Ελληνική παρουσίαση Neo Sports Café

Πρώτες οδηγικές εντυπώσεις από το νέο CB 300R
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

6/8/2018

Σε ένα όμορφο all day bar στα βόρεια προάστια, ο όμιλος επιχειρήσεων Σαρακάκης, επίσημος αντιπρόσωπος της Honda στην Ελλάδα, αποφάσισε να παρουσιάσει τη νέα οικογένεια των Neo Sports Café. Δυστυχώς ο καιρός δεν ήταν με το μέρος μας με αποτέλεσμα να εμφανίζονται βροχοπτώσεις τις πρώτες ώρες. Η αναλυτική παρουσίαση της σειράς ήταν προετοιμασμένη από τους αντιπρόσωπους της Honda, έχοντας όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες για το κάθε μέλος της σειράς. Η οικογένεια αποτελείται από τη ναυαρχίδα της σειράς, το ανανεωμένο CB 1000R, που έχει επανασχεδιαστεί πλήρως με το σχεδιασμό να ακολουθεί το μότο “επιστροφή στις ρίζες”, έτσι με τις μινιμαλιστικές γραμμές μειώνει το συνολικό του όγκο, αφήνοντας με την απλή σχεδίαση τον κινητήρα σε κοινή θέα να τραβάει τα βλέμματα, με το εξαιρετικό του φινίρισμα. Κατασκευασμένο στην Ιαπωνία όλο το σύνολο εκπέμπει υψηλή ποιότητα κατασκευής, ενώ παράλληλα η Honda εστίασε στην απόλαυση της οδηγικής εμπειρίας (το οποίο μπορείτε να δείτε αναλυτικότερα εδώ).

Την οικογένεια ολοκληρώνουν τα CB 300R και CB 125R που έχουν μεγάλη απόσταση από τη ναυαρχίδα, γεγονός που προμηνύει τον ερχομό ενός νέου μεσαίου κυβισμού μοντέλου στην οικογένεια που θα γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ τους, ολοκληρώνοντας τη σειρά.

Κοινή φιλοσοφία

Τα CB 300R και 125R είναι μάλλον για τους περισσότερους από εμάς πανομοιότυπα στο μάτι, όμως υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές. Συγκεκριμένα η εργονομία της θέσης οδήγησης είναι εντελώς διαφορετική ανάμεσα στις δύο μοτοσυκλέτες. Στο 125R η θέση είναι πιο όρθια, θυμίζοντας περισσότερο τη θέση οδήγησης των MT-09 και κυρίως του Duke 390. Η απόσταση του τιμονιού από το κορμό του αναβάτη είναι σχετικά μικρή, δίνοντας μια όρθια στάση σε αντίθεση με το 300R που είναι πιο κοντά στη κλασσική θέση οδήγησης μιας τυπικής μοτοσυκλέτας δρόμου. Το μεσαίο μοντέλο έχει λίγο μεγαλύτερο μεταξόνιο στα 1352mm κερδίζοντας σταθερότητα, ενώ η  γωνία κάστερ είναι 24ο προσφέροντας περισσότερη ευελιξία. Το 125R έχει μικρότερο μεταξόνιο (1345mm) που προσφέρει ευελιξία, ενώ η λίγο μεγαλύτερη γωνία κάστερ των 24,2ο αντισταθμίζει τα πράγματα επιτυγχάνοντας μια αντίστοιχη ισορροπία στα συνολικά γεωμετρικά χαρακτηριστικά της. Το ρεζερβουάρ είναι και αυτό διαφορετικής σχεδίασης με τις γραμμές να κυριαρχούν περισσότερο στο 125, ενώ είναι εξοπλισμένο με διακοσμητικούς αεραγωγούς. Τέλος η απόσταση από το έδαφος στο 300 είναι μεγαλύτερη κατά 11mm (151mm)  και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η εξάτμιση βρίσκεται στο πλάι αντί κάτω από το κινητήρα όπως στο 125. Αποτελεί έτσι μια πιο ευδιάκριτη διαφορά, όπως η καρίνα που έχει το μικρότερο μέλος τη οικογένειας, προσφέροντας ένα πιο συμπαγές σύνολο. Η ποιότητα κατασκευής τους είναι εξαιρετική παρά το γεγονός ότι κατασκευάζονται εκτός Ιαπωνίας.

 

Το ατσάλινο σωληνωτό πλαίσιο έχει σχεδιαστεί με γνώμονα τη συγκέντρωση του βάρους της μοτοσυκλέτας χαμηλά κάτω από τον αναβάτη, προσφέροντας ευελιξία και σταθερότητα. Η μπαταρία μεταφέρθηκε πίσω από το λαιμό του πλαισίου στην ίδια θέση που βρίσκεται και στην RC213V-S. Με το χώρο που δημιουργήθηκε κάτω από τη σέλα του αναβάτη τοποθετήθηκε το νέο φιλτροκούτι που είναι παρόμοιο με αυτό των τελευταίων MX CRF, δημιουργώντας έτσι μια ευθύγραμμη πορεία στον εισερχόμενο αέρα και χαρίζει καλύτερη ακουστική στον αναβατή κατά τις επιταχύνσεις όπως κάνει τα τελευταία χρόνια η Kawasaki. Το ατσάλινο ψαλίδι είναι νέου σχεδιασμού, με μεταβλητό πάχος για την επίτευξη χαμηλότερου βάρους, στηρίζοντας το αμορτισέρ αερίου και λαδιού, το οποίο δένει πάνω σε μια ατσάλινη πλάκα ώστε να ελαττωθεί το φορτίο στο κυρίως πλαίσιο και να ενισχύσει το καλύτερο έλεγχο της μοτοσυκλέτας.

 

Η μπροστινή δαγκάνα είναι η ίδια με του Africa Twin και συνδυάζεται με το πλευστό δίσκο 296mm που συμβάλλει στη ευστάθεια της μοτοσυκλέτας κατά το φρενάρισμα. Η μονάδα ABS είναι δικάναλη και οι CB 125R και CB 300R αποτελούν τις πρώτες μοτοσυκλέτες των κατηγοριών τους που έχουν ABS εξοπλισμένο με IMU (μονάδα μέτρησης αδράνειας). Ο ρόλος του IMU που μετρά 100 φορές το δευτερόλεπτο την αδρανειακή κατάσταση της μοτοσυκλέτας, είναι να εξασφαλίζει την επαφή του πίσω τροχού με την άσφαλτο κατά το φρενάρισμα, μέσω της παρέμβασης του στη λειτουργία του ABS μπρος και πίσω, ενισχύοντας έτσι την ευστάθεια της μοτοσυκλέτας κατά την επιβράδυνση. Οι ζάντες είναι αλουμινίου 17 ιντσών και έχουν την ίδια φιλοσοφία σχεδιασμού με το CB 1000R.

Το μικρό μοτοσυκλετάκι κερδίζει τα βλέμματα με τον εξοπλισμό που προσφέρει ο οποίος προέρχεται από μεγαλύτερες μοτοσυκλέτες, με αποτέλεσμα να ξεγελά εύκολα τα βλέμματα, δίνοντας την εντύπωση πως πρόκειται για μια μεγαλύτερη μοτοσυκλέτα. Αυτή η εντύπωση οφείλεται στο ανεστραμμένο μπροστινό πιρούνι των 41mm, στη τεχνολογία LED που βρίσκεται παντού, στο ποιοτικό όργανο καθώς και τη ποιοτική βαφή των πλαστικών του. Τα μόνα στοιχεία που μαρτυρούν ότι πρόκειται για μια μοτοσυκλέτα μικρού κυβισμού είναι τα μικρά λάστιχα, το ένα δισκόφρενο μπροστά καθώς και ο ήχος που παράγει ο κινητήρας όταν δουλεύει. Ο υγρόψυκτος, μονοκύλινδρος κινητήρας των 124.7cc, είναι διβάλβιδος με έναν επικεφαλή εκκεντροφόρο και παράγει 13,32 άλογα στις 10.000 στροφές και 1,01 κιλό ροπής στρέψης στις 8.000. Το βάρος του CB 125R ανέρχεται στα 126 κιλά με υγρά, έχοντας αναλογία βάρους 51,6% μπροστά και 48,4% πίσω, ενώ η Honda υποστηρίζει ότι είναι το ελαφρύτερο της κατηγορίας.

Το CB 300R μπερδεύει ευκολότερα τα βλέμματα καθώς έχει τα ίδια στοιχεία με το μικρότερο αδερφάκι του, όμως η εξάτμιση του έχει σχεδιαστεί κατ’ εικόνα της ναυαρχίδας, με αποτέλεσμα όταν τη βλέπεις από πίσω να σε ξεγελά προς στιγμήν πως πρόκειται για τη μεγαλύτερη έκδοση. Ο υγρόψυκτος, μονοκύλινδρος κινητήρας των 286cc έχει 4Β/Κ και 2ΕΕΚ, παράγοντας έτσι 31,4 άλογα στις 8.500 στροφές και 2,8 κιλά ροπής στρέψης στις 7.500. Το 300R έχει μόλις 17 κιλά παραπάνω από το 125R φτάνοντας τα 143 με υγρά, όντας πιστόβαρο με αναλογία 49,6% μπροστά και 50,4% πίσω, με τη Honda να δηλώνει πως και αυτό κατακτά τη πρώτη θέση στη κατηγόρια του ως το ελαφρύτερο.

Πρώτες εντυπώσεις για το CB 300R

Με τον καιρό να κάνει του κεφαλιού του, αποφασίζοντας να βρέξει με δόσεις τις πρώτες ώρες της παρουσίασης και τον περιορισμένο χρόνο στο πρόγραμμα της παρουσίασης είχαμε την ευκαιρία να πάρουμε μόνο μια μικρή γεύση του CB 300R. Το μικρό μεταξόνιο του δεν γίνεται αντιληπτό παρατηρώντας το στατικά με αποτέλεσμα μόλις καθίσεις πάνω του να σε εκπλήσσει, κάνοντας σε να πιστεύεις πως μίκρυνε. Η θέση οδήγησης έχει ένα sport άρωμα καθώς σε τοποθετεί λίγο μπροστά με τα χέρια να είναι ελαφρώς κλειστά και τα πόδια σχηματίζουν λίγο κλειστή γωνία, καθιστώντας εύκολη τη φόρτιση του μπροστινού όποτε το επιθυμείς στις στροφές. Ο πολύστροφος μονοκύλινδρος κινητήρας του ανεβάζει στροφές με γρήγορους ρυθμούς μέχρι το κόκκινο στις 11.000, υπογραμμίζοντας τη λέξη Sport από το όνομα της οικογένειας. Το κιβώτιο ταχυτήτων είναι υποδειγματικό στη λειτουργία του όντας αθόρυβο και ο λεβιές ταχυτήτων είναι ακριβείς και έχει βελούδινη αίσθηση όπως η μανέτα του συμπλέκτη, ενώ το μοναδικό πταίσμα που μπορεί να του προσάψει κανείς είναι πως όταν θέλεις να βάλεις πρώτη στο φανάρι πρέπει να κάνεις ελαφρώς μπροστά ή πίσω μέχρι να κουμπώσει. Οι sport καταβολές του γίνονται διακριτές και στο τομέα των αναρτήσεων, με το ανεστραμμένο πιρούνι της Showa να προσφέρει την κατάλληλη σκληρότητα και να παρέχει σιγουριά στον αναβάτη να κλείσει τη γραμμή του άφοβα όταν στρίβει. Τα φρένα αποδίδουν εξαιρετικά με καλό αρχικό δάγκωμα και καλή προοδευτικότητα. Το ζύγισμα του είναι καλά μελετημένο με το συγκέντρωση των μαζών να βρίσκεται όσο το δυνατών χαμηλότερα και κοντά στο κινητήρα με αποτέλεσμα να είναι άκρως ευέλικτη και εύκολη στις απότομες αλλαγές πορείας ή στους ελιγμούς. Το φιλτροκούτι είναι ειδικά μελετημένο για να προσφέρει στον αναβάτη έναν ήχο που εξιτάρει την ακοή, θυμίζοντας κατά την επιτάχυνση τη sport φιλοσοφία του σχεδιασμού του κινητήρα. Τέλος η συνολική συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας απορρέει ένα αίσθημα σταθερότητας και προσφέρει σιγουριά στον αναβάτη με την ποιότητα κύλισης να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα. Ανυπομονούμε να το δοκιμάσουμε (αυτό και τα υπόλοιπα μοντέλα) ενδελεχώς στο άμεσο μέλλον καθώς πρόκειται για μια ποιοτική μοτοσυκλέτα που συνδυάζει το sport χαρακτήρα με τη ξεχωριστή σχεδίαση που προέρχεται από τις ρίζες του γενεαλογικού δέντρου της σειράς CB που τόσα χρόνια προσφέρει μοτοσυκλέτες καθημερινής μετακίνησης με sport καταβολές.

Δείτε αναλυτικά όλες τις φωτογραφίες της παρουσίασης

Ετικέτες

Ducati Multistrada 950

Την οδηγήσαμε!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

15/12/2016

Σ’ ένα από τα Κανάρια Νησιά, αγαπημένο μέρος της Ducati για παρουσίαση Multistrada, είχαμε την ευκαιρία μίας σύντομης γνωριμίας με την 950. Το νησί της αιώνιας άνοιξης, όπως το λένε οι ντόπιοι, επιλέχθηκε γιατί δεν έχει πολλές ευθείες και οι δρόμοι του είναι στενοί, γεμάτοι στροφές. Δεν παρεκκλίνει ωστόσο σε κάτι άλλο, από την κληρονομιά των άγριων αυτών νησιών: η πρόσφυση που προσφέρει η άσφαλτος είναι η κορυφαία του κόσμου, απόρροια των άφθονων πρωτογενών υλικών από την ηφαιστειογενή προέλευση του αφιλόξενου τοπίου. Συγκεκριμένα το Φουερτεβεντούρα παράγει μονάχα ένα πράγμα, εκτός από υπηρεσίες τουρισμού… πέτρες και μόνο πέτρες!

Σε αυτό το περιβάλλον το πολύ γκάζι είναι πρακτικά ανεκμετάλλευτο και το 950 σου φαινόταν σαν πεινασμένος τίγρης σε μικρό κλουβί, την στιγμή που δεν υπάρχει εκείνη η εκρηκτική απόκριση της μεγάλης Multistrada. Η Ducati είχε διαλέξει έξυπνα το μέρος… Στην πράξη λοιπόν η 950 δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την 1200, η μόνη επαφή τους είναι στην εμφάνιση. Αν διαβάσετε -κάπου στο παγκόσμιο internet- τίποτα φράσεις όπως: ¨ίδιο άρωμα σε μικρό μπουκάλι¨, ή ¨συμπυκνωμένη γεύση» κτλ τότε να ξέρετε ότι πρόκειται για άνθρωπο που είτε δεν κατάλαβε την 950, είτε δεν ήξερε καλά την 1200. Μαζί με τα σχόλια για το DTC, το traction control της Ducati δηλαδή που απενεργοποίησα από την πρώτη στιγμή και δεν δοκίμασα καθόλου, είναι εκείνα τα πράγματα που ακούσαμε από κάποιους νέους δημοσιογράφους και κοιταζόμασταν οι υπόλοιποι περίεργα, μαζί με τους ανθρώπους της Ducati που απορούσαν και οι ίδιοι.

Στην συγκεκριμένη άσφαλτο και με την απόλυτα προοδευτική απόκριση του γκαζιού, είναι εξαιρετικά δύσκολο να χάσεις πρόσφυση. Στην πράξη μου συνέβη μονάχα δύο φορές, η πρώτη ήπια, μπροστά στον φωτογράφο και η φωτογραφία θα υπάρχει στην αναλυτική δοκιμή στο επόμενο, εορταστικό τεύχος του περιοδικού, και η δεύτερη –καλύτερη- θα αποτυπώνεται στο video της δοκιμής που θα ανέβει παράλληλα με την έκδοση του τεύχους. Και οι δύο ήταν με τέρμα γκάζι, με πρώτη ή δευτέρα στο κιβώτιο και σε μεγάλη κλίση - τέτοιο είναι το επίπεδο της πρόσφυσης σε εκείνα τα μέρη, οπότε είναι αναγκαίο να περιμένουμε να έρθει στην Ελλάδα, πριν διεξαχθεί κάποιο συμπέρασμα για το traction control και σε κάποιο βαθμό και για το ABS, αν και γνωρίζοντας πολύ καλά την συγκεκριμένη μονάδα της Bosch, δεν περιμένουμε παρά μονάχα κορυφαία συμπεριφορά. Ήταν λοιπόν περίεργο, απλά και μόνο να σχολιάζει κάποιος το traction control και είναι άλλο ένα σημείο που θα πρέπει να προσέξετε αν διαβάσετε κάτι τέτοιο από κάποιο ξένο δημοσιογράφο, αφού άλλος Έλληνας δεν την έχει οδηγήσει ακόμη.

Ο κινητήρας των 937 κυβικών προέρχεται από τα νέα Hyper, πράγμα που οι τακτικοί μας αναγνώστες γνωρίζουν πως μεταφράζεται σε απλωμένη ροπή στις μεσαίες και ψηλές στροφές με ένα κιβώτιο που εξακολουθεί να μην έχει ιδιαίτερα κοντές σχέσεις για τον χαρακτήρα τους. Τα πράγματα στην Multistrada έχουν βελτιωθεί ακόμα περισσότερο με σημαντικές επεμβάσεις, σημεία που χρειάζονται έκταση και θα τα αναλύσουμε στο τεύχος. Το αποτέλεσμα είναι μία πολύ προοδευτική απόδοση της ιπποδύναμης που σε κανονικό έως σβέλτο ρυθμό σε βοηθά να αποφύγεις τα πολλά ανεβοκατεβάσματα, πρακτική στην οποία θα καταλήξεις μονάχα όταν θελήσεις να πας πραγματικά πολύ γρήγορα.

Η μεγαλύτερη ίσως διαφορά από την μεγάλη Multistrada, είναι η θέση οδήγησης και η άνεση που σου προσφέρει. Έχουμε πει ότι η 1200, ακόμα και στην έκδοση Enduro, έχει μία ιδανική, «πολεμική» θέση οδήγησης, για να οδηγείς γρήγορα. Τοποθετεί το σώμα κοντά στον εμπρός τροχό σε μία στάση που είναι αυτό ακριβώς που θέλεις για να κυνηγάς κόσμο ανάμεσα στα αυτοκίνητα, ή να επιτίθεσαι σε στροφές ορεινών επαρχιακών δρόμων. Η 950 δεν είναι έτσι όμως, είναι η πιο άνετη Multistrada από την εποχή που η Ducati λανσάρισε την 4 σε 1 φιλοσοφία. Αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να την ξεχωρίσει από την 1200 και ισχύει σε μεγάλο βαθμό, παρόλο που η σέλα είναι σχεδόν όμοια με εκείνη της Enduro, απλά στενότερη εμπρός τώρα που δεν υπάρχει το θεόρατο ρεζερβουάρ. Ωστόσο η διαφορά σε γεωμετρία και εργονομία ήταν κάτι που προέκυψε στον βαθμό για τον οποίο μιλάμε στην δεύτερη φάση του σχεδιασμού. Αναγκαίο κακό για την Ducati, και είναι άλλο ένα στοιχείο που θα περιμένει για την ανάλυση στο τεύχος.

Εμείς προς το παρόν δοκιμάζαμε στην πράξη την αποτελεσματικότητα του προστατευτικού του ψυγείου που ανήκει στον πρόσθετο εξοπλισμό. Οι μοτοσυκλέτες είχαν φτάσει στο νησί με κοντέινερ, περνώντας μια διαδικασία εκτελωνισμού που είναι λίγο πιο σύνθετη εξαιτίας της μερικής αυτονομίας που απολαμβάνουν τα νησιά. Δύο μέρες πριν φτάσει το πρώτο γκρουπ δημοσιογράφων, οι πλοηγοί άρχισαν να πηγαίνουν πάνω - κάτω την διαδρομή των 220 χιλιομέτρων για να την απομνημονεύσουν. Τότε ανακάλυψαν κάτι που αρκετό καιρό πριν, στην αρχική επίσκεψη για την επιλογή της τοποθεσίας, δεν είχε φανεί. Υπήρχαν τόσες πολλές πέτρες στον δρόμο που ήταν αδύνατο να βγουν οι μοτοσυκλέτες αλώβητες. Αυτό που οι Άραβες παθαίνουν με την άμμο, η οποία καλύπτει τους δρόμους εξαιτίας των ανέμων, στο Φουέρτεβεντουρα συμβαίνει με πετραδάκια! Το σαθρό έδαφος αποτελείται από απανωτές στρώσεις λάβας και δεν υπάρχει συμπαγές πέτρωμα, με αποτέλεσμα οι δυνατοί άνεμοι να θρυμματίζουν τα πάντα. Θα καταλήξουμε κάπου με αυτή την ιστορία, το υπόσχομαι: Η πρόσφυση παραμένει η καλύτερη του κόσμου αλλά σε πολλά σημεία το πίσω ελαστικό εκτοξεύει πέτρες με τον ίδιο τρόπο που θα δημιουργούσε έναν πίδακα νερού στους ελληνικούς δρόμους, που έχουν μηδενική απορροφητικότητα και το νερό λιμνάζει. Για την ιστορία, η αμμοβολή εκεί γίνεται καλύτερη μία-δύο φορές τον χρόνο, όταν τα πάντα σκοτεινιάζουν και το νησί καλύπτεται με σκόνη από την Σαχάρα, διακόπτοντας τις πτήσεις και την επικοινωνία τους…

Οι συνθήκες αυτές μας στοίχησαν και προσωπικά, γιατί μέχρι την μέση της διαδρομής τα κράνη είχαν γεμίσει καινούρια σημάδια και οι θήκες των καμερών είχαν καταστραφεί. Οι άνθρωποι της Ducati συνειδητοποίησαν το μέγεθος του προβλήματος λίγο πριν την έναρξη και για να το λύσουν φόρτωσαν σε έναν από τους μηχανικούς μία δεύτερη βαλίτσα, όπου μέσα είχε καμιά τριανταριά προστατευτικά για τα ψυγεία των μοτοσυκλετών της παρουσίασης. Αν τα έστελναν όπως μετέφεραν και τις μοτοσυκλέτες θα είχαν να αντιμετωπίσουν την ίδια μακρά διαδικασία εκτελωνισμού.

Επιστράτευσαν λοιπόν τον μηχανικό με τις καλύτερες επικοινωνιακές δυνατότητες, σε περίπτωση που κάποιος άρχιζε τις ερωτήσεις για το τι έχει στις βαλίτσες, και ψυγείο δεν τρύπησε. Το θέμα μας - τώρα που έχετε πλέον αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος – είναι ότι από τις τόσες πέτρες που μας μαστίγωσαν, που έσπασαν την θήκη της Gopro, τραυμάτισαν την Sena και σημάδεψαν το κράνος, η Multistrada δεν είχε κανένα σημάδι! Η ποιότητα της βαφής είναι εξαιρετική και ιδιαίτερα η λευκή έκδοση είναι αξιοθαύμαστη. Το ίδιο ισχύει και για την ζελατίνα που είναι ίδια με την μεγαλύτερη έκδοση – παρέμεινε και αυτή ανέπαφη.

SSP – το νέο αρκτικόλεξο για την Multistrada 950: Style – Sophistication - Perfomance

Διαπιστώσαμε ένα μικρό θέμα στο εμπρός φρένο, που δεν είναι ζήτημα ασφάλειας γιατί δεν έχει να κάνει με την απόδοση, δεν τους λείπει η δύναμη από τα φρένα, τόσο εμπρός όσο και πίσω. Καθώς όμως το ζήτημα αυτό το έθεσαν και κάποιοι Ισπανοί δημοσιογράφοι από προηγούμενο γκρουπ -όπως τόνισε ο νεαρός Davide Previtera, Project Manager της Multistrada 950, το πρώτο πράγμα με την επιστροφή είναι να επικοινωνήσει με την Brembo και να δώσει λύση πριν την έναρξη της παραγωγής. Αναλυτικά λοιπόν στο επόμενο τεύχος του περιοδικού, με την τεχνική ανάλυση, τα βήματα εξέλιξης της Multistrada 950 και την συμπεριφορά αναρτήσεων, φρένων και πλαισίου, στην γρήγορη οδήγηση.

Η Ducati θέλει την Multistrada 950 απέναντι σε όλους, ξεκινώντας από τις on-ff των οκτακοσίων κυβικών των BMW και Triumph, πηγαίνοντας στο V-Strom και την Africa Twin, και από εκεί στο νέο KTM 1090 Adventure, την στιγμή που στο στόχαστρο είναι και το Yamaha Tracer 900. Εναντίων όλων λοιπόν και έχει συγκεκριμένα όπλα για τον καθένα… σε λίγες μέρες θα εξηγήσουμε που τα καταφέρνει εύκολα και που θα είναι δύσκολα τα πράγματα… Όμως ασχέτως ποιον κερδίζει ή όχι, η Multistrada 950 είναι μία καλοφτιαγμένη μοτοσυκλέτα, ευχάριστη και ικανή σε διαφορετικούς ρόλους.

Η Multistrada θέλει να ισορροπήσει ανάμεσα στις πραγματικές ανάγκες τις καθημερινής μετακίνησης και της οδηγικής απόλαυσης

Δείτε όλες τις φωτογραφίες του ρεπορτάζ: