Yamaha FJR 1300A 2016 – Πρώτη γεύση

Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

16/5/2016

Ευρωπαϊκός τουρισμός Made in Japan

Ως γνωστόν, η FJR 1300 είναι η πρόταση της Yamaha στην κατηγορία των μεγάλων μοτοσυκλετών τουρισμού. Το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της μοτοσυκλέτας όταν παρουσιάστηκε πρώτη φορά στις εκθέσεις το 2006, ήταν ότι είχε σχεδιαστεί έχοντας στο μυαλό τους ευρωπαϊκούς δρόμους και τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν σε αυτές και φυσικά τις αντίστοιχα ξεχωριστές ανάγκες των Ευρωπαίων μοτοσυκλετιστών. Με την γερμανική αγορά να έχει τις μεγαλύτερες πωλήσεις σε αυτή την κατηγορία, οι επιδόσεις και η υψηλές ταχύτητες ταξιδιού ήταν από τα βασικά ζητούμενα. Ο τετρακύλινδρος κινητήρας των 1300 κυβικών με τους 150 ίππους, φρόντιζε με επιτυχία να δώσει στην FJR τις απαραίτητες επιδόσεις για να αισθάνεται άνετα ο αναβάτης της στις ευθείες των Autobahn χωρίς τα όρια ταχύτητας. Σε αυτού του είδους τις μοτοσυκλέτες, το ζητούμενο δεν είναι η μέγιστη τελική ταχύτητα, αλλά η ευκολία να ταξιδεύουν για πολλές ώρες με πάνω από 200km/h φροντίζοντας ο αναβάτης και ο συνεπιβάτης να νοιώθουν άνετα και ασφαλείς. Χάρη στο φαρδύ φαίρινγκ και την ρυθμιζόμενη σε ύψος ηλεκτρική ζελατίνα, ο αναβάτης μπορούσε με το πάτημα ενός κουμπιού να βρει την ιδανική προστασία από τον αέρα και τα καιρικά φαινόμενα. Όμως εκεί που η FJR 1300 ξεχώριζε από όλους τους ανταγωνιστές της ήταν όταν τελείωναν οι ευθείες. Η ευελιξία και η ευκολία οδήγησης στους επαρχιακούς δρόμους ήταν πρωτόγνωρες ικανότητες για μια τόσο μεγάλη τουριστική μοτοσυκλέτα. Ακόμα και σήμερα βρίσκεται στην κορυφή της κατηγορίας σε αυτόν τον τομέα και η σπορ πλευρά της προσωπικότητάς της έχει δημιουργήσει πιστούς οπαδούς. Βγάζοντας τις βαλίτσες, η FJR 1300 μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε καθημερινή βάση, ακόμα κι αν αυτό απαιτεί πολλές ώρες μέσα στο κέντρο της πόλης. Ο συνολικός όγκος της (χωρίς τις βαλίτσες) δεν ξεπερνά εκείνον ενός μεγάλου on-off, ενώ το επαρκές κόψιμο του τιμονιού και η χαμηλή σέλα (ρυθμίζεται σε ύψος) διευκολύνουν αφάνταστα τους χειρισμούς. Με αυτά τα βασικά χαρακτηριστικά να μένουν αναλλοίωτα μέχρι σήμερα, η Yamaha προσπάθησε με μικρές επεμβάσεις στα σημεία να εκσυγχρονίσει και να βελτιώσει την μοτοσυκλέτα της στα χρόνια που ακολούθησαν. Το 2013 ήταν η χρονιά που η FJR 1300 δέχτηκε μια ολοκληρωμένη αναβάθμιση που περιελάμβανε από ηλεκτρικά ρυθμιζόμενες αναρτήσεις, ηλεκτρονικά συστήματα ενεργητικής ασφάλειας, μέχρι και αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων. Όμως αυτό που για πολλά χρόνια οι δημοσιογράφοι ζητούσαν, όπως και αρκετοί από τους ιδιοκτήτες, δεν έγινε. Μιλάμε φυσικά για το κιβώτιο ταχυτήτων που μέχρι σήμερα είχε μόνο πέντε σχέσεις αντί για έξι, κάτι που στοίχιζε σε επιδόσεις εν κινήσει και σε κατανάλωση καυσίμου. Το σκεπτικό της Yamaha όλα αυτά τα χρόνια που είχε πεντάρι κιβώτιο, ήταν ότι οι σχετικά κοντές τέσσερις πρώτες σχέσεις χάριζαν δυνατές επιταχύνσεις μέχρι τα 200km/h και η μακριά πέμπτη σχέση είχε ρόλο overdrive. Στην πραγματικότητα όμως οι περισσότεροι αναβάτες δεν οδηγούν με αυτόν τον τρόπο, τουλάχιστον όχι οι αναβάτες που επέλεγαν την FJR. Βασικά το παράπονό τους ήταν ότι οι επιταχύνσεις μετά τα 200km/h δεν ήταν ακριβώς αυτές που ήθελαν. Λόγω ροπής και των κοντών πρώτων τεσσάρων σχέσεων, ήταν φυσιολογικό με την FJR 1300 να έχεις βάλει την πέμπτη ήδη από τα 120km/h, οπότε ανοίγοντας απότομα το γκάζι για να προσπεράσεις (ειδικά αν είσαι φορτωμένος) η επιτάχυνση ήταν "μουδιασμένη". Φέτος το κιβώτιο άλλαξε αποκτώντας την πολυπόθητη έκτη σχέση και ως συνεπακόλουθο ήταν η διάταξη των σχέσεων να γίνει πιο ομοιογενής και να μην υπάρχουν διακριτές αποστάσεις μεταξύ τους. Το νέο κιβώτιο σαφώς ταιριάζει πολύ καλύτερα με τον σπορ χαρακτήρα της FJR 1300, κυρίως όμως ταιριάζει με τον τρόπο που θέλουν να την οδηγούν οι ιδιοκτήτες της. Μαζί άλλαξε ολόκληρος ο μηχανισμός του συμπλέκτη, όπου πλέον διαθέτει σύστημα που αυξάνει την πίεση στους δίσκους κατά την επιτάχυνση και τους αποφορτίζει κατά την επιβράδυνση. Έτσι μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν μαλακότερα ελατήρια και η μανέτα του συμπλέκτη να έχει ελαφρύτερη αίσθηση από πριν. Σε επίπεδο εξοπλισμού, η FJR 1300 του 2016 απέκτησε φώτα τεχνολογίας Led με λειτουργία cornering, όπου με την βοήθεια του αισθητήρα κλίσης ανάβει αυτόματα τον αντίστοιχο δεξή ή αριστερό προβολέα για να φωτίσει το εσωτερικό της στροφής.

Εμείς είχαμε την ευκαιρία για μια πολύ σύντομη γνωριμία με την νέα FJR 1300, στο πλαίσιο ενός διήμερου test ride που διοργάνωσε η ΜΟΤΟΔΥΝΑΜΙΚΗ στην μαρίνα της Βουλιαγμένης. Οι μοτοσυκλέτες άνηκαν στην Yamaha Europe και βρέθηκαν στην Ελλάδα για μόλις μερικές μέρες, οπότε ο χαρακτήρας της εκδήλωσης που διοργάνωσε η ελληνική αντιπροσωπεία δεν μπορούσε να είναι διαφορετικός από μια σύντομη βόλτα στην γύρο περιοχή. Γι΄αυτό τον λόγω, επιλέξαμε να οδηγήσουμε την έκδοση με το αυτόματο κιβώτιο για να δούμε πως δουλεύει το σύστημα της Yamaha, αφού ήταν αδύνατον να σχηματίσουμε εικόνα για οτιδήποτε άλλο μέσα σε αυτά τα είκοσι χιλιόμετρα διαδρομής στην παραλιακή. Αυτό που εντυπωσιάζει στο αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων της Yamaha είναι η αθόρυβη λειτουργία του σε σύγκριση με το DCT της Honda. Παρά το γεγονός ότι της Yamaha δεν είναι διπλού συμπλέκτη, αλλά πρόκειται για ένα συμβατικό σειριακό κιβώτιο με ηλεκτροκινητήρα που αλλάζει τις σχέσεις και η FJR έχει άξονα για τελική μετάδοση, εν τούτοις δεν ακούγονται καθόλου μεταλλικοί ήχοι κατά την διαδικασία των αλλαγών. Μόνο όταν είσαι σταματημένος και βάλεις από νεκρά σε πρώτη ακούς τον κλασσικό ήχο εμπλοκής του γραναζιού. Όμως κατά την κίνηση της μοτοσυκλέτας οι αλλαγές πραγματοποιούνται εντελώς αθόρυβα, θυμίζοντας αυτόματο κιβώτιο λιμουζίνας τελευταίας τεχνολογίας. Αντίστοιχου επιπέδου είναι και η ποιότητα λειτουργίας του αυτόματου συμπλέκτη κατά το πατινάρισμα στις εκκινήσεις. Βασικά σου δίνει την εντύπωση ότι οι δίσκοι του συμπλέκτη δεν πατινάρουν καθόλου και η αίσθηση της αρχικής επιτάχυνσης ξεκινώντας από το φανάρι θυμίζει περισσότερο ηλεκτρικό όχημα! Επιλέγοντας την manual λειτουργία σου επιτρέπει να αλλάζεις μόνος σου ταχύτητες με το αριστερό χέρι με δύο διακόπτες +/- στο τιμόνι ή με το πόδι από τον κλασσικό λεβιέ. Στα ανεβάσματα υπάρχει μια αισθητή καθυστέρηση ανάμεσα στις αλλαγές, ειδικά αν αυτές γίνονται με τέρμα γκάζι όπου η βίαιη επιτάχυνση κόβεται απότομα. Αντίθετα στα κατεβάσματα οι αλλαγές γίνονται εντυπωσιακά γραμμικά και αντίστοιχα εντυπωσιακά άμεσα, σε σημείο που να μπορούμε να πούμε ότι για οδήγηση στο δρόμο είναι πολύ καλύτερο κι από τα συστήματα quickshifter up/down που έχουν οι καινούριες superbike. Δυστυχώς ο χρόνος που είχαμε στη διάθεσή μας την μοτοσυκλέτα δεν επαρκούσε για να εμβαθύνουμε περισσότερο. Άλλωστε κάθε λεπτό που περνούσαμε πάνω στην σέλα της το στερούσαμε από τους υπόλοιπους αναβάτες που περίμεναν υπομονετικά να έρθει η σειρά τους να την οδηγήσουν.

Σαν γενικό συμπέρασμα μπορούμε να πούμε ότι η Yamaha, έστω και καθυστερημένα, έκανε όλες τις αλλαγές που χρειαζόταν η FJR 1300 και είχαμε επισημάνει ήδη από την παρουσίαση του πρώτου μοντέλου. Ταυτόχρονα εκσυγχρόνισε την εμφάνιση και τον εξοπλισμό άνεσης και ασφάλειας. Το αυτόματο κιβώτιο έχει ορισμένα πολύ δυνατά σημεία, που ταιριάζουν με τον σπορ χαρακτήρα αυτής της τουριστικής μοτοσυκλέτας. Το μόνο που συνεχίζει να μας δίνει λαβή για κριτική είναι το… κλειδί της μοτοσυκλέτας! Όταν χρησιμοποιείς το κλειδί του κεντρικού διακόπτη για να ανοίγεις και για να αποσυνδέεις τις βαλίτσες, αυτό το κλειδί πρέπει να είναι αρκετά χοντρό και κοντό σε μήκος. Στην FJR 1300 η Yamaha εξακολουθεί να έχει ένα λεπτό και μακρύ κλειδί, που ειδικά το καλοκαίρι που μαλακώνει από την ζέστη, είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα στραβώσει ή θα κοπεί. Πάντως το γεγονός ότι κατεβαίνοντας από την σέλα της FJR 1300 μας είχε δημιουργηθεί η όρεξη να κάνουμε ένα μακρινό ταξίδι, δείχνει την ικανότητα αυτής της μοτοσυκλέτας να δημιουργεί ευχάριστες συνθήκες για να απολαύσεις την πολύωρη οδήγηση. Αυτή άλλωστε δεν είναι η αποστολή των τουριστικών μοτοσυκλετών;      

 

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες