Δοκιμή Malaguti Madison 125 - Ιταλική φινέτσα με πινελιές πρακτικότητας

Ο καθημερινός σύμμαχος για τις αστικές σας μετακινήσεις
motomag Δοκιμή Malaguti Madison 125 – Ιταλική φινέτσα με πινελιές πρακτικότητας
Από τον

Γιάννη Τσινάβο

19/3/2024

To Malaguti Madison 125 επιστρέφει κοντά μας μετά από μία αποχή κάποιων ετών, ακολουθώντας τα χνάρια άλλων μοντέλων της κατηγορίας Mini GT scooter, καταφέρνοντας ωστόσο να δημιουργήσει μια μοναδική και κομψή συνταγή.

Η ιταλική Malaguti η οποία ιδρύθηκε το 1930 στην Μπολόνια από τον Antonino Malaguti, χάρη στα επενδυτικά κεφάλαια του KSR Group επανέρχεται δυναμικά στο μοτοσυκλετιστικό προσκήνιο με το Madison 12,5 το οποίο καλείται με το καλημέρα να αντιμετωπίσει “μπαρουτοκαπνισμένους παίκτες” στην κατηγορία των Mini GT scooter.

Δοκιμή Malaguti Madison 125 – Ιταλική φινέτσα με πινελιές πρακτικότητας

Κάπου σε έχω ξαναδεί

Αντικρίζοντας το λευκό Madison 125 για πρώτη φορά κάτι μέσα σου λέει πως αυτή την εμφάνιση κάπου την έχεις ξαναδεί. Και όμως δεν πέφτεις έξω καθώς οι άνθρωποι που σχεδίασαν το νέο scooter της Malaguti αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν στοιχεία από δύο σημαντικούς παίκτες της κατηγορίας των Mini GT scooter, τα Honda PCX και Sym Jet X.

To Madison 125 ακολουθεί και αυτό την σχεδιαστική φιλοσοφία των μικρών GT scooter πόλης, έχοντας αιχμηρές γραμμές με αρκετές γωνίες. Το εμπρός μέρος χάρη στους δίδυμους προβολείς LED και τη φιμέ ζελατίνα μας θυμίζει λίγο τον Megatron από την ταινία Transformers, ενώ την επιθετική σπορτίφ εικόνα του νέου μοντέλου συμπληρώνει η ανασηκωμένη ουρά στο τελείωμα της οποίας υπάρχει ένα πολύ ιδιαίτερο LED φωτιστικό σώμα.

Δοκιμή Malaguti Madison 125 – Ιταλική φινέτσα με πινελιές πρακτικότητας

Οι κόκκινες ραφές οι οποίες υπάρχουν στη σέλα, οι χρυσές ζάντες και τα γκρι-μαύρα πλαστικά τα οποία κάνουν αντίθεση με το υπόλοιπο λευκό χρώμα του Madison 125 της δοκιμής μας, έρχονται να ολοκληρώσουν τη σύγχρονη εμφάνιση του νέου scooter της Malaguti.

Πίσω από τη φιμέ ζελατίνα ο αναβάτης έχει στη διάθεση του μία ευανάγνωστη ψηφιακή οθόνη LCD, η οποία έχει τις απαραίτητες ενδείξεις (ταχύτητα, χιλιομετρητή, ένδειξη καυσίμου, ώρα), ωστόσο τη σύγχρονη και ποιοτική εικόνα του scooter δεν ακολουθούν οι διακόπτες που υπάρχουν στο Madison 125. Σχεδόν όλοι τους είναι πρόχειρα σχεδιασμένοι και αυτό είναι κάτι που οι υπεύθυνοι σχεδιασμού της Malaguti θα πρέπει να το ξαναδούν γιατί δεν συνάδουν με την κατά τα άλλα πολύ καλή εικόνα του νέου μοντέλου.

Δοκιμή Malaguti Madison 125 – Ιταλική φινέτσα με πινελιές πρακτικότητας

Κάτω από το τιμόνι βρίσκεται ο κεντρικός διακόπτης, με τον αναβάτη να μην χρειάζεται να εισάγει κάποιο κλειδί καθώς αυτός είναι keyless, αυτοκινητιστικού τύπου. Η τάπα του ρεζερβουάρ των 9 λίτρων ανοίγει από τον κεντρικό διακόπτη όπως και η σέλα η οποία μπορεί να φιλοξενήσει ένα jet κράνος, κάποια αντικείμενα ή τσάντα πλάτης. Στα αριστερά και δεξιά του κεντρικού διακόπτη υπάρχουν δύο ντουλαπάκια για μικροαντικείμενα, με το αριστερό ντουλαπάκι να φιλοξενεί μία θύρα USB για φόρτιση ηλεκτρονικών συσκευών.

Δοκιμή Malaguti Madison 125 – Ιταλική φινέτσα με πινελιές πρακτικότητας

Εξοπλισμός που αποδίδει καρπούς

Στο κομμάτι των αναρτήσεων στο scooter της Malaguti συναντάμε τηλεσκοπικό πιρούνι μπροστά και ψαλίδι αλουμινίου πίσω, με δυο αμορτισέρ. Μπορεί όταν διαβάσεις για αυτά στο manual της εταιρείας να πεις... "εντάξει σιγά την πρωτοτυπία", στην πράξη όμως τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά.

Σε σχέση με άλλα scooter στα οποία συναντάμε αναρτήσεις με πολύ μαλακή ή απότομη αίσθηση στο Madison 125 έχουμε το αντίθετο. Μπορεί αρχικά κάποιος να παρατηρήσει πως οι αναρτήσεις έχουν σφικτή αίσθηση ωστόσο μετά από μερικά χιλιόμετρα θα καταλάβει πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει καθώς το Mini GT scooter της Malaguti περνά δίχως προβλήματα από τις ανωμαλίες των ελληνικών δρόμων, ενώ θα χρειαστεί κάποια μεγάλη λακούβα για να διαταράξει την “αστική καλοπέραση” σου πάνω στην ευρύχωρη σέλα του Madison 125.

Δοκιμή Malaguti Madison 125 – Ιταλική φινέτσα με πινελιές πρακτικότητας

Τα ελαστικά 14 ιντσών πρώτης τοποθέτησης της CST με διαστάσεις 100/80 και 120/70 τα πάνε με την σειρά τους αρκετά καλά με την γλιστερή ελληνική άσφαλτο, ακόμη και όταν βρέχει, ενώ σημαντικός σύμμαχος στην καθημερινή αστική μετακίνηση είναι και το σύστημα πέδησης στο Madison 125. Το σύστημα των φρένων αποτελείται από μία διπίστονη δαγκάνα με δίσκο 250 χιλιοστών εμπρός, και πίσω έναν δίσκο 220 χιλιοστών, ενώ στον βασικό εξοπλισμό υπάρχει και το δικάναλο ABS. Στην πράξη τα φρένα έχουν την κατάλληλη δύναμη για να ακινητοποιήσουν το scooter χωρίς πρόβλημα ενώ και το ABS με τη σειρά του θα είναι εκεί για να σε βγάλει από την δύσκολη θέση ενός φρεναρίσματος πανικού σε ολισθηρό οδόστρωμα, όταν και αν χρειαστεί.

Δοκιμή Malaguti Madison 125 – Ιταλική φινέτσα με πινελιές πρακτικότητας

Σύμμαχος στον “αστικό πόλεμο”

Η θέση οδήγησης του Madison 125 είναι αυτή που συναντάμε στα scooter αυτής της κατηγορίας, με το τιμόνι να είναι τοποθετημένο χαμηλά και κοντά στον οδηγό. Το ψηλό πάτωμα φέρνει τα γόνατα κοντά στο τιμόνι, με τους πολύ ψηλούς αναβάτες να χρειάζονται να κάνουν κάποιες παραχωρήσεις.

Το χαμηλό ύψος της σέλας το οποίο βρίσκεται στα 755 χιλιοστά θα βολέψει ακόμη και τους πιο κοντούς αναβάτες, ενώ το βάρος το οποίο αγγίζει τα 147,5 κιλά δεν πρόκειται να δυσκολέψει κανέναν κατά την καθημερινή μετακίνηση. Στην ευρύχωρη με μπόλικο αφρώδες σέλα θα βολευτούν άνετα δύο επιβαίνοντες, με τον συνεπιβάτη να έχει στη διάθεση του δύο πρακτικές χειρολαβές.

Τις ημέρες που είχαμε στα χέρια μας το Madison 125 δεν συναντήσαμε κανένα απολύτως πρόβλημα στο μποτιλιάρισμα της Αττικής, με το scooter της Malaguti να περνά χωρίς κανένα πρόβλημα ανάμεσα στα αυτοκίνητα χωρίς να μας απασχολεί σε καμία των περιπτώσεων το ύψος των καθρεπτών. Η ευκινησία, μαζί με την εξαιρετική σταθερότητα σε όλες τις συνθήκες κάνει το Madison 125 παιχνίδι ενώ το τιμόνι κόβει όσο χρειάζεται, και αυτό είναι κάτι που το εκτιμήσαμε ιδιαιτέρως όταν χρειάστηκε να κάνουμε “σλάλομ” ανάμεσα στα εκατοντάδες αυτοκίνητα τις ημέρες των μεγάλων απεργιών.

Δοκιμή Malaguti Madison 125 – Ιταλική φινέτσα με πινελιές πρακτικότητας

Ο τετράχρονος, τετραβάλβιδος, υγρόψυκτος μονοκύλινδρος EURO 5 κινητήρας, αν και 124,8 κυβικά σου δίνει την εντύπωση πως είναι πιο δυνατός, με το Madison 125 να έχει ισχύ 12,5 ίππους στις 8.250 σ.α.λ. και ροπή 1,12 κιλά στις 6.500 σ.α.λ. Η καλή απόκριση στο γκάζι χάρη στο ηλεκτρονικό σύστημα ψεκασμού της Bosch και η γεμάτη καμπύλη απόδοσης χαρίζουν ικανοποιητικές επιταχύνσεις μέσα στην πόλη, ενώ εσύ καταφέρνεις να αφήσεις πίσω σου χωρίς πρόβλημα τα τετράτροχα οχήματα τα οποία σε “πολιορκούν” σε κάθε φανάρι. To Madison 125 επιταχύνει γραμμικά μέχρι τα 90 χλμ./ώρα ωστόσο θα χρειαστεί κάποια υπομονή για να δείτε περισσότερα από 105 χλμ./ώρα στην ψηφιακή LCD οθόνη.

Για να είμαστε ειλικρινείς, σε αυτήν την κατηγορία δεν νομίζουμε πως η τελική ταχύτητα είναι το ζητούμενο αλλά πρωτίστως η πρακτικότητα, και το Madison 125 τα καταφέρνει περίφημα εκεί. Η φιμέ ζελατίνα η οποία υπάρχει στο scooter της Malaguti αρχικά μπορεί να μην γεμίζει το μάτι ωστόσο διώχνει τον αέρα από το σώμα του αναβάτη και αυτό είναι πολύ σημαντικό κατά την καθημερινή μετακίνηση. Ακόμη ένας σημαντικός παράγοντας για όσους επιλέγουν scooter της συγκεκριμένης κατηγορίας είναι και η κατανάλωση. Το Madison 125 τα πάει περίφημα και σε αυτόν τον τομέα, καθώς στα χέρια μας και με ζωηρή οδήγηση η κατανάλωση κυμάνθηκε στα 2,5 λίτρα ανά 100 χιλιόμετρα.

Δοκιμή Malaguti Madison 125 – Ιταλική φινέτσα με πινελιές πρακτικότητας

Στιλάτος, γυμνασμένος και φιλικός σύντροφος

Με κόστος στα 2.895 ευρώ, το Malaguti Madison 125 το οποίο διατίθεται σε τρία χρώματα (λευκό, μαύρο, πράσινο), είναι ένα Mini GT scooter που συνδυάζει άνεση, ευελιξία, ποιότητα και στιλ σε προσιτή τιμή, αποτελώντας ταυτόχρονα μία αξιόλογη λύση για τον αναβάτη που ψάχνει έναν σύμμαχο στο δύσκολο πρόβλημα της καθημερινής μετακίνησης εντός πόλης.

Ετικέτες

Shark Raw/Drak: Μακρόχρονη δοκιμή κράνους!

2 κράνη - Τέσσερα συν ένα χρόνια!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

5/9/2018

Λίγα είναι τα κράνη που τα περιμένω πριν ακόμη βγουν στην παραγωγή, και το Shark Raw ήταν τότε μία από τις σπάνιες περιπτώσεις. Ιδιαίτερα σπάνια, καθώς δεν χρησιμοποιώ ποτέ Jet κράνη, όχι ότι δεν τα συνιστώ ή ότι δεν είναι σωστό να τα χρησιμοποιεί κάποιος, απλά δεν τα χρησιμοποιώ ο ίδιος. Διανύοντας κατ’ ελάχιστο εκατό χιλιόμετρα διαδρομών την ημέρα κι αρκετά ακόμη αργά την νύκτα σε αυτοκινητόδρομους, καθίσταται περισσότερο από απαραίτητο να υπάρχει πλήρη κάλυψη, αλλά κι αντοχή σε μεγάλες ταχύτητες. Παρόλο αυτά, το Raw –πλέον Drak- το περίμενα καιρό, από την ημέρα που ήταν πρωτότυπο, με την ελπίδα πως είχε βρεθεί η χρυσή τομή.

Φανταστείτε λοιπόν την απογοήτευση τότε το 2013, όταν ανακάλυψα πως η ελληνική αντιπροσωπεία ήταν σκεπτική στο να το εισάγει, κι αυτό γιατί ήταν κράνος μεσαίας - και προς τα επάνω τιμής, ενώ ταυτόχρονα ήταν ιδιαίτερο, ξεφεύγοντας πλήρως από τα υπόλοιπα. Εκ των υστέρων, κι έχοντας υπάρξει επιχειρηματίας, αναγνωρίζω πολύ καλά την αγωνία τους και ήταν εύλογη και δικαιολογημένη. Εκείνη την στιγμή βέβαια αντιδρούσα όπως κάθε άλλος καταναλωτής, το ήθελα την πρώτη ημέρα της παρουσίασής του, κι αν γινόταν από την γραμμή παραγωγής να πετάξει με μαγικό τρόπο κατευθείαν στην πόρτα μου. Βλέπετε είχα την πεποίθηση πως πρώτα θα έκανε την δουλειά του σαν ένα κανονικό κράνος κι έπειτα ήταν φυσικά η εμφάνισή του. Ας μην γελιόμαστε, με αυτό στο κεφάλι φαντάζεσαι τον εαυτό σου λίγο πιο κοντά με πιλότο σε F-16 που είναι ίσως το μοναδικό πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο (να κάνεις βόλτα και μόνο) από την οδήγηση μοτοσυκλέτας!

Από εδώ και πέρα η ιστορία της έλευσης του πρώτου Raw στην Ελλάδα παρουσιάζει διακλαδώσεις, δεν υπάρχει μονάχα μία εκδοχή. Το μόνο σίγουρο είναι πως υπήρχαν κι άλλοι που πίεζαν την ελληνική αντιπροσωπεία να το εισάγει, σε μία όμως πολύ δύσκολη οικονομικά περίοδο που οι περισσότεροι από εμάς μπορούσαμε απλά να καλύψουμε το κόστος ενός πλαστικού κουβά για το κεφάλι μας, πόσο μάλλον για καινούριο κράνος, κι άρα τέτοιες αποφάσεις περιείχαν τεράστιο ρίσκο. Και ίσχυε το ίδιο, αν και σε μικρότερο βαθμό και για την υπόλοιπη Ευρώπη. Κι όμως τελικά το “Drak” όπως είναι πλέον το όνομά του, ήρθε στην Ελλάδα κι από τότε πέρασαν διάφορα στα χέρια του περιοδικού, ενώ ξεπέρασε τις προσδοκίες εμπορικά, καθώς έτυχε καθολικής αποδοχής σε ολόκληρο τον κόσμο και φυσικά εμφανίστηκαν κλώνοι του, όπως συμβαίνει με όλα τα πετυχημένα προϊόντα, ενώ η Shark έφτασε να φτιάχνει μία ολόκληρη οικογένεια γύρω από αυτό…

Τώρα μπορεί να είναι ένα γνωστό πλέον κράνος, κάπως συνηθισμένο να το βλέπει κανείς στους δρόμους, τότε όμως σε κοιτούσαν καλά-καλά για να καταλάβουν αν συμβαίνει κάτι με εσένα ή σε σχέση με εσένα κι εκείνους. Έμοιαζες ύποπτος ή πως θα τους σταματήσεις για έλεγχο… Στα φανάρια οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή, πού θα το βρουν, πόσο κάνει και κάπου στο τέλος αν είναι και καλό. Όλα για την εμφάνιση λοιπόν, το αν είναι καλό ή όχι, ερχόταν τελευταίο. Μετά από δύο κράνη, πολυφορεμένα και τα δύο, ένα σε καθημερινή και φυσιολογική χρήση και το άλλο στην πιο σκληρή που υπάρχει, ας δούμε αυτό ακριβώς, αν είναι καλό!

Οι φωτογραφίες που βλέπετε είναι από ένα κράνος που επί τέσσερα χρόνια έκανε πολλά καθημερινά χιλιόμετρα, με πληθώρα διαφορετικών μοτοσυκλετών, από γυμνές και streetfighters του λίτρου, μέχρι on-off κι όλα όσα θα βρεις στο ενδιάμεσο αλλά και έξω από αυτά τα πλαίσια! Από ταξίδια λοιπόν, μέχρι ταχύτητες πολύ πάνω από αυτό που είχε η Shark στο μυαλό της όταν το σχεδίαζε, το κράνος συγκέντρωσε μία χρήση που ήταν εξαιρετικά εντατική, όχι όμως αδέξια, απερίσκεπτη ή απρόσεχτη. Η φθορά που έχει υποστεί είναι από υπερβολική χρήση, και όχι από αμέλεια.

Συγκεντρώνοντας όλα αυτά τα χιλιόμετρα μαζί του και σε τόσες πολλές διαφορετικές μοτοσυκλέτες, το Drak αποδείχτηκε τελικά περισσότερο σκληροτράχηλο από εκείνο που στην αρχή υποψιαζόμουν. Ο πρώτος φόβος σχετικά με την αντοχή, ήταν για τους ελαστικούς ιμάντες της μάσκας, καθώς θεώρησα πως θα χαλαρώσουν γρήγορα. Για αυτό το λόγο δεν άφηνα ποτέ το κράνος στην άκρη έχοντας την μάσκα τραβηγμένη επάνω, αποφεύγοντας γενικά να αφήνω την μάσκα σε αυτή την θέση. Το δεύτερο κράνος του παραδείγματος δεν είχε αυτή την τύχη, η μάσκα περνούσε ώρες ατελείωτες πάνω στο κράνος με τους ιμάντες τεντωμένους, κι αυτό γιατί είναι πιο εύκολο να το τοποθετείς στο κεφάλι σου ή να το αφαιρείς αν πρώτα την σηκώσεις. Αποδείχτηκε με τον καιρό πως η διαφορά ήταν μικρή ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις: Στον ενάμισι χρόνο οι ιμάντες είχαν χαλαρώσει δίχως όμως να υπάρχει λειτουργικό πρόβλημα καθώς μπορείς να τους σφίξεις και στα δύο χρόνια είχαν χάσει αρκετή από την ελαστικότητά τους. Όταν αρχίζουν να χάνουν ελαστικότητα το συνεχές σφίξιμο σταδιακά παύει να είναι λύση, γιατί ο στόχος είναι να προσαρμόζεται η μάσκα στο πρόσωπο και όχι απλά να στηρίζεται, επίσης τότε είναι που όλη η δύναμη πηγαίνει στους συνδέσμους της μάσκας κι έτσι στο τέλος μπορεί να αρχίσουν να κόβονται.

Συνολικά στα τρία χρόνια είναι δύσκολο να μην χρειαστεί να αλλάξεις μάσκα, αν είναι καθημερινή η χρήση του κράνους. Πράγμα που δεν είναι καθόλου κακή επίτευξη, το αντίθετο. Η Shark λέει πως η ζελατίνα της είναι αντιχαρακτική και λέει λίγα, θα μπορούσε να την πει διαμαντένια και να πέσει μέσα γιατί είναι πραγματικά δύσκολο να αποκτήσει γρατζουνιές, ούτε θαμπώνει με τον καιρό. Καταστρέφεται το αφρώδες όπως φαίνεται στις φωτογραφίες, αλλά αυτό θα γίνει περίπου μαζί με το διάστημα που θα πρέπει να αλλάξεις τους ιμάντες. Κρατάς λοιπόν την ζελατίνα ως ανταλλακτικό και αλλάζεις την μάσκα μετά από δύο έως τρία χρόνια, καθώς θα έχει χάσει την ελαστικότητά της, μία ικανοποιητική διάρκεια ζωής, που ταιριάζει και με τον χρυσό κανόνα που έχουμε στο MOTO για τα κράνη - τα 3/5/7 χρόνια και που έχουμε εξηγήσει πολύ αναλυτικά εδώ, για να μην επαναλαμβανόμαστε.

Κάτω από την μάσκα υπάρχει το χαρακτηριστικό αφαιρούμενο προστατευτικό του πηγουνιού, που προσωπικά δεν αφαίρεσα ποτέ, όπως και οι περισσότεροι που το έχουν στην κατοχή τους. Οι βασικοί λόγοι είναι αυτοί: Το προστατευτικό μπαίνει δύσκολα αλλά ασφαλίζει πολύ όμορφα χωρίς να δημιουργεί πρόβλημα με κενά ανάμεσα στην μάσκα, σφυρίγματα από τον αέρα κτλ. Είναι βασικό στοιχείο της εμφάνισης του Raw και ο κύριος λόγος που το αντιμετωπίζεις σαν ένα full face κράνος, πράγμα που σημαίνει πως χωρίς αυτό έχεις έναν λιγότερο λόγο να πάρεις το συγκεκριμένο κράνος. Η λογική της Shark είναι πως εύκολα προσαρμόζεις το κράνος σου ανάμεσα σε πλήρως Jet και αυτό το… υβρίδιο που σου δίνει μία κάπως μεγαλύτερη αίσθηση ασφάλειας. Κι αυτό είναι έξυπνο και θα αρέσει σε πολύ κόσμο, αλλά εγώ έτσι κι αλλιώς δεν αισθάνομαι άνετα με κράνη τύπου jet, οπότε και δεν μπήκα ποτέ στην διαδικασία να το αφαιρέσω. Ας μην γελιόμαστε η προστασία που προσφέρει είναι για να μην σου σπάσει τα δόντια μία πέτρα από τα ελαστικά προπορευόμενου οχήματος και μέχρι εκεί. Ευτυχώς δεν μπορώ να διανθίσω το συγκεκριμένο άρθρο με μία εμπειρική ανάλυση σε περίπτωση πτώσης, όμως βάση γενικότερης εμπειρίας ήξερα από την πρώτη στιγμή της επιλογής μου πως η προστασία δεν θα ήταν εφάμιλλη με οποιοδήποτε κράνος κλειστού τύπου. Φέρω στο πηγούνι ένα πολύ παλιό σημάδι από σκίσιμο που έχει συμβεί με full face κράνος, μία άλλη εμπειρία που μου τόνισε νωρίς πως η σωστή επιλογή κράνους και –αναπόφευκτα- τιμής αγοράς, είναι εξίσου σημαντική με την απόκτησή του και την χρήση του, αυτή καθ’ αυτή!

Δεν είναι όμως μονάχα η πτώση, δεν φοράμε το κράνος μόνο για αυτή την αποφράδα μέρα κι ας είναι αυτή η απολύτως πιο διευρυμένη άποψη. Από τα έντομα μέχρι την σκόνη και μετά τον ίδιο τον αέρα και τον ήλιο, η προστασία πρέπει να είναι συνεχής. Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα του Drak είναι πως ασφαλίζει πλήρως χωρίς να αφήνει κενά. Σε όλο αυτό το διάστημα και πάντα με δεδομένο την πληθώρα χιλιομέτρων, έχει αποτρέψει τριψήφιο αριθμό μελισσών κι άλλων εντόμων από το να σφηνωθούν μέσα στο κράνος, την ίδια στιγμή που αισθάνεσαι λιγότερο εγκλωβισμένος από ένα full face. Θα πρέπει να έρθει ο χειμώνας και να είναι βαρύς, ώστε να ανακαλύψεις πως περνά περισσότερος αέρας στο μέτωπο, από αυτό που θα ήθελες εκείνη την στιγμή. Όσο μάλιστα χαλαρώνουν οι ιμάντες τόσο περισσότερος αέρας θα φτάνει ακριβώς εκεί που θα ενοχλεί τα ιγμόρεια, με την λύση να είναι να τους ρυθμίσεις πιο σφιχτά μέχρι να την αλλάξεις, όπως αναλύουμε πιο πάνω. Η βροχή δεν πρόκειται να ενοχλήσει, αλλά σε εξαιρετικά χαμηλή θερμοκρασία αρχίζει και μετατρέπεται σε πράξη γενναιότητας να οδηγείς γρήγορα.

Η ταχύτητα πάντως δεν έχει όριο μαζί του, το όριο είναι καθαρά προσωπική υπόθεση. Το Drak βγαίνει σε δύο μεγέθη εξωτερικού κελύφους και είναι και τα δύο σχεδιασμένα με στενή γραμμή, για να αγκαλιάζουν το κεφάλι καλά. Δένοντας το σωστά, κολλά στο μέτωπο όσο τα χιλιόμετρα ανεβαίνουν, με μικρή μετατώπιση προς τα πίσω. Είναι εκείνη η στιγμή που πιέζει τους λοβούς των αυτιών, που μέχρι πριν απολάμβαναν των χώρο τους χωρίς πίεση. Και πιέζοντας τα αυτιά, εκεί πάνω από τα διακόσια χιλιόμετρα, δεν ακούς τίποτα και ξαφνικά γίνεται ένα από τα πιο ήσυχα κράνη… προφανώς παίζουμε με τις λέξεις και τα νοήματα τώρα. Σημασία εδώ έχει η προσεκτική ανάγνωση, γιατί σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει ο ισχυρισμός πως είναι το καλύτερο κράνος για αυτές τις ταχύτητες. Απλά πάντα υπάρχει και η θετική πλευρά, ακόμα και στα μειονεκτήματα. Για να ζήσεις βέβαια την εμπειρία της ησυχίας μέσα από την επίδραση των χιλιομέτρων, πρέπει σαφώς να το παρακάνεις, καθώς κινείσαι με τέτοιες ταχύτητες με ένα κατά βάση jet κράνος σε γυμνή, για παράδειγμα μοτοσυκλέτα. Το πόσο θα μείνεις σε αυτά τα χιλιόμετρα είναι ζήτημα αντοχής και διαφέρει από τον καθένα. Αυτές όμως είναι οι ειδικές περιπτώσεις και η καθημερινότητα με το Drak είναι αυτή που μετράει πραγματικά.

Ανάμεσα στις πρωτιές του, είναι και το γεγονός πως είναι το πρώτο που με έκανε να σπάσω τον χρυσό κανόνα, χωρίς να το αλλάξω στα τρία χρόνια. Συνηθίζεις να έχεις ένα κράνος που κλείνει τελείως αλλά μπορείς να μπεις σε κάποιο κατάστημα χωρίς να σε κοιτάνε καχύποπτα, κάνοντας μονάχα με μία κίνηση χωρίς να το βγάλεις. Οι συχνές στάσεις με αυτό στο κεφάλι είναι το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου, ενώ δύο φορές μπήκα μαζί του και σε τράπεζα, τρίτη δεν το δοκίμασα – είναι το μόνο μέρος που ό,τι κι αν φοράς στο κεφάλι κινείς υποψίες.

Ο μηχανισμός που κρατά την μάσκα είναι έξυπνα φτιαγμένος, ώστε να μην προσθέτει όγκο στο πλάι. Κάτω από πλαϊνά πλαστικά που έχουν άψογη συναρμογή και δεν θα ξεκολλήσουν όσο περνούν τα χρόνια, υπάρχει ένας μεταλλικός γάτζος σε κάθε πλευρά, που ασφαλίζει στο κράνος συγκρατώντας τους ιμάντες. Όλα αυτά με πολύ χαμηλό προφίλ, χωρίς να μεγαλώνει ο όγκος, την στιγμή που εσωτερικά υπάρχει ειδική εγκοπή για εφαρμογή ακουστικών. Με κατασκευή από θερμοπλαστικό και πολύ προσεγμένη εσωτερική επένδυση, το Drak είναι ελαφρύ (1.243 γραμμάρια με μάσκα και σαγόνι) όχι βέβαια σε επίπεδο ενός carbon κράνους, αν και πραγματικά carbon κράνη είναι ελάχιστα. Όμως το σημαντικό εδώ είναι η ομοιογένεια και το σωστό σχήμα. Είναι το σχήμα που παίζει μεγαλύτερο ρόλο στο κράνος και όχι τόσο τα γραμμάρια. Διότι ένα σωστά μελετημένο σχήμα κατανέμει το βάρος ομοιόμορφα κι όχι πίσω στην βάση του αυχένα που είναι το πιο συνηθισμένο. Τότε είναι που με την επίδραση του αέρα ένα κράνος αρχίζει να σε κουράζει περισσότερο από κάποιο άλλο κι ας είναι ελαφρύτερό του κατά μερικά γραμμάρια. Το Drak είναι εξαιρετικά μελετημένο κι εξαφανίζει γραμμάρια όταν το φοράς, παρόλο που είναι κράνος ανοιχτού τύπου, κι αυτό μεταφράζεται σε αναπόφευκτα ανομοιόμορφη κατανομή. Όχι σε αυτή την περίπτωση όμως!

Ο αεραγωγός στο κέντρο δεν μεταφέρει ιδιαίτερα πολύ αέρα και κλείνει με μία λαστιχένια τάπα την οποία την αφαιρείς την πρώτη ημέρα και κάπου την ξεχνάς στο σπίτι κρατώντας το για πάντα έτσι. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο αέρας δεν σου λείπει ποτέ. Επιπρόσθετα δεν επηρεάζει την καλή ηχομόνωση, που αντίστοιχη δεν θα βρει κάποιος σε ανοικτού τύπου κράνος, ακόμα και σε αντίστοιχο υβρίδιο. Όλες οι προδιαγραφές του κράνους και οι πιστοποιήσεις που έχει λάβει, είναι τύπου Jet, ωστόσο η Shark ήθελε την μάσκα και το σαγόνι να μπορούν να προσφέρουν στοιχειώδη ασφάλεια, εκτός από κάλυψη απέναντι στα στοιχεία της φύσης και τα έντομα. Διεξάγοντας την δική τους δοκιμασία, σχεδίασαν το Drak με τρόπο που μπορεί να βοηθήσει σε περίπτωση ατυχήματος, κάτι που –ευτυχώς όπως είπαμε- δεν μπορώ να επιβεβαιώσω.

Το αφαιρούμενο εσωτερικό άντεξε κι εκείνο αρκετά πλυσίματα, χωρίς να χάσει αρκετό από τον αρχικό του όγκο, ενώ στα τρία χρόνια η δερματίνη άρχισε να ξεφτίζει χαλώντας την εικόνα. Από την στιγμή που αφαιρείται, κι άρα αλλάζει, είναι κι αυτό ένα πρόβλημα που λύνεται.

Συνολικά το Drak άντεξε πολύ περισσότερο «ξύλο» από αυτό που αρχικά είχε προβλεφθεί για ένα σημαντικό ρόλο: Ολοένα και πιο συχνά το προτιμούσα έναντι ενός full face, ακόμη και για μεγάλες διαδρομές ή για περιπτώσεις που η ταχύτητα θα ήταν αυξημένη, καταλήγοντας σε μία σκληρή χρήση που το έφερε σε αυτή την κατάσταση μετά από τέσσερα χρόνια. Ανανεώνοντας τους αναλώσιμους ιμάντες και την επένδυση, έκανε τον ήρωα για ακόμη έναν χρόνο.

 

μονάχα στο ένα από τα δύο ξεκόλλησαν τα ανάγλυφα γράμματα.. σε εκείνο με την πολύ άγρια χρήση...

Το δεύτερο κράνος της δοκιμής μας, έζησε την εμπειρία μίας πτώσης, όχι –ευτυχώς και πάλι- χτυπώντας στην μάσκα ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε για την αντοχή της, αλλά σύρθηκε για κάποια μέτρα στην άσφαλτο και είχε ένα καλό χτύπημα στην πίσω μεριά του. Ούτε σπασμένα πλαϊνά καπάκια, ούτε συστροφή της επένδυσης και μετακίνηση του κράνους, τίποτα από τα μειονεκτήματα που θα περίμενε κανείς, προστατεύοντας απόλυτα σωστά.

Συνολικά η εμπειρία μας μαζί του ήταν απόλυτα θετική, βρίσκοντας εκείνο το κράνος ανοικτού τύπου που εξάλειφε πολλά από τα μειονεκτήματα που έχει η συγκεκριμένη κατηγορία, την στιγμή που ακόμα και τώρα μία πενταετία μετά, παραμένει απόλυτα μοντέρνο.