλαβε την μάρκα η KTM. Κανείς από την πλευρά της QJMotor δεν ή γνώριζε πώς θα εξιλιχθούν τα πράγματα και αν θα μπορεί να συνεχίσει να εμπορεύοται μοντέλα της MV Agusta.

Ο Pierer είχε υπάρξει κατηγορηματικός τόσο για την έλευση μίας Adventure από την MV Agusta, αλλά τελικά έκανε πίσω σε αυτό, όσο και σε συνεργασία με κινέζους κατακασκευαστές, που τελικά τώρα δεν μπορεί να το αλλάξει.

Η QJMotor δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ για να δει πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα καθώς κράτησε λιγότερο από δύο χρόνια, ο παγετός στις σχέσεις με την MV Agusta.

Το Super4 χρησιμοποιεί έναν παράλληλο δικύλινδρο κινητήρα 449cc, απόδοσης 52 ίππων στις 9500 rpm, σε πλαίσιο που βασίζεται σε υπάρχουσες μοτοσυκλέτες της QJMotor. Το συνολικό βάρος περιορίζεται στα μόλις 169 κιλά, με μικρό μεταξόνιο στα 1.389 mm και τελική ταχύτητα περίπου 190 χλμ/ώρα.

Οι σχεδιαστικές γραμμές παραπέμπουν ξεκάθαρα στην MV Agusta Superveloce, καθώς ορισμένα από τα πιο πρόσφατα μοντέλα της QJMotor έχουν χρησιμοποιήσει σχέδια που προέρχονται από δουλειά της ιταλικής σχεδιαστικής εταιρείας C-Creative. Η C-Creative ιδρύθηκε από τον πρώην πρόεδρο της MV, Giovanni Castiglioni, γιο του Claudio Castiglioni, ο οποίος αναβίωσε τηn MV Agusta με την superbike F4 στα τέλη της δεκαετίας του 1990, μαζί με τον πρώην επικεφαλής σχεδίασης της MV, Adrian Morton, και τον Paolo Bianchi, που προηγουμένως διηύθυνε το CRC (Centro Ricerche Castiglioni ή Castiglioni Research Center), το οποίο λειτουργούσε ως το τμήμα Έρευνας & Ανάπτυξης της MV.

QJMotor Super9

QJ-MV μια παλιά ιστορία

Η QJMotor έχει ξαναχρησιμοποιήσει σχέδια της MV στο μοντέλο Super9, που όχι μόνο δανείζεται τη σχεδίαση της MV Superveloce, αλλά βασίζεται και σε τεχνική συμφωνία μεταξύ των δύο εταιρειών για τη χρήση μιας έκδοσης 921cc του παλαιότερης γενιάς τετρακύλινδρου εν σειρά κινητήρα της MV, καθώς και πλαισίου και μονόμπρατσου ψαλιδιού δανεισμένα από τη MV Agusta Brutale. Οι δεσμοί μεταξύ QJ και MV χρονολογούνται αρκετά χρόνια πίσω, με την μητρική εταιρεία της QJMotor, Qianjiang, να σκοπεύει αρχικά να χρησιμοποιήσει τον τετρακύλινδρο κινητήρα που είχε σχεδιάσει η MV σε μία sport μοτοσυκλετα υπο το σήμα της Benelli, πριν στραφεί στην ανάπτυξη της δικής της γκάμας QJMotor. Επίσης υπήρχε σχέδιο συνεργασίας για την παραγωγή πιο προσιτών μοντέλων της MV Agusta, όπως το Lucky Explorer 5.5, και αναφέραμε στην αρχή του άρθρου με κινητήρες και πλαίσια της QJMotor/Benelli. Το μοντέλο όμως, δεν πήρε ποτέ το πράσινο φως, μετά την απόκτηση της MV από την ΚΤΜ, αλλά με την επιστροφή της MV στους προηγούμενους ιδιοκτήτες της, δεν αποκλείεται τέτοια σχέδια να αναβιώσουν.

Lucky Explorer 5.5

Το Super4 θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο για την αγορά προσιτών sportbikes υψηλής αισθητικής, όπως τα Triumph Speed 400 και Scrambler 400, που κατασκευάζονται στην Ινδία από την Bajaj και έχουν σημειώσει μεγάλη επιτυχία.

Συνηθίζεται να υπάρχει καθυστέρηση μερικών μηνών μεταξύ της έγκρισης τύπου των κινεζικών μοτοσυκλετών και της επίσημης παρουσίασής τους, γεγονός που υποδεικνύει ότι το Super4 πιθανότατα θα αποκαλυφθεί κατά τη διάρκεια της EICMA στο Μιλάνο τον Νοέμβριο και θα φτάσει στην γραμμή παραγωγή ως μοντέλο του 2026.

Σε κάθε περίπτωση εμείς αναμένουμε να δούμε εάν το μοντέλο θα καταφέρει να βρει τον δρόμο του προς την ευρωπαϊκή αγορά.

Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!

Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

16/12/2025

Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.

Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του. 

Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.

Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.

Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ. 

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.

Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.

Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre. 

Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.