Ρεπορτάζ: «Πόθοι στα Γαιδουράγκαθα» 2018 – Ο κοιμώμενος δράκος [video]

Κι έγινε της Βέσπας…
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

24/8/2018

Κάθε χρόνο ένα παντελώς ετερόκλητο γκρουπ μοτοσυκλετών συγκεντρώνεται στο Ηράκλειο της Κρήτης για να ξεκινήσει μία διαδρομή που θα τους βγάλει εκεί που υπάρχουν μόνο γαϊδουράγκαθα. Κανείς δεν ξέρει που θα πάνε, κανείς δεν γνωρίζει από πού θα πάνε, κανείς δεν έχει σαφή εικόνα για το πόσοι είναι οι συμμετέχοντες, ούτε και γνωρίζονται όλοι με όλους. Αν υπάρχει μία συνταγή αποτυχίας, μία οδηγία για να πάνε όλα λάθος, αν κάποιος έκανε μία λίστα με τα πράγματα που δεν πρέπει να κάνετε όταν οργανώνετε μία συγκέντρωση μοτοσυκλετιστών, τότε τα “Agatha” -όπως είναι το υποκοριστικό τους-τσεκάρουν όλα τα κουτάκια. Έτσι προέκυψε και ο τίτλος: «Πόθοι στα Γαϊδουράγκαθα», καθώς πριν φτάσεις εκεί που δεν έχει τίποτα άλλο, παρά μόνο το αυτοφυές φυτό που καταναλώνουν αυτάρεσκα τα συμπαθή υποζύγια, θα ταλαιπωρηθείς, θα πάθεις, θα μάθεις και τελικά θα ποθήσεις πράγματα που μέχρι πριν τα είχες δεδομένα και σίγουρα, όπως τις μανέτες της μοτοσυκλέτας σου, την μανιβέλα, τα πλαστικά της, μία κρύα μπύρα, ακόμη και την λογική την ίδια.

Η πραγματικότητα είναι φυσικά πως τα «Άγκαθα» είναι όσο οργανωμένα πρέπει και όσο αφημένα στο απρόοπτο χρειάζεται να είναι…

Στην τρίτη τους συνεχή δι-(;)-οργάνωση τα «Άγκαθα» συγκέντρωσαν περισσότερο κόσμο και μεγάλωσαν την διαδρομή τους μειώνοντας ταυτόχρονα τις πτώσεις, καθότι κι αυτές πρωταγωνιστούν. Βελτιώνονται δηλαδή με τρόπο διαμετρικά αντίστροφο από την αρχή τους. Αν όλα αυτά ως εδώ σας μοιάζουν λίγο μπερδεμένα, λίγο περίεργα, μην αισθάνεστε άβολα καθώς αυτό ακριβώς ισχύει για όλους όσους δεν αποτελούν μέλη του MRCG, της ομάδας αυτής που δημιουργεί την εκδήλωση. Πρόκειται καταρχήν για ένα γκρουπ που έχει περισσότερα από 50.000 μέλη έχοντας ήδη αποκλείσει πενταψήφιο αριθμό μελών, μερικές φορές απόλυτα δικαιολογημένα, τις περισσότερες έχοντας δείξει απίστευτη υπομονή πριν το πράξουν, κι άλλες γιατί απλά δεν ταίριαζαν οι συγκυρίες ή γιατί πήραν πολύ σοβαρά τις απειλές.. βλέπετε στο MRCG δεν συμπαθούν τα σκούτερ, αλλά στα «Άγκαθα» συμμετείχε ένα από αυτά χωρίς να το στραβοκοιτάξει κανείς, ενώ τους πάντες ταπείνωσαν… οι βέσπες!

Αν και κλέβουν λίγο ως ταυτότητα οχήματος, κινούμενα στην γκρίζα ζώνη γιατί καίνε λάδι (το να μυρίζεις διχρονίλα στο MRCG είναι προτέρημα) και κυρίως διαθέτουν ταχύτητες, δεν παύουν όμως να είναι σκούτερ, και μαζί με τα παπιά, να μπαίνουν στους χωματόδρομους με όλα, χοροπηδώντας και προσπερνώντας, κάνοντας τους πάντες να ποντάρουν στην πτώση τους και σε κάθε προσπέραση να την.. εύχονται και λίγο! Η οποία πτώση ωστόσο, ευτυχώς για τα παιδιά, δεν ήρθε ποτέ. Σε αντίθεση με δεκάδες άλλες από την πρώτη στιγμή της εκδήλωσης, σε ένα σκηνικό που θύμιζε αναπαράσταση του «Joe Bar». Το σημαντικό είναι πως οι πτώσεις ήταν σημαντικά λιγότερες από κάθε άλλη φορά και όλες τους αναίμακτες.

Από το MOTO είμασταν οι πρώτοι που φτάσαμε στο σημείο συνάντησης (συγκυριακά μιας και πήγαμε απευθείας από το λιμάνι) δύο εκπρόσωποι του περιοδικού φέτος, ώστε να έχουμε την ευκαιρία να συναντηθούμε με τον φίλο και συνάδελφό μας, Λάζαρο Αλεξάκη, την ψυχή των «Αγκάθων» και ιδρυτή της ομάδας. Ελάχιστα λεπτά αργότερα το διπλανό πάρκινγκ είχε γεμίσει μοτοσυκλέτες, όλες τους διαφορετικές, όλες τους παράταιρες, ακριβώς όπως πρέπει δηλαδή, μακριά από κανόνες ή προτιμήσεις σε μοντέλα. Μιλάμε για μία μεγάλη παρέα που συμπεριφέρεται με ακριβώς αυτό τον τρόπο, δημιουργώντας πηγαδάκια, φωνάζοντας, γκαζώνοντας, σχολιάζοντας τις μοτοσυκλέτες των φίλων, εκτοξεύοντας απειλές –κούφιες- σε περίπτωση που κάνουν το λάθος και τους περάσουν. Μέχρι να ακουστεί μία φωνή: «σε 5 λεπτά ξεκινάμε» κι αυτό το πολύχρωμο λεφούσι μπήκε στη σειρά με μία πειθαρχία που ο οποιοσδήποτε θα ποντάριζε πως ήταν αδύνατο να υπάρξει. Σαν την Λεγεώνα των Ξένων, όλοι τους διαφορετικοί, όλοι τους όμως πανέτοιμοι να βγουν ταυτόχρονα στον δρόμο, κι ας μην ήξεραν οι περισσότεροι που ακριβώς πηγαίνουν. Υπήρχε φυσικά πλοηγός, εμπειρότατος με την δυνατότητα να κρατήσει έναν ρυθμό που να είναι όλοι ευχαριστημένοι, από τα παπιά και τις βέσπες μέχρι τις street.. δύσκολο; Απλά ακατόρθωτο, αλλά το πέτυχε, εκτός φυσικά από το να κρατήσει τις βέσπες πίσω, μιας και είχαν βαλθεί να τιμωρήσουν το MRCG για όλα όσα έχει πει, και το έκαναν προσπερνώντας τον ένα πίσω από τον άλλο.

Κατεύθυνση νότια, αφήνοντας την Ε.Ο και στρίβοντας προς Μοίρες, ακολουθώντας τον βασικό κάθετο δρόμο μέχρι το χωριό Αγ. Βαρβάρα, εκεί έλεγε το ΡόαντΜπουκ πως θα στρίβαμε δεξιά στο περίπτερο. Φυσικά και υπήρχε ΡόαντΜπουκ! Με φωτογραφίες παρακαλώ! Αλλά ήταν φτιαγμένο επίτηδες για να αποτελεί το αστείο της παρέας, με οδηγίες όπως «στρίβουμε δεξιά μετά από λίγο» ή «ψάχνουμε μία μεγάλη πέτρα»! Πέτυχε το σκοπό του με ευκολία. Κανείς δεν μπορούσε να πει πως δεν είχε ενημερωθεί και ταυτόχρονα κανείς δεν ήταν ενήμερος… Πίσω μας ακολουθούσαν οι γενναίες «σκούπες», ενδιάμεσα οι διαχειριστές της ομάδας μετακινούνταν στο κομβόι σαν τα τσομπανόσκυλα βοηθώντας, ελέγχοντας, κατευθύνοντας! Υπήρχαν και οχήματα υποστήριξης, τρία τον αριθμό, το ένα από αυτά ικανό να ακολουθήσει παντού, και φυσικά, ακολουθώντας τον κανόνα που θέλει το κάθετι στο MRCG να είναι μία μεγάλη περιπέτεια, αυτό ακριβώς χάλασε κιόλας. Κάθε χρόνο έχει πρόβλημα τροφοδοσίας. Πέρσι το είχε ο οδηγός του το τροφοδοτικό πρόβλημα, φέτος η ίδια η Σούζυ.. όλα τα οχήματα έχουν ονόματα στο MRCG, ακόμη κι εκείνα που νομίζεις πως δεν έχουν.

Μετά την Αγ. Βαρβάρα, λίγα χιλιόμετρα όπως με «ακρίβεια» το έθετε το ΡόαντΜπουκ, στρίβουμε αριστερά σε μία ανηφόρα…. Έχετε δει μαζικές εκκινήσεις από αμερικάνικους αγώνες; Εκεί που λες πως η πρώτη στροφή χωρά καμιά εικοσαριά μηχανάκια, αλλά έχουν ξεκινήσει πεντακόσια, οπότε πώς θα στρίψουν; Και που τελικά δεν στρίβουν, αλλά κάνουν έναν λόφο από αναβάτες και ρόδες; Εεε κάπως έτσι ήταν η ανηφόρα αυτή. Όλοι τους έτοιμοι να ορμήσουν, με τους μισούς ενδεχομένως να ανεβαίνουν για πρώτη φορά ανηφορικό χώμα. Δεν έβλεπες τίποτα και ξαφνικά σβηστά μηχανάκια μπλόκαραν το μέσο της ανηφόρας, πρέπει να ήταν το καλύτερο θέαμα.. αν ήσουν κάπου πιο κάτω. Εμείς όμως είμασταν εκεί, χωμένοι στην ανηφόρα. Κανείς δεν έπεσε πάνω στον άλλο, τουλάχιστον όχι με τρόπο που να χωρά έστω κι ένα βλέμμα πίσω, αλλά στην κορυφή μετρούσαμε ήδη 6 πτώσεις, και 3 λάστιχα, τόσο απλά.

Ένα ήπιο ευπρόσδεκτο αεράκι –ευπρόσδεκτο γιατί δεν ξέραμε καλύτερα- έδινε γκάζι στις ανεμογεννήτριες κάτω από τις οποίες βρισκόμασταν, κι όλοι βοηθούσαν κάποιον ώστε σε πολύ σύντομο διάστημα η ομάδα βρισκόταν ξανά σε πορεία, βγαίνοντας σε ένα εξαιρετικό στροφιλίκι που θα ήθελες να ανεβοκατεβαίνες με superbike, αλλά πιάνουμε το τέλος του για να περάσουμε από την Γέργερη και να πάμε στην Νύβριτο, εκεί που οι οδηγίες έλεγαν να προσέχουμε τα στενά και πως θα χαθούμε, σίγουρα. Όσοι το βρήκαν αλλά και όσοι χάθηκαν, συναντιούνται τελικά στο Ζαρό για ανεφοδιασμό, αναβατών και μοτοσυκλετών, επισκευή ελαστικών, παπουτσιών και ρουχισμού. Ναι εκτός από τα λάστιχα είχαν χαλάσει και σόλες, γιατί η παρέα έχει ορισμένους τρελούς που έχουν έρθει από μακριά!

Υπάρχει TDR που ήρθε οδικώς από την Θεσσαλονίκη, παρέα από την Κέρκυρα, υπάρχουν καινούρια, custom, ανακατασκευασμένα, μηχανάκια που έπρεπε να ανακατασκευαστούν αλλά το παλεύουν όπως έχουν, τα πάντα βλέπεις κι αυτό είναι το μαγικό. Μέχρι το Ζαρό μετράμε 3 χαλασμένα παπούτσια, οι πτώσεις πλησιάζουν τον διψήφιο αριθμό και ήδη κάποιος δεν βρίσκει το φίλο του. Τα «Άγκαθα» περηφανεύονται πως καταπίνουν αναβάτες, πως χάνεται κόσμος… και φέτος αναμενόταν μία καλή σοδειά.

Από τον Ζαρό φεύγουμε νότια για να στρίψουμε δεξιά σε ένα χωματόδρομο. Όχι την πρώτη χωμάτινη διασταύρωση που θα δείτε, αλλά την δεύτερη, κι αμέσως αριστερά για να μπούμε σ’ ένα γραφικό, ήπιο χωματόδρομο, που ακολουθεί την φυσική κοίτη ενός μικρού φαραγγιού και προστατεύει από τον ήλιο. Πρόκειται για το φαράγγι του Απολύχνου, από τον ομώνυμο εγκαταλελειμμένο οικισμό σε υψόμετρο 220μ, μέσα στο φαράγγι. Μετά τα σπίτια υπάρχει πλατεία με πηγές και την Βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα, όπου γίνεται η συνάντηση με όσους ακολουθούν την ασφάλτινη διαδρομή, για να ξεκινήσουμε και πάλι προς Μοίρες.

Ήδη σε αυτό το σημείο τα «Άγκαθα» έχουν ανοίξει το βιβλίο με τις παράλληλες ιστορίες και γράφουν ασταμάτητα. Γιατί ο κάθε ένας βλέπει άλλα πράγματα. Περίπου 140 μοτοσυκλέτες, που εκεί στην μέση του φαραγγιού ήδη μετράνε απώλειες, έχουν περάσει από έναν ήπιο χωματόδρομο που σε ένα του σημείο είχε σχεδόν κλείσει από πεσμένα βράχια: Άλλα είδαν οι μπροστά κι άλλα οι πίσω. Με εύρος γραμμής πάνω από δύο χιλιόμετρα είναι λογικό.. «ο Κώστας που είναι;» ακούγεται μία φωνή, που καλύπτεται από ένα μπραπ, σε μονοκύλινδρο που πήρε μπροστά: «ασ’ τον φίλε.. ασ’ τον αυτόν πάει τώρα…» κάποιος απαντά με μια σιγουριά που εκείνη την στιγμή δεν αφήνει επιλογές. Φεύγουμε κι ο «Κώστας» μπαίνει στην λίστα με τους αγνοούμενους…

Το κομβόι περνά μέσα από τις Μοίρες, ανασυνταγμένο και για άλλη μία φορά αποτελεί την είδηση της ημέρας καθώς κλείνει τον δρόμο και βγάζει τους πάντες στα μπαλκόνια. Από εκεί στο Τυμπάκι, που σε λίγες μέρες θα δει και την Παγκρήτια Συγκέντρωση Μοτοσυκλετιστών, και θα έχει να λέει πως δεν σταματούν να βλέπουν μοτοσυκλέτες να περνούν…

Το αεράκι συνεχίζει να δροσίζει τους πάντες, όσο περνάμε από τα θερμοκήπια για να φτάσουμε στην Αγ. Γαλήνη. Από εκεί θα χωριστούμε και πάλι σε εκείνους που θα πατήσουν χώμα κι εκείνους που θα πάνε μόνο από άσφαλτο, κι έτσι κατηφορίζουμε προς κάτω παίρνοντας τον δρόμο που κανονικά χρησιμοποιείται μονάχα από τουρίστες που ήρθαν εδώ να βρουν την γαλήνη… καμιά κατοσταριά μοτοσυκλέτες μετά, η γαλήνη επιστρέφει για εκείνους, διακόπτεται για τους δύο που χάθηκαν και ακολουθούν πιο πίσω.. επιστρέφει και ξαναδιακόπτεται για τους δέκα που έφτιαχναν ένα πίσω λάστιχο, κι αυτό συνεχίζεται για τους τουρίστες της μικρής μας παράλληλης ιστορίας μέχρι το σούρουπο..

Στο μεταξύ οι υπόλοιποι με μικτή διαδρομή χώματος και ασφάλτου φτάνουμε στους ξακουστούς αμμόλοφους του Αγ. Παύλου που οι λιγοστοί γυμνιστές αναστατώνονται στην θέα τόσων μοτοσυκλετών πάνω στα βράχια. Ένα σφίξιμο σε ένα τελικό εξάτμισης μίας «τσοπεριάς» που ακολουθούσε σε κανονικό ρυθμό τόση ώρα, ένας γρήγορος απολογισμός σε τούμπες που έχουν φτάσει τουλάχιστον τριάντα τον αριθμό και ορισμένες ακόμη απώλειες από αγνοούμενους, και η ομάδα συνεχίζει προς τα κάτω, στην Τριόπετρα.

Πρέπει να γίνει κατανοητό πως κανείς δεν έμεινε χωρίς βοήθεια, κανείς αγνοούμενος δεν έμεινε στην τύχη του, απλά οι πληροφορίες σε 150 μοτοσυκλέτες που πάνω στα βράχια απλώνονται σε απόσταση χιλιομέτρου, δεν ταξιδεύουν παντού με την ίδια ταχύτητα…

Φανταστείτε τώρα μία ήσυχη παραλία που περνούν δύο-τρία αυτοκίνητα από έναν δρόμο γεμάτο άμμο, δίπλα στις ξαπλώστες... Από εκεί πέρασε το κομβόι! Φτάνοντας οι πρώτες μοτοσυκλέτες, όλοι λιάζονταν και ελάχιστοι κολυμπούσαν. Οι τελευταίοι είδαν την ανάποδη εικόνα, ήταν όλοι μέσα στην θάλασσα… ίσως από τρόμο, ίσως από απλό αίσθημα επιβίωσης έφυγαν όσο πιο μακριά μπορούσαν! Το κομβόι πλέον ανεβοκατεβαίνει τα βραχώδη παράλια που καταλήγουν στις τεράστιες παραλίες της Τριόπετρας και Ξερομηλιάς που τις συναντάμε έρημες και άδειες, πριν ανεβούμε-κατεβούμε για να πιάσουμε τον παραλιακό χωματόδρομο για την Πρέβελη. Αυτό το ανέβα-κατέβα κάποιοι το έκαναν τρεις φορές γιατί χάθηκαν, πήγαν προς τα πίσω και ξανά χάθηκαν στον δρόμο που είχαν έρθει!

Στάση λοιπόν για όλους, χαμένους και μη, στο γεφυράκι και την λίμνη, πάνω από το φαράγγι που καταλήγει δάσος με φοίνικες, κι έπειτα κατευθείαν για τα χωράφια! Εκεί που μπορείς να δεις την παραλία και το ξακουστό δάσος, ευθυγραμμισμένα μπροστά σου, αν πατήσεις χώμα. Τέσσερις πτώσεις κόστισαν στην ομάδα οι σέλφι που βγήκαν εκεί, μεγαλύτερη ζημιά και από τις τέσσερις, ένα πλαστικό σε μία παγκαζιέρα…

Βγαίνουμε στην άσφαλτο για την Μονή Πρεβέλης και λίγο πριν την φτάσουμε ξανά μπαίνουμε στο χώμα, κάνοντας άμεσα τις πτώσεις μετά την στάση δεκατέσσερις, έτσι από την πρώτη στιγμή. Περνάμε του Γιαννιού που οι κάτοικοί του θα το θυμούνται για πολύ καιρό και παίρνουμε το δρόμο για Αμμούδι χάνοντας καμιά δεκαριά συμμετέχοντες που είχαμε βρεθεί μαζί τους στην λίμνη αρκετή ώρα πριν. Από εκεί μας περιμένει η παραλία του Πλακιά και έπειτα της Σούδας, που φαίνονται κοντά αλλά είναι τόσο μακριά…

Έμεινε το τελευταίο κομμάτι χώματος και πριν βρούμε την είσοδο του χωματόδρομου μπαίνουμε στο πάρκινγκ ενός κάμπινγκ που τελείωνε ο δρόμος… Ο ιδιοκτήτης έντρομος φώναζε πως δεν υπάρχει χώρος για όλους και προσπαθώντας να του πουν να μην ανησυχεί, πώς θα μείνουν αλλού, εκείνος άκουσε μόνο πως θα μείνουν… ανέβηκε σε ένα φουσκωτό κι ανοίχτηκε στο πέλαγος.

Η παρέα πρέπει να περάσει 2-3 όρμους ακόμη για να ολοκληρώσει την ημέρα σε μία ταβέρνα που έχει ενημερωθεί να περιμένει με την σούβλα έτοιμη. Είναι η παραλία Περιστέρε όπου ολοκληρώθηκε η απαγωγή του Κράιπε, του διοικητή των Ναζί που τον μετέφεραν μέσα από τα βουνά για να τον παραλάβουν οι σύμμαχοι και να τον στείλουν αιχμάλωτο στην Αίγυπτο κι από εκεί στον Καναδά, με επικεφαλή της επιχείρησης, τον Πάτρικ Λη Φέρμορ, Βρετανό συγγραφέα, λόγιο και φιλέλληνα. Η απαγωγή του Κράιπε στοίχισε την πλήρη καταστροφή των Ανωγείων και την εκτέλεση εκατοντάδων αμάχων.

Σε εμάς η παραλία θα στοίχιζε μία αμμοβολή.

Ο αέρας που φυσά ισιώνει τα κύματα της θάλασσας και απλώνει παχιά στρώση από τζατζίκι στην μούρη των πρώτων που παράγγειλαν και δεν περίμεναν πως τα πιάτα μπορούσαν να πετάξουν. Εδώ γίνονται ανασυγκροτήσεις, μερεμέτια σε μοτοσυκλέτες που το χρειάζονται, τσάμπα αμμοβολή σε ντεπόζιτα που ήθελαν βάψιμο, αλλά και το απαραίτητο μπάνιο στη θάλασσα. Κλείνουν έτσι ορισμένα κεφάλαια που άνοιξαν στη διάρκεια της ημέρας. Κεφάλια όχι, ευτυχώς. Αν κι όλοι ψάχνουν τους τύπους με τις βέσπες, εκφράζοντας μία κάποια επιθυμία για λύσιμο διαφορών, μιας και τους ταπείνωσαν στους χωματόδρομους, έτσι για να μην ξανά τολμήσουν στο MRCG να μιλήσουν για σκούτερ… Τα παπιά είχαν επίσης την τιμητική τους, κερνώντας εκλεκτό τσάι Κεϋλάνης, ενώ το καλύτερο της ημέρας, ήταν πώς έφταναν μοτοσυκλέτες που ήταν βέβαιο πως είχαν εγκαταλείψει. Οι δρόμοι είχαν γίνει συνεργεία και πολύς κόσμος είχε να ευχαριστήσει την ομάδα για την υποστήριξη και για το γεγονός πως κατάφεραν να τερματίσουν την πρώτη μέρα χωρίς αναποδιές.

Το MRCG έχει ανθρώπους που φτιάχνουν τις μοτοσυκλέτες τους μόνοι τους, που τις καστομάρουν, που τις συντηρούν με το υστέρημά τους, και τα «Άγκαθα» είναι μία μεγάλη δοκιμασία για εκείνες, καθώς ξαφνικά γράφουν χιλιόμετρα μέσα στην ζέστη και το λιοπύρι. Το γεγονός πως θα βρεις κάποιον να σε βοηθήσει, που θα το κάνει επίσης με το υστέρημά του, όπως πράγματι έγινε πολλές φορές εκείνη την ημέρα, αυτή η συντροφικότητα, είναι που μαζεύει 150 μοτοσυκλέτες στην άκρη της Κρήτης. Δεν είναι μία συγκέντρωση στο κέντρο της Αθήνας, θέλει κόπο να αφήσεις τα πάντα, να μπεις στο καράβι και να πας στην άκρη της Ελλάδας για να κοιμηθείς στα γαϊδουράγκαθα. Αυτή η συντροφικότητα συνεχίστηκε και το βράδυ: Σαν αγέλη σκύλων, κούρνιασαν όλοι μαζί αγκαλιασμένοι στην ρίζα του βράχου για να προστατευθούν από τον τρελό αέρα..

Μάταιος κόπος, το πρωί ήταν θαμμένοι στην άμμο, τόσο πολύ φυσούσε!

Η δεύτερη μέρα έχει μία εξαιρετική, απίστευτα γραφική διαδρομή μέχρι το Ζαρό, από άσφαλτο που περνά μέσα από χωριά, ξυπνώντας μνήμες σε μαυρομοντυμένες γριές πως οι Γερμανοί ξανά έρχονται.. Λάστιχα, κιβώτια, αλυσίδες και κομμένες ντίζες είναι τα προβλήματα της ημέρας, όπου όλοι τους βοηθιούνται, κανείς δεν εγκαταλείπει ή κανείς δεν μένει πίσω. Στον Ζαρό η ομάδα είναι έτοιμη να πιάσει πάλι το χώμα, μπαίνοντας πρώτα σε ένα διαβολεμένο στροφολίκι που θέλεις να το ανεβοκατέβεις με superbike.. ναι αυτό το ίδιο, για να φτάσει στο Αστεροσκοπείο και να κάνει τον κύριο εκεί που κοιτούσε τις οθόνες του να βλαστημήσει την ημέρα.

Από εκεί η κάθοδος περιλαμβάνει άλλη μία εξαιρετική άσφαλτο, ένα κομμάτι χώματος που έστειλε 40 άτομα στο τρίγωνο των Βερμούδων χωρίς να τους ξανά δει κανείς, και στο τέλος η ιστορία ολοκληρώνεται με τον ιδιοκτήτη της ταβέρνας Αροδαμός, να εξιστορεί πως στους τοίχους έχει τα μοναδικά κειμήλια της οικογένειας του, από την καταστροφή των Ανωγείων από τους Γερμανούς, για εκείνη την αποχώρηση που έγινε στην παραλία που βρισκόμασταν πριν από λίγο…

Το MRCG θέλει να ευχαριστήσει τους:
Νίκος Μάρκας
Γιάννης Παρασύρης
Πίτσος Πίτσου
Ανδρόνικος Χατζηπαράσχος
Μάνος Καραντινάκης
Γιώργος Τσίρος
Κώστας Παπαδάκης

Καθώς δίχως την συνδρομή τους τα 'Αγκαθα" δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν

Ένας μεγάλος, γραφικός κύκλος της νότιας Κρήτης, με κομμάτια που αν δεν πατήσεις χώμα δεν τα εκτιμάς, συμπληρώθηκε έτσι, από την ετερόκλητη παρέα του MRCG. Αν υπήρχαν προβλήματα; Φυσικά και υπήρχαν, και δεν μιλάμε για τις πτώσεις και τις βλάβες, αυτές ήταν ανώδυνες. Έγιναν και οι απαραίτητες συστάσεις σε εκείνους που έκαναν τυφλές προσπεράσεις στο αντίθετο προσπαθώντας κάτι να αποδείξουν… κι αν αυτό το βλέπεις από ανθρώπους που υποτίθεται πως εργάζονται στο χώρο της μοτοσυκλέτας, είναι ακόμα πιο λυπηρό. Η ομάδα έχει τον τρόπο της όμως να κάνει τις συστάσεις και να βάζει τον κόσμο στη θέση του. Το ζήτημα είναι πως σε μία ανοικτή πρόσκληση, όπως στα Άγκαθα, δεν είναι όλοι κομμάτι του πυρήνα της μοτοσυκλέτας, είναι και «ξέμπαρκοι» άνθρωποι που εκστασιάζονται στη θέα μίας αγέλης και νιώθουν άτρωτοι. Σε άλλες συγκεντρώσεις, όπως η Πανελλήνια ή σε «βόλτες» όπως αυτές που συχνά ανακοινώνονται, αυτή η νοοτροπία καταλήγει σε θύματα και σοβαρά τροχαία. Στο MRCG αυτό ευτυχώς δεν έγινε και περιορίστηκε σε δύο περιστατικά αφαίρεσης χρημάτων. Είναι όμως σε τέτοιες στιγμές που η ομάδα συσπειρώνεται, συντρίβει τα κακώς κείμενα και βγαίνει και κερδισμένη, καθώς μέλη που δεν ήρθαν, μέλη από τελείως διαφορετικά σημεία της χώρας, αποκατέστησαν την ζημιά συνεισφέροντας. Το MRCG έχει πλούσια φιλανθρωπική δράση, φτάνοντας στο σημείο να προσελκύσει αρκετές φορές το ενδιαφέρον των παραδοσιακών μέσων μαζικής ενημέρωσης, ακριβώς για αυτή την ανιδιοτελή του προσφορά, και στην σκέψη πως κάποιος μπορεί να την αμαυρώσει, συσπειρώθηκε σβήνοντας τα κακώς κείμενα. Είναι άλλωστε αδύνατο να μην εισχωρήσουν τέτοιοι άνθρωποι σε μία ανοικτή ομάδα. Η μόνη λύση είναι αυτή, να τους περιθωριοποιείς αμέσως μόλις εμφανίζονται!

Του χρόνου λοιπόν, ήδη από τώρα, τα «Άγκαθα» ετοιμάζονται για πρώτη φορά να μην κατέβουν νότια.. το που είναι η έκπληξη, άλλωστε… θα υπάρχει ΡόαντΜπουκ!

φωτογραφίες: Κυριάκος Νικολαδός

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες:

 

 

 

 

Πώς ο Β΄ΠΠ άλλαξε τον δρόμο της μοτοσυκλέτας - Video Update!

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος μέσα από το παράδειγμα των Ducati και Honda!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

30/5/2014

Δεν μιλάμε για την συμβολή που είχε ο παγκόσμιος πόλεμος στην βιομηχανική εξέλιξη ή στις τεχνολογικές καινοτομίες που ξεπήδησαν από τις στρατιωτικές εφαρμογές, αλλά για τα γεγονότα που έγιναν αμέσως μετά και άλλαξαν για πάντα την πορεία της μοτοσυκλέτας!

Αφορμή για αυτό το κείμενο υπήρξε μια παλιότερη κουβέντα που είχαμε με τον κ. Livio Lodi, διευθυντή του μουσείου της Ducati στην Bologna, και τη θέση του για την ταυτότητα της ιταλικής φίρμας. Ο κ.Lodi, ένας άνθρωπος με ιδιαίτερη αμεσότητα και αυτοσαρκαστικό χιούμορ, είναι κατά δήλωσή του αυτός που ξέρει την ιστορία της φίρμας καλύτερα από κάθε άλλον. Ο πατέρας του ήταν γιατρός στη μικρή τότε Ducati Motors, και ο ίδιος ο Livio γεννήθηκε και μεγάλωσε ελάχιστα πιο μακριά από το εργοστάσιο, δίπλα στο οποίο έχει φτιαχτεί το ανακαινισμένο μουσείο. Μαζί με τον αδερφό του δούλεψε στις γραμμές παραγωγής και ουσιαστικά ολόκληρη η οικογένεια Lodi έχει ζήσει την Ducati αλλά και δίπλα στην Ducati, κυριολεκτικά μιλώντας.

            Ήταν αυτός που μου είπε ότι χωρίς τον Β΄ΠΠ δεν θα υπήρχαν μοτοσυκλέτες Ducati, και μια τέτοια δήλωση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα από έναν άνθρωπο με τέτοια ανάμειξη στην ιστορία της εταιρίας. Η ίδια η Ducati μάλιστα τον αναφέρει ως τον θεματοφύλακά της. Αυτή η βαρυσήμαντη δήλωση αποτέλεσε το έναυσμα για να εξετάσω, ξανά, την ιστορία και της Honda, του μεγαλύτερου κατασκευαστή μοτοσυκλετών, αλλά αυτή τη φορά κάτω από ένα διαφορετικό πρίσμα. Τα συμπεράσματα είναι εξίσου ενδιαφέροντα! Ας δούμε όμως με σχετική συντομία τη σειρά των γεγονότων, καταρχήν για την Ducati καθώς ξεκινήσαμε από τον κ. Lodi. Θα μείνουμε σε αυτό το κείμενο στο παράδειγμα των Ducati και Honda, καθώς έχουν μεταξύ τους απευθείας αντιστοίχιση, ωστόσο γενικότερα η πορεία της μοτοσυκλέτας επηρεάστηκε λίγο ή πολύ με τον ίδιο τρόπο για όλες τις μάρκες, από τον Β'ΠΠ...

 

Η ίδρυση της Ducati

            Οι αμούστακοι ακόμα αδερφοί Ducati, μεγαλώνουν σε μια γειτονιά που συνεχώς αλλάζει, έχοντας μέσα στο σπίτι τους εφαρμογές ραδιοκυμάτων από πειραματικές συσκευές που κατασκευάζουν ο πατέρας τους με τον αδερφό του. Οι πρεσβύτεροι Ducati ακολουθούν με πάθος τα βήματα του πρωτοπόρου Ιταλού, του Marconi, πραγματοποιώντας μακρές συζητήσεις στα οικογενειακά τραπέζια. Η Bologna περνά εκείνη την περίοδο μια νέα εποχή βιομηχανοποίησης, και μικρά εργαστήρια με ευρεσιτεχνίες ανοίγουν παντού, ακόμα και κάτω από σκάλες μέσα σε σπίτια. Τότε είναι που ολόκληρος ο Ιταλικός κόσμος, και ιδιαίτερα τα τρία μικρά αδέρφια που έχουν τον «πυρετό» μέσα στο σπίτι τους, επηρεάζονται από δημοσιεύματα της εποχής που ανακηρύσσουν ήρωα τον Guglielmo Marconi. Είναι γιατί η νέα του συσκευή «ασύρματου τηλέγραφου», που είχε εγκατασταθεί στον Τιτανικό, έγινε η αιτία να ειδοποιηθούν τα περιπλέοντα σκάφη και να σωθεί έτσι το ένα τρίτο των επιβατών, που διαφορετικά θα είχαν χαθεί όλοι. Αυτή είναι η εικόνα που παρουσιάζουν οι ιταλικές εφημερίδες της εποχής. Από εκεί πιάνουν, κι έτσι αποτυπώνουν, την ιστορία του τραγικού ναυαγίου. Ο αντίκτυπος της καταστροφής του Τιτανικού μεταφράζεται για μια μικρή περιοχή της Ιταλίας σε έναυσμα για την ενασχόλησή της με τους ασυρμάτους και γενικότερα με τις ηλεκτρικές συσκευές, για τους αδερφούς Ducati αυτό ισχύει στον υπερθετικό βαθμό. Λίγα χρόνια μετά, το 1926, ιδρύεται η Società Radio Brevetti Ducati που κατασκευάζει ασυρμάτους και ουδεμία σχέση έχει με τις μοτοσυκλέτες!

Τον Ιούνιο του ΄35 μπαίνουν τα θεμέλια του εργοστασίου στο Borgo Panigale, ενώ μέχρι και τις αρχές του πολέμου η εταιρία έχει ανοίξει υποκαταστήματα και αντιπροσωπείες σε Λονδίνο, Παρίσι, Νέα Υόρκη και Σίδνεη. Ακόμα δεν υπάρχει καμία σχέση με μοτοσυκλέτες, αλλά έχουν προχωρήσει εκτός από τους ασυρμάτους και τα ηλεκτρονικά κυκλώματα και σε «δημοφιλείς» ηλεκτρικές συσκευές, όπως μηχανές ξυρίσματος, μαγνητόφωνα κτλ. Μάλιστα έχουν φτιάξει και μια ιδιαίτερα εξελιγμένη κινηματογραφική μηχανή καθώς και προτζέκτορα από τα οποία σώζεται μονάχα ένα αντίγραφο από την πρώτη. Κατά τη διάρκεια του πολέμου το εργοστάσιο επιτάσσεται για να κατασκευάσει ασυρμάτους για τις δυνάμεις του άξονα και το ’44 βομβαρδίζεται από τους συμμάχους μέχρις ολοκληρωτικής καταστροφής. Η λήξη του πολέμου βρίσκει την Ducati χωρίς εργοστάσιο και αντικείμενο εργασίας. Δεν υπάρχει ζήτηση για ασυρμάτους ενώ οτιδήποτε το ηλεκτρικό, όπως οι μηχανές ξυρίσματος, θεωρείται πολυτέλεια σε μια χώρα απογυμνωμένη από κάθε τομέα της παραγωγής της, με πολίτες στα όρια της οικονομικής εξαθλίωσης.

Τα αδέρφια ψάχνουν αυτό που ο άλλος θα θέλει να αγοράσει από το υστέρημά του, ψάχνουν δηλαδή να βρουν μια ανάγκη και να την καλύψουν. Παρατηρούν ότι μαζί με τις υποδομές έχουν καταστραφεί και αποδιοργανώθηκαν και τα μέσα μαζικής μεταφοράς, και έτσι ο κόσμος έχει ανάγκη από ένα πολύ φτηνό μεταφορικό μέσο, με εξίσου μηδαμινή ή ελάχιστη συντήρηση και κατανάλωση. Εξαιτίας της ανέχειας το ποδήλατο έχει γίνει κιόλας το κύριο μεταφορικό μέσο για όλη την οικογένεια, ήδη πριν από τη λήξη του πολέμου όπου τα καύσιμα έφτασαν να δίνονται με δελτίο. Οι αφοι Ducati λοιπόν αποφασίζουν να κατασκευάσουν έναν κινητήρα που θα τοποθετείται σε κάθε ποδήλατο, ακόμα και από τον πελάτη μόνο του.

Ξεκινούν την παραγωγή στα ερείπια του εργοστασίου και λίγο μετά, μέσα στο ’46, βγάζουν και το πρώτο μοτοποδήλατο. Αυτό εξελίσσεται σε μίνι μοτοσυκλέτα, ενώ τα κέρδη μαζί με την ξένη βοήθεια προς τις βιομηχανίες, δίνουν τη δυνατότητα να φτιαχτεί το εργοστάσιο καθώς και να ξεκινήσει και πάλι η παραγωγή των ηλεκτρονικών! Τώρα αρχίζει πραγματικά η μεταμόρφωση της Ducati!

 

Η Ducati όπως την ξέρουμε τώρα

            Το 1953 η εταιρία σπάει σε δύο ξεχωριστά τμήματα, την Ducati Meccanica και την Ducati Elettrotecnica. Από εδώ και πέρα η ενασχόληση με τις μοτοσυκλέτες δεν πρόκειται να είναι βιοποριστικό στοιχείο για να σταθούν στα πόδια τους, αλλά εξελίσσεται σε πάθος. Ένα χρόνο μετά, το ’54, γίνεται μέλος της εταιρίας ο εκπληκτικός Fabio Taglioni, μηχανικός, εφευρέτης και οραματιστής. Είναι ένας από όλους όσους καταπιάστηκαν με το δεσμοδρομικό σύστημα οδήγησης βαλβίδων (όχι ο πρώτος) και αυτός που το τελειοποίησε αρκετά για να μπει στην παραγωγή μέσα σε τρία χρόνια. Όλα αυτά ανήκουν από εκεί και πέρα στην γενική ιστορία της Ducati, που δεν θα μας απασχολήσουν τώρα. Αλλά επιγραμματικά πέρασαν και την κρίση της μοτοσυκλέτας της δεκαετία του ’60. Με τα οικονομικά του κόσμου να είναι πολύ καλύτερα, και την άνοδο της FIAT, οι πωλήσεις των αυτοκινήτων σημειώνουν ρεκόρ αυξήσεων σε βάρος της μοτοσυκλέτας. Η Ducati επικεντρώνεται έτσι σε πιο «εξωτικό» ρόλο, κάνει σημαία της τη διάταξη "L" και το δεσμοδρομικό σύστημα και συνεχίζει την πορεία της με παρουσία σε αγώνες και πρωταθλήματα, μέσα από μια συνεχή αλλαγή ιδιοκτησίας.

Το ’80 η Ducati Elettrotecnica γίνεται Ducati Energia και οι ελάχιστοι δεσμοί που είχαν παραμείνει ανάμεσα στις δύο εταιρίες, σπάνε για πάντα. Από την εποχή του ‘50 που χωρίστηκε η εταιρία, η Ducati Energia είχε παραμείνει ως προμηθευτής της Motor, με ολοένα και μικρότερη συνεργασία. Δεν τους χωρίζουν παρά μια απόσταση που καλύπτεται με τα πόδια, και μοιράζονται το ίδιο όνομα, ωστόσο οι δύο εταιρίες είναι εδώ και δεκαετίες πλήρως ανεξάρτητες. Η Ducati Energia εξελίχθηκε σ’ έναν κολοσσό, με εργοστάσια σε πέντε διαφορετικές χώρες και συμβόλαια σε ολόκληρο τον κόσμο. Ανάμεσα σε άλλα κατασκευάζει ανεμογεννήτριες, βιομηχανικούς πυκνωτές, συστήματα δρομολόγησης σιδηροδρόμων και πολλά ακόμα. Μαζί με αυτά και ανορθωτές που προμηθεύει σε κατασκευαστές μοτοσυκλετών, ακόμα και στη Honda! Το Hornet είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Ουσιαστικά αυτή είναι η Ducati που ξεκίνησε το 1926 και πέρα από το διάλειμμα που γέννησε τις μοτοσυκλέτες, η Energia είναι η εταιρία που αντιπροσωπεύει το όραμα του πατέρα των τριών αδερφών Ducati. Θέλοντας η Energia να μπει στην αγορά των ηλεκτρικών οχημάτων, κατασκευάζοντας ήδη τα πρώτα μοντέλα, ίσως να σκέφτηκε την επανασύνδεση με το παιδί της, την Ducati Motor. Όμως μετά την απόκτηση από την Audi το σενάριο αυτό δείχνει να απομακρύνεται και να γίνεται εφιαλτικότερο, να φτάσουν δηλαδή ακόμα και στον ανταγωνισμό.

            Αποδεικνύεται λοιπόν ότι χωρίς τον Β΄ΠΠ δεν θα υπήρχαν ποτέ μοτοσυκλέτες Ducati. Οι αδερφοί Ducati βρήκαν στις μοτοσυκλέτες το μέσο για να ξανά χτίσουν την αγαπημένη τους εταιρία, αλλά έβαλαν τόση προσπάθεια στην εξέλιξη και ενέπλεξαν τόσους ανθρώπους που έφτιαξαν μια ξεχωριστή οντότητα, μια εταιρία που το Ιταλικό κράτος διέσωσε τη δεκαετία του ’50, όταν οι αφοι Ducati την άφησαν για την Elettrotecnica. Όμως ακόμα και τώρα, εκεί που φτιάχνονται Panigale και Monster, δεν πρέπει να τολμήσει να πει κανείς στους κοντοκουρεμένους Ιταλούς των γραμμών παραγωγής, ότι πατέρας του ασυρμάτου είναι ο Thomas Edison. Εκτός απ’ το ότι θα έχει διαπράξει ιστορικό λάθος, θα τους εξοργίζει στον ίδιο βαθμό που θα εξοργίζονταν και οι ίδιοι οι αδερφοί Ducati!

 

Πριν από την δημιουργία της Honda Motor Co.

            Πολύ πιο μακριά, αλλά την ίδια ακριβώς χρονιά πίσω στο 1926, ένας δεκαεννιάχρονος νέος που έχει αφήσει από τα δεκαπέντε του το σχολείο, εργάζεται στο μεγαλύτερο και πιο εξελιγμένο συνεργείο του Τόκιο. Το όνομά του είναι Soichiro Honda και χρόνια μετά στην αυτοβιογραφία του, θα γράψει για τον ιδιοκτήτη αυτού του συνεργείου ότι είναι ο άνθρωπος για τον οποίο τρέφει τον πιο δυνατό σεβασμό, από κάθε άλλο στον κόσμο. Ο κ.Honda δουλεύει με βάση τα εκεί πρότυπα, που διαφέρουν απείρως από τα δεδομένα που έχει ο δυτικός κόσμος. Μαζί με δεκάδες άλλους έφηβους βοηθούς, κοιμάται σε πατάρι του συνεργείου, τρώει εκεί, και αμείβεται με χαρτζιλίκι χωρίς να υπάρχει σαφές ωράριο, οπωσδήποτε όμως για περισσότερες από δώδεκα ώρες την ημέρα. Το 1926 είναι η χρονιά που ο κ.Honda, έχοντας συμπληρώσει ήδη τέσσερα χρόνια στο συνεργείο, ξεχωρίζει ανάμεσα σε όλους τους υπόλοιπους για την αφοσίωση, την επιμέλεια και την επιμονή που δείχνει στην εργασία του. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι δύο χρόνια μετά, ολοκληρώνοντας την εξαετή εκπαίδευσή του, ο κ.Honda αποκτά στο Hamamatsu την αντιπροσωπεία του συνεργείου, το γνωστό στους λάτρεις της μάρκας, Art Shokai. Αυτή ήταν μια μοναδική περίπτωση ανάμεσα στους εκπαιδευόμενους του κ. Sakakibara, απόδειξη της εμπιστοσύνης που έτρεφε για αυτόν ο ιδιοκτήτης του πρώτου Art Shokai στο Τόκιο.

            Μέσα σε ελάχιστο χρόνο ο κ.Honda προσπέρασε κάθε περιγραφή εργασίας που συνήθως λαμβάνει χώρο σ’ ένα συνεργείο, κερδίζοντας τον τίτλο “ο Edison του Hamamatsu” ολοκληρώνοντας πάμπολλες ευρεσιτεχνίες. Υπάρχει φωτογραφικό υλικό, αλλά και μαρτυρίες πέρα από τις δικές του, που δείχνουν ότι το Art Shokai στο Hamamatsu είχε κατασκευάσει πυροσβεστικά οχήματα, σκουπιδιάρικα, και είχε αυξήσει τη χωρητικότητα σε αστικά λεωφορεία, αναβαθμίζοντας το συνεργείο σε τοπικό προμηθευτή κρατικών οχημάτων. Μέχρι το 1936 το συνεργείο φτάνει να έχει προσωπικό τριάντα ατόμων, μαζί με τους έφηβους που μένουν σε αυτό. Η νιόπαντρη γυναίκα του Soichiro ανέλαβε το ταμείο, καθώς και την ετοιμασία του γεύματος του προσωπικού. Ο ίδιος ο κ.Honda θέλησε να επικεντρωθεί στην αγωνιστική ενασχόληση, αλλά την εγκατέλειψε μετά από ένα ατύχημα για το οποίο δεν ευθυνόταν παρόλο που οδηγούσε. Το ατύχημα άφησε τον αδερφό του με κινητικά προβλήματα και μετά τα κλάματα και τα παρακαλετά της γυναίκας του, αποφασίζει να αποσυρθεί από την αγωνιστική δράση. Η ίδια η γυναίκα του όμως δίνει μια άλλη εκδοχή, που φαντάζει πιο κοντά στην ιαπωνική κουλτούρα, λέγοντας πώς δεν οφείλεται σε εκείνη η απόφαση του Soichiro να αποσυρθεί, αλλά στην παρέμβαση του πατέρα του και πατριάρχη της οικογένειας. Όπως και να ‘χει οι εποχές σκοτώνουν γενικά τους αγώνες στην Ιαπωνία για την οποία ξεκινά μια από τις πιο μαύρες περιόδους της ιστορίας της. Το 1937, μετά από διάσπαρτες και κλιμακούμενες εχθροπραξίες με την Κίνα, η Ιαπωνία εισβάλλει στο έδαφός της και ξεκινά ο Β΄ Σινοϊαπωνικός Πόλεμος που παύει μονάχα με το τέλος του Β΄ΠΠ. Όμως μέχρι την επίθεση της Ιαπωνίας στην αμερικανική βάση, το ’41, επικρατεί στο εσωτερικό της μια σχετική ηρεμία. Ο κ.Honda, όπως και όλοι οι Ιάπωνες, ατενίζει ένα πιο αισιόδοξο μέλλον από αυτό που πραγματικά έρχεται και αλλάζει πλήρως τα μελλοντικά του πλάνα. Αποφασίζει να εξελίξει το συνεργείο σε βαριά βιομηχανία, κατασκευάζοντας ελατήρια πιστονιών. Βρίσκει όμως αντιμέτωπους τους επενδυτές που βλέπουν ότι το συνεργείο έχει πολύ καλά κέρδη και δεν δέχονται να τον βοηθήσουν να κάνει το αμφιλεγόμενο βήμα. Ως άνθρωπος που δεν υπολογίζει τέτοια εμπόδια, χρησιμοποίησε τελικά τα προαναφερθέντα κέρδη για να ιδρύσει την Tokai Seiki Heavy Industry με συνέταιρο τον Shichiro Kato, έναν απλό γνωστό του με τον οποίο μπορεί να μην τους έδενε η στενή φιλία, αλλά υπήρχε κάτι ισχυρότερο, ένας μεγάλος αλληλοσεβασμός.

 

Η αρχή της βιομηχανοποίησης

            Ο κ.Kato τοποθετήθηκε πρόεδρος και ο κ.Honda ανέλαβε την εξέλιξη των ελατηρίων επενδύοντας τα χρήματά του στην αγορά του εξοπλισμού. Όπως έχει ο ίδιος πει, ο λόγος που επέλεξε το συγκριμένο ανταλλακτικό είναι γιατί απαιτεί ελάχιστο μέταλλο για να κατασκευαστεί, ενώ πωλείται σε εξαιρετική τιμή. Στα τέλη της δεκαετίας του ’30 τα ελατήρια πιστονιών άξιζαν περισσότερο από το ασήμι με το ίδιο βάρος. Άρα το κέρδος ήταν τεράστιο, και ο κ.Honda πίστευε ότι θα μπορούσε σχετικά εύκολα να κατασκευάζει τα ελατήρια σε μεγάλη κλίμακα. Ωστόσο για το πρώτο διάστημα το τελικό αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό και η όλη διαδικασία "έρευνας και αποτυχίας", άρχισε να βάζει σε κίνδυνο την βιωσιμότητα του Art Shokai που στο μεταξύ είχε μεγαλώσει σε προσωπικό πενήντα ατόμων. Επιπρόσθετα είχε αναγκαστεί να πουλήσει υπάρχοντα δικά του και της γυναίκας του, ενώ από την υπερ-προσπάθεια άρχισαν να χαράσσονται ρυτίδες στο πρόσωπό του. Ο ίδιος έχει πει πως εκείνη την περίοδο δούλεψε σκληρότερα από κάθε άλλη στιγμή της ζωής του. Για άλλη μία φορά ο κ.Honda αποφασίζει να μην σταματήσει μπροστά στα προβλήματα, και ενώ έτρεφε απέχθεια για το σχολείο και τις γνώσεις που αποκομίζει κανείς από εκεί, παραδέχτηκε ότι του ήταν αναγκαίο. Αρχίζει να επισκέπτεται το τμήμα του πανεπιστημίου Hamamatsu Industrial Institute (τώρα Faculty of Engineering στο πανεπιστήμιο της Shizuoka) παρακολουθώντας τις διαλέξεις στο αμφιθέατρο. Για δύο χρόνια είναι διευθυντής το πρωί και μαθητής το απόγευμα.

Όσο κλιμακώνεται ο πόλεμος με την Κίνα, τόσο έβλεπε κανείς τους μαθητές του πανεπιστημίου να πηγαίνουν με τα πόδια στο μάθημα, μερικές φορές υποσιτισμένοι. Ο κ.Honda πήγαινε με το αυτοκίνητό του, επίσης είχε την ίδια ηλικία με τον καθηγητή τους, και αυτό για κάποιους θεωρήθηκε προσβλητικό, βάση της Ιαπωνικής κουλτούρας. Ο διευθυντής λοιπόν τον πλησίασε και του είπε ότι δεν πρόκειται ποτέ να πάρει δίπλωμα, όσο και αν προσπαθεί. Η απάντηση του κ.Honda ήταν πως το δίπλωμα που του αρνιούταν έχει μικρότερη αξία από ένα εισιτήριο για τον κινηματογράφο! "Ακόμα και το εισιτήριο σου ανοίγει την πόρτα του κινηματογράφου, το δίπλωμα μόνο του δεν ανοίγει καμία"! Χρόνια μετά, όταν ο κ.Honda ήταν πλέον ένας βιομήχανος με παγκόσμια εμβέλεια, ο διευθυντής αυτός που επίσης είχε εξελιχθεί καταφέρνοντας να γίνει πρύτανης ενός από τα πιο διακεκριμένα κινέζικα πανεπιστήμια, επικοινώνησε μαζί του λέγοντας πώς η στάση του ήταν ένα λάθος.

            Με τις γνώσεις που αποκομίζει από τις διαλέξεις, ο κ.Honda επιστρέφει και βελτιώνει την παραγωγή των ελατηρίων, προσεγγίζοντας ταυτόχρονα την Toyota, ευελπιστώντας να γίνει προμηθευτής της. Κλείνοντας το πρώτο συμβόλαιο, αφήνει το Art Shokai στους εκπαιδευόμενούς του και αναλαμβάνει πρόεδρος της Tokai Seiki. Υπάρχει ωστόσο ένα νέο πρόβλημα. Από τα πενήντα δείγματα που έστειλε στην Toyota, μόνο τα τρία είναι εντός προδιαγραφών. Ανακαλύπτει ότι η μαζική παραγωγή είναι αντιστρόφως ανάλογη της ποιότητας και αποφασίζει να βάλει ένα τέλος σε αυτό. Για τα επόμενα δύο χρόνια ταξιδεύει σε όλη την Ιαπωνία συνομιλώντας με μεταλλουργούς, συλλέγοντας πληροφορίες και γνώσεις, εξελίσσοντας διαρκώς τις γραμμές παραγωγής του. Στις αρχές του 1941 η εταιρία του φτάνει να απασχολεί 2.000 άτομα και να έχει συμβόλαιο με την Toyota καθώς και άλλους μεγάλους κατασκευαστές.

Στην αυγή λοιπόν του Β΄ΠΠ, τον Δεκέμβριου του 1941 που εμπλέκεται και η Ιαπωνία, ο Soichiro Honda έχει εκπληρώσει ήδη το βιομηχανικό πλάνο που οραματιζόταν και εξακολουθεί να μην έχει καμία απολύτως επαφή με μοτοσυκλέτες. Η Tokai Seiki επιτάσσεται όμως στον έλεγχο του στρατού και ένα χρόνο μετά η Toyota αναλαμβάνει το 40% υποβαθμίζοντας τον κ.Honda από πρόεδρο σε διευθυντή. Το εργοστάσιο καταστρέφεται στο τέλος του πολέμου από βομβαρδισμούς, καθώς και από έναν έντονο σεισμό. Κατά τον πόλεμο ο κ.Honda αποκαλείται "ήρωας της βιομηχανίας" από τον στρατό, καθώς βελτιώνει συνεχώς τις γραμμές παραγωγής, μειώνοντας τις διαδικασίες σε χρόνο και κυρίως σε ανθρώπινο δυναμικό που ήταν πλέον δυσεύρετο. Με την παράδοση στους συμμάχους όλα αυτά τελειώνουν. Η ζωή του κ.Honda αλλάζει ριζικά. Ολόκληρη η Ιαπωνία αλλάζει. Έχει περιέλθει σε κατοχή από τις συμμαχικές δυνάμεις που διαλύουν την αριστοκρατία, και τις μεγάλες εταιρίες και μοιράζουν εκ νέου τη γη στους αγρότες. Όλα αυτά με τις ευλογίες του αυτοκράτορα που φοβάται ότι η ανέχεια θα οδηγήσει το λαό στον κομμουνισμό. Στην Ιαπωνία εκείνη την εποχή γίνεται η πιο πετυχημένη αναδιανομή γης της σύγχρονης ιστορία. Ο κόσμος βλέπει ότι έχουν τελειώσει οι ηγεμονίες, οι μεγάλες εταιρίες, οι πλούσιοι και η αριστοκρατία. Επίσης ανθεί η μαύρη αγορά, σε υπερθετικό βαθμό. Τα καύσιμα είναι ελάχιστα, και διαπραγματεύονται επίσης στη μαύρη αγορά, αναμεμειγμένα με turpentine oil (τερεβινθέλαιο, δηλαδή απόσταγμα ρητίνης καμφοράς, το γνωστό σε όλους νέφτι!). Ο κ.Honda βλέποντας την κατάσταση που επικρατεί πουλά το υπόλοιπο ποσοστό της Tokai Seiki στην Toyota και σε σημερινά λεφτά παίρνει κάτι περισσότερο από μισό εκατομμύριο Ευρώ. Με αυτά αγοράζει ένα δάσος με σκοπό να αυξήσει την παραγωγή του φυτικού υποκατάστατου καυσίμου, και στην πρώτη του προσπάθεια βάζει φωτιά, καταστρέφοντας τη μισή έκταση. Ακόμα δεν έχει καμία ανάμειξη με τις μοτοσυκλέτες.

 

Η μεγάλη στιγμή!

Ο Soichiro περνά τον επόμενο χρόνο απλά πουλώντας το νέφτι στη μαύρη αγορά, περιμένοντας την ζωή να επιστρέψει σε πιο φυσιολογικούς ρυθμούς. Το Σεπτέμβριο του 1946 όμως, βλέπει παρατημένο στο σπίτι ενός φίλου του έναν μικρό κινητήρα που χρησιμοποιούταν ως γεννήτρια για τους στρατιωτικούς ασυρμάτους. Αμέσως του έρχεται η ιδέα να τον τοποθετήσει σε ένα ποδήλατο, καθώς ο κόσμος των πόλεων χρειαζόταν ένα μέσο για να πηγαίνει προς τα έξω, στα χωριά προς αναζήτηση τροφής καθώς αστικές αγορές δεν υπήρχαν. Τα τρένα δεν είχαν σταθερά δρομολόγια και η εικόνα τους εκείνη την εποχή, είναι αυτή της σημερινής Ινδίας, ουδεμία σχέση δηλαδή με το σήμερα. Εκείνο το ηλιόλουστο απόγευμα δημιουργούνταν η Honda όπως την ξέρουμε σήμερα! Ο Soichiro είχε ξεκινήσει από μαθητευόμενος μηχανικός, έγινε βιομήχανος και στον πόλεμο χρησιμοποίησε την εφευρετικότητα του για να αυτοματοποιήσει τις γραμμές παραγωγής. Μπορούσε πλέον να σχεδιάσει από μόνος του χωρίς την βοήθεια κανενός, ένα εργοστάσιο από το μηδέν. Σε μια κατεστραμμένη χώρα όμως, και μάλιστα υπό κατοχή, το θέμα δεν είναι να κατασκευάσεις το εργοστάσιο, αλλά να βρεις αυτό που το εργοστάσιο πρέπει να κατασκευάζει για να έχεις την ανταπόκριση του κόσμου. Ο κ.Honda μόλις είχε ανακαλύψει τις μοτοσυκλέτες! Η ιστορία αυτή μοιάζει με το πρώτο παράδειγμα των Ιταλών που λέγαμε στην αρχή, με μια τεράστια διαφορά όμως. Ο Soichiro Honda είναι από μόνος του μια ολόκληρη εταιρία! Είναι μηχανολόγος, μεταλλουργός, εφευρέτης, επιχειρηματίας, σχεδιαστής, και τελευταία και χημικός. Στο Hamamatsu συναρμολογεί τους κινητήρες πάνω σε ποδήλατα και σε αυτό το νέο ξεκίνημα τον βοηθά ένας άλλος γνωστός από την εποχή του Art Shokai, για ακόμα μια φορά βρίσκει επενδυτές βάση του αλληλοσεβασμού και όχι της φιλίας ή του καθαρού συμφέροντος. Οι μαυραγορίτες, που έχουν ζεστό χρήμα, κάνουν ουρές στο μαγαζί του κ.Honda που δεν τους αφήνει να φύγουν χωρίς να πάρουν και ένα μπιτόνι από το δικό του καύσιμο. Από εδώ και πέρα διαγράφεται μια πορεία που θα αλλάξει για πάντα την εικόνα της μοτοσυκλέτας, βασικά θα την διαμορφώσει και θα την κάνει προσιτή σε όλο τον κόσμο. Επίσης σε αντίθεση με το πρώτο παράδειγμα, στην περίπτωση της Honda δεν αρκεί μια παράγραφος για να συνοψίσει κανείς ούτε επιγραμματικά την πορεία της τα επόμενα χρόνια. Όπως μου είπε ο κύριος Lodi άλλωστε, η Ducati είναι βιοτεχνία μπροστά στις άλλες εταιρίες. Στην περίπτωση της Honda μιλάμε για την γέννηση μιας βιομηχανίας. Μελετώντας τις ιστορίες πίσω από κάθε φίρμα, εστιάζοντας στην εποχή του Β΄ΠΠ, βγαίνει ένα βασικό συμπέρασμα. Το οποίο είναι ότι χωρίς αυτόν, δυστυχώς, δεν θα είχαν δημιουργηθεί πολλές από τις μάρκες που τώρα γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά, αν και αυτό δεν είναι και πολύ σίγουρο για την περίπτωση του Soichiro Honda. Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι ο ανήσυχος Soichiro δεν θα καταπιανόταν και με τις μοτοσυκλέτες κάποια στιγμή. Ίσως να ήταν το "παραπαίδι" του ανάμεσα σε έναν βιομηχανικό κολοσσό, όπως συνέβη με την περίπτωση της Kawasaki. Μπορεί από την άλλη να μην υπήρχαν καθόλου αυτοκίνητα, μοτοσυκλέτες, σκάφη και αεροσκάφη της Honda και ο ίδιος ο Soichiro να είχε συνεχίσει την βιομηχανική του συνεργασία με την Toyota, ή να την είχε εξαγοράσει κιόλας. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πώς θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί τα πράγματα χωρίς τον Β΄ΠΠ, αλλά ένα είναι το μόνο σίγουρο. Η μοτοσυκλέτα όπως την ξέρουμε σήμερα, έχει βγει μέσα από μια τεράστια καταστροφή. Άνθρωποι που κανονικά δεν θα είχαν σχέση μαζί της, έγιναν μοτοσυκλετιστές από ανάγκη και έμαθαν να αγαπούν ένα μέσο μεταφοράς, που η μέχρι τότε πορεία του δεν προμήνυε ότι θα γίνει τόσο μαζικό!

 

Πηγές:

Ο κ. Livio Lodi αυτοπροσώπως

Το βιβλίο "Honda Motor The Men, the Management, the Machines"

Τα διαδικτυακά, ιστορικά αρχεία των Ducati και Honda

 

Update - 16/10/2015

Εδώ και λίγες μέρες, η Honda ολοκλήρωσε μία σειρά manga με την ιστορία της, ξεκινώντας από το πρώτο βήμα. Φαίνεται κι από εδώ, ο τρόπος με τον οποίο ο πόλεμος συνετέλεσε στην δημιουργία των μοτοσυκλετών, αλλά φυσικά απουσιάζουν οι λεπτομέρειες ορισμένων καθοριστικών βημάτων, όπως το λαθρεμπόριο καυσίμων και άλλων λεπτομερειών που βρίσκονται στο παραπάνω κείμενο... Είναι όμως μια ωραιοποιημένη εκδοχή της ιστορίας της, και παρακολουθείται ευχάριστα, ενώ συνεχίζεται και πέρα από όσα θέλησε το δικό μας άρθρο να καλύψει. Όσο κατεβαίνετε προς τα κάτω, υπάρχουν τα ίδια βίντεο στα Ιαπωνικά, για τους λίγους οπαδούς των manga, που θέλουν να ακούν την πρωτότυπη εκδοχή...

 Μέρος 1ο:

 

 Μέρος 2ο:

 Μέρος 3ο:

 Μέρος 4ο:

 

 Μέρος 5ο:

 

 Επίλογος:

 

Η αυθεντική, Ιαπωνική εκδοχή:

 Μέρος 1ο:

 

 

 

 

 Μέρος 2ο:

 

 

 

 Μέρος 3ο:

 

 

 

 Μέρος 4ο:

 

 

 Μέρος 5ο:

 

 Επίλογος: