Test: Bajaj Pulsar NS125 ABS - Το ομορφόπαιδο

Bajaj Pulsar NS125 ABS
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

29/5/2026

Του Κώστα Γκαζή | Φωτογραφίες: Γιώργος Νιαουνάκης

“Μπαμπά, αυτό είναι πιο όμορφο από το Duke σου,” μου είπε ο γιος μου όταν είδε το Pulsar NS 125. Με την προσθήκη ανεστραμμένου πιρουνιού, το Α1 μοντέλο της Bajaj, που είχαμε δοκιμάσει στο #632, ομόρφυνε κι άλλο, κέρδισε πολλές παραπάνω ενδείξεις στα όργανα και συνεχίζει να εντυπωσιάζει ευχάριστα.

Στο παρελθόν είχα οδηγήσει τα Pulsar και Dominar σε 200, 250 και 400 κυβικά, ενώ τώρα είχα την ευκαιρία να χαρώ και το μικρότερο μοντέλο της γκάμας, το Α1 μοντέλο Pulsar NS125, στην τελευταία του ανανέωση.

Bajaj Pulsar NS125 ABS

Ανεστραμμένο πιρούνι, και πληρέστερα όργανα

Οι αλλαγές σε σχέση με το προηγούμενο μοντέλο είναι δύο. Το ανεστραμμένο πιρούνι των 31 mm που αντικατέστησε το συμβατικό και οι περισσότερες ενδείξεις στον LCD ψηφιακό πίνακα οργάνων. Αυτές είναι οι εξής: επιλεγμένη σχέση κιβωτίου, μέση και στιγμιαία κατανάλωση, αυτονομία. Οι νέες λειτουργίες προστίθενται στις ήδη υπάρχουσες, δηλαδή στο ψηφιακό ταχύμετρο, στους δύο μερικούς και στον έναν ολικό χιλιομετρητή, στην ένδειξη συντήρησης -50 χλμ. πριν τον προκαθορισμένο προγραμματισμό της- στο ρολόι, στην ειδοποίηση για τις ενδεδειγμένες στροφές αλλαγής σχέσης (RPM Limit) και στις λυχνίες για «νεκρά», φλας, μεγάλη σκάλα φώτων, μπαταρία και λειτουργία κινητήρα.

Bajaj Pulsar NS125 ABS
Ο πίνακας οργάνων έχει περισσότερες ενδείξεις από το προηγούμενο μοντέλο, κι είναι πιο ολοκληρωμένος

Εξαιρετικό design, εντυπωσιακές λεπτομέρειες

Ο σχεδιασμός του Pulsar NS 125 είναι ιδιαίτερα πετυχημένος, καθώς ούτε προκαλεί υπερβολικά, ούτε όμως δείχνει συντηρητικός. Το πορτοκαλί χρώμα σε αρπάζει από το πέτο, το ισορροπημένο design δεν ξενίζει κανέναν, ενώ μετά αρχίζεις και προσέχεις τις λεπτομέρειες. Αρχίζουμε από το πλαίσιο. Θεούλη μου. Τι πλαισιάρα είναι αυτή! Ναι μεν ατσάλινο, όμως οι διαστάσεις του θυμίζουν Superbike και χαρίζουν στη μικρή μοτοσυκλέτα μοναδική ακαμψία που μεταφράζεται σε αίσθηση και κράτημα μεγαλύτερου σπορ μοντέλου. Το ανεστραμμένο πιρούνι δίνει τον απαραίτητο σύγχρονο αέρα στην κατασκευή, όπως κάνουν και οι δίσκοι μαργαρίτες εμπρός-πίσω, ενώ αν θέλαμε κάτι παραπάνω, θα ήταν ένα πιο στιβαρό σε εμφάνιση ψαλίδι -παρόλα αυτά τη δουλειά του την κάνει.

Η ποιότητα κατασκευής είναι άριστη, με τρισδιάστατα logo, πολύ καλή συναρμογή μερών, δίχως τριξίματα και παράπονα πουθενά.

Ο πίνακας οργάνων έχει περισσότερες ενδείξεις από το προηγούμενο μοντέλο, κι είναι πιο ολοκληρωμένος
Χειρολαβές για τον συνεπιβάτη, μεγάλα φλας και επιθετικού design πίσω φωτιστικό σώμα

Η σέλα του συνεπιβάτη είναι ψηλότερα από του αναβάτη, σε σπορ πρότυπα, έχει όμως μπόλικο αφρώδες υλικό και σωστές διαστάσεις για να κρατήσει άνετο το δεύτερο άτομο ακόμα και σε μεγάλες βόλτες. Το κοστούμι είναι έξυπνα σχεδιασμένο ώστε να προεκτείνεται προς τα μπροστά, όπως σε ένα υγρόψυκτο μοντέλο, με fake καλύμματα ψυγείου που χαρίζουν ομορφιά, ενώ εξίσου όμορφη είναι και η μικρή καρίνα. Οι ζάντες έχουν σιρίτια σε πορτοκαλί χρώμα, ο προβολέας μπορεί να μην έχει LED λάμπες, έχει όμως επιθετικό και καλαίσθητο σχέδιο, και τα δυο πίσω φτερά φροντίζουν να μην πετάνε νερά στους επιβαίνοντες.

Bajaj Pulsar NS125 ABS
Αριστεύει στην αστική κίνηση, ειδικά στο κέντρο της πόλης. Οικονομικό, ευέλικτο, ελαφρύ και χαμηλό

Οι κόκκινες σπείρες του πίσω μονού αμορτισέρ χτυπάνε ευχάριστα στο μάτι (ρυθμίζεται η προφόρτιση), ενώ η ποιότητα των πλαστικών και των μεταλλικών μερών, μαζί και με τη συναρμογή τους δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν ακόμα και από ιαπωνικές μοτοσυκλέτες! Οι καθρέπτες είναι μεν μεγάλοι αλλά το κοντό τους στέλεχος σημαίνει πως στο οπτικό τους πεδίο βλέπετε αρκετά και τους αγκώνες σας. Στον εξοπλισμό της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνεται μίζα αλλά και μανιβέλα (κάτι που εκλείπει αλλά βολεύει αν μείνετε από μπαταρία), μονό και διπλό σταντ, shift-light για ιδανικές αλλαγές ταχυτήτων, τάπα ρεζερβουάρ αεροπορικού τύπου με μεντεσέ, σινιάλο, tank protector, χειρολαβές συνεπιβάτη, κ.α. Τέλος, ακόμα και σήμερα η Bajaj επιμένει να βάζει ένα μπλε λαμπάκι στα όργανα (το σήμα της), που μπερδεύει τον αναβάτη πριν το συνηθίσει, νομίζοντας πως έχει ανάψει τον προβολέα.

Bajaj Pulsar NS125 ABS
Σπορ design στο μπροστινό φωτιστικό σώμα, εξίσου σπορ και η μάσκα

Αίσθηση μεγαλύτερης μοτοσυκλέτας

Το over-engineered πλαίσιο, οι αναρτήσεις και τα φρένα έχουν στιβαρότητα, ποιότητα και αίσθηση που αρμόζει σε πολύ μεγαλύτερη μοτοσυκλέτα, γεγονός που εκτιμά ο αναβάτης σε κάθε βόλτα. Το Pulsar NS 125 είναι σταθερό σαν βράχος, έχει εξαιρετική οδική συμπεριφορά σε κάθε οδόστρωμα, μασάει λακκούβες και σαμάρια και φτύνει τα κουκούτσια, και φρενάρει δυνατά (ABS στον μπροστινό τροχό) και με άριστη πληροφόρηση όταν το χρειαστείς.

Bajaj PUlsar NS125 ABS

Η απόδοση του κινητήρα δεν εξιτάρει, παρέχει όμως την απαραίτητη ενεργητική ασφάλεια, ενώ η τελική που είδαμε στο κοντέρ ήταν 115 (είδαμε και 118 στην κατηφόρα δίχως να βρούμε κόφτη), με την πραγματική τελική του να σταματά λίγο πριν τα 110. Σημειώστε πάντως πως στα 107 χλμ/ώρα στο κοντέρ η μικρή μοτοσυκλέτα έχει μπει στα κόκκινα (9.500 rpm), και στα 115 χλμ/ώρα στο κοντέρ βρίσκεται στις 10.000 rpm., οπότε καλό θα ήταν να μην κρατάτε συνεχόμενα πάνω από 105 χλμ/ώρα στο κοντέρ. Βέβαια από την άλλη, το μοτεράκι νιώθει πιο ζωντανό ψηλά, αλλά κρατάμε τη δύναμη εκεί για προσπεράσεις και καταστάσεις ανάγκης. Αυτό που δεν καταλαβαίνουμε είναι γιατί η Bajaj δεν προίκισε τη μοτοσυκλέτα της με μία ακόμα ταχύτητα, καθώς ένα 6τάχυτο κιβώτιο θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί πολύ καλύτερα την Α1 μικρή ιπποδύναμη και να χαμηλώσει και τις στροφές που κινείται ο αναβάτης.

Bajaj Pulsar NS125 ABS

Η σέλα του αναβάτη είναι πολύ άνετη, ενώ του συνεπιβάτη είναι λίγο πιο σπορ από ότι θα θέλαμε για την χρηστική αυτή κατηγορία. Το κιβώτιο έχει λίγους τζόγους παραπάνω από το ιδανικό, ενώ στη μοτοσυκλέτα δοκιμής μας το λεβιέ κόλλαγε μερικές φορές, κάτι που δεν είχαμε δει στο προηγούμενο NS που είχαμε πάρει για τεστ, και θα μπορούσε απλά να θέλει λίγη λίπανση. Στην κίνηση στην πόλη το NS αποδεικνύεται άριστο, με μεγάλο κόψιμο τιμονιού, μικρό βάρος και χαμηλό ύψος, ενώ καίει όσο κι ένα παπί. Κι όχι μόνο καίει σαν παπί (αλλά κρατάει και φρενάρει σαν μοτοσυκλέτα), και το κόστος αγοράς του, πάλι παπί θυμίζει! Κερασάκι με το μεγάλο ρεζερβουάρ η τεράστια αυτονομία των 400 χιλιομέτρων.

Ένα πραγματικά Value for money A1 δίκυκλο, με αρετές μεγαλύτερης μοτοσυκλέτας, πλούσιο εξοπλισμό, κορυφαία ποιότητα κατασκευής, και με μια μεγάλη αντιπροσωπεία πίσω του όσον αφορά στην επάρκεια ανταλλακτικών και στο service.

Τώρα δε με τη νέα του πολύ συμφέρουσα τιμή των 1.990 ευρώ, δείχνει πιο ανταγωνιστικό από ποτέ.

Bajaj PUlsar NS125 ABS
Η νέα έκδοση του Pulsar NS 125 έρχεται εξοπλισμένη με ανεστραμμένο πιρούνι κι είναι ακόμα ομορφότερη από πριν

 

Dunlop Roadsmart IV: Το δοκιμάζουμε σε όλες τις συνθήκες

Η νέα γενιά Roadsmart εξισώνει τις συνθήκες του δρόμου

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

21/4/2022

Συνομιλώντας κατά καιρούς με τα στελέχη των μεγαλύτερων κατασκευαστών ελαστικών, έχω καταγράψει ορισμένους κοινούς προβληματισμούς που παραδέχονται όλοι τους πως ισχύουν στον ίδιο βαθμό, κι ένας από αυτούς είναι πως τα ελαστικά που προορίζονται για καθημερινή χρήση δρόμου, έχουν στην πράξη τόσες απαιτήσεις που ο σχεδιασμό και η εξέλιξή καταλήγει δυσκολότερο έργο από την εξέλιξη ενός αγωνιστικού ελαστικού. Διότι το τελευταίο καλείται να κάνει ένα πράγμα, τα ελαστικά αυτής της κατηγορίας πρέπει να είναι σπορ με αξιώσεις, αλλά να έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής, καλή απόδοση στο βρεγμένο, να ζεσταίνονται γρήγορα αλλά να μην υπερθεμαίνονται εύκολα, να απορροφούν ανωμαλίες του δρόμου χωρίς όμως κινητικότητα πέλματος και να αντέχουν και στο φόρτωμα και τέλος, εκείνο που παραβλέπουν όλοι, να διατηρούν αυτά τα χαρακτηριστικά σε αρκετές διαφορετικές διαστάσεις!

Υψηλόβαθμο στέλεχος της Dunlop στην Ευρώπη εξηγούσε στο ΜΟΤΟ, κατά την παρουσίαση του νέου ελαστικού που έχετε ήδη διαβάσει στο τεύχος 629, πως το Roadsmart IV είναι ο κοινός τόπος επαφής της εταιρείας με εκατοντάδες χιλιάδες αναβάτες, που σημαίνει πως η ανάπτυξή του έχει μεγαλύτερη σημασία από τα αγωνιστικά ελαστικά των Moto2 και Moto3 στα MotoGP που τα τελευταία χρόνια η Dunlop είναι αποκλειστικός προμηθευτής.

Η αναφορά δεν ήταν τυχαία, καθώς το Roadsmart IV επωφελείται από την τεράστια αγωνιστική πορεία της Dunlop με τρόπο πολύ άμεσο και πρακτικό και όχι θεωρητικό. Οι αγώνες αποτελούν τον τόπο της εξέλιξης του είδους, χωρίς αυτούς η εξέλιξη όχι μόνο είναι αργή αλλά μπορεί να οδηγηθεί και σε λάθους δρόμους. Μπορείς να πεις πως όλα τα ελαστικά δρόμου κάθε εταιρείας επωφελούνται από την αγωνιστική της πορεία με βάση την εμπειρία που έχει αποκτηθεί, όμως εδώ μιλάμε για κάτι τελείως πρακτικό και όχι θεωρητικό: Πρόσφατα το τμήμα αγωνιστικών ελαστικών της Dunlop, αυτό που κατασκευάζει τα ελαστικά της Moto2 και της Moto3, μετακόμισε από το Birmingham της Αγγλίας όπου βρισκόταν επί δεκαετίας, στο βασικό εργοστάσιο της Dunlop στην Γαλλία, εκεί που κατασκευάζονται και τα Roadsmart IV. Η μεταφορά αυτή προίκισε τις γραμμές παραγωγής των ελαστικών δρόμου με ορισμένες πολύ ενδιαφέρουσες εργαλειομηχανές βουλκανισμού και επέτρεψε στην Dunlop να χρησιμοποιήσει ορισμένες τεχνικές κατασκευής που μέχρι στιγμής υπήρχαν μόνο στους αγώνες και στα αγωνιστικά ελαστικά που μπορούσαν να καλύψουν το υψηλότερο κόστος παραγωγής. Η ενοποίηση αυτή όμως, έδωσε πρόσβαση σε εργαλεία που μέχρι πριν δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί η ανάπτυξή τους χωρίς να αυξηθεί και το κόστος, κι έτσι από την απλή μεταφορά τεχνογνωσίας και εμπειρίας που γινόταν μέχρι πριν άμεσα και απρόσκοπτα στην κοινωνία της πληροφορίας που ζούμε, πλέον άνοιξε ο δρόμος και για την φυσική χρήση του εξοπλισμού!

Κι έτσι το Roadsmart IV γίνεται πλέον το πρώτο ελαστικό της κατηγορίας που κάνει χρήση της τεχνολογίας Jointless Tread. Η ονομασία περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο τοποθετείται η γόμα πάνω στον σκελετό. Όπως ακριβώς και με την Jointless Belt τεχνολογία για την κατασκευή του σκελετού που είτε με αυτή την ονομασία είτε με διαφορετική, όλοι οι μεγάλοι κατασκευαστές χρησιμοποιούν, αντίστοιχα και με την Jointless Tread η εξωτερική γόμα απλώνεται σε λωρίδες σε μορφή μαστίχης τυλιγμένη πάνω στον σκελετό και γίνεται ένα σώμα κατά την διαδικασία του βουλκανισμού στην νέα εργαλειομηχανή που μέχρι πριν είχαν πρόσβαση μονάχα τα αγωνιστικά ελαστικά. Μέχρι τώρα η γόμα των ελαστικών αυτής της κατηγορίας ήταν ένα φύλλο που τύλιγε τον σκελετό και επικολλιούνταν επάνω του και ο βουλκανισμός, μεταξύ άλλων, εξαφάνιζε και το σημείο της ένωσης.

Η άλλη βασική διαφορά που έχει το νέο ελαστικό με τον προκάτοχό του, είναι στην εξέλιξη της ίδιας της Jointless Belt τεχνολογίας καθώς τώρα το νήμα που αποτελεί τον σκελετό είναι ένα και ενιαίο, εφαρμόζεται απευθείας στο εσωτερικό πέλμα και περιμένει την γόμα σε μορφή μαστίχης για να επικολληθεί. Μέχρι τώρα η κατασκευή του σκελετού ξεκινούσε φτιάχνοντας μία πλακέ ζώνη από τρεις χορδές που εμποτίζονταν στο ίδιο μίγμα της γόμας, κι έπειτα αυτή η ζώνη τυλιγόταν πάνω στο εσωτερικό πέλμα με την Jointless Belt τεχνολογία. Ο εμποτισμός σε γόμα και η δημιουργία ζώνης ήταν ο μόνος τρόπος συγκόλλησης όλων των διαφορετικών στρωμάτων πριν ξεκινήσει ο βουλκανισμός. Τώρα μπορεί και αυτή η διαδικασία να αλλάξει κι έτσι ένα ενιαίο νήμα, χωρίς κάποιον εμποτισμό, τυλίγεται πάνω στο εσωτερικό πλέγμα και απευθείας εφαρμόζεται το μίγμα της γόμας με Jointless Tread τρόπο. Το βασικό κέρδος αυτής της αλλαγής είναι το μικρότερο βάρος του ελαστικού και η καλύτερη απαγωγή θερμότητας, καθώς ο σκελετός παίζει τον μεγαλύτερη ρόλο στην διατήρηση θερμότητας του ελαστικού και πλέον είναι σε αμεσότερη επαφή με το εσωτερικό πλέγμα και την εξωτερική γόμα.

Φυσικά, η κυριότερη αλλαγή που αντιλαμβάνεται κανείς κοιτώντας το ελαστικό δεν είναι τίποτα από τα παραπάνω, αλλά η νέα χάραξη. Στο προηγούμενο μοντέλο που θα εξακολουθήσει για πολύ καιρό να παράγεται αλλά σε νέα τιμή αποτελώντας μία πιο προσιτή λύση, η Dunlop είχε εφαρμόσει μία τεχνική σχεδιασμού που την αποκαλεί «νησίδες» καθώς τα αυλάκια είναι χωρισμένα σε ομάδες που καλύπτουν το ελαστικό αφήνοντας κενά αχάρακτης γόμας ανάμεσά τους. Αφήνει πίσω της την τεχνική των ομάδων αυλακιών, των «νησίδων» και φτιάχνει τώρα μία νέα χάραξη παρόλο που ο τρόπος αυτός αποδείχτηκε αποτελεσματικός στο Roadsmart III. Βάζοντας όμως στόχο να αναβαθμίσει την απόδοση στο βρεγμένο και ταυτόχρονα την σπορ συμπεριφορά, χρειάστηκε κάτι νέο καθώς αποδείχτηκε πως οι νησίδες προσέδιδαν κινητικότητα πέλματος σε ακραία σπορ, ρυθμό οδήγησης. Παράλληλα τα νέα αυλάκια βελτιώνουν την διάρκεια ζωής, κάτι που αυτή την στιγμή αποτελεί δήλωση της Dunlop χωρίς να επαληθεύεται από εμάς, από την στιγμή που δεν έχουμε γράψει χιλιάδες χιλιόμετρα με τα νέα Roadsmart IV.

Εκείνο που με βεβαιότητα επαληθεύτηκε, ήταν τα δυναμικά χαρακτηριστικά του σε μία αρχική διαδρομή τριακοσίων χιλιομέτρων χωρίς στάσεις, πριν μπούμε μαζί τους στην ιδιωτική πίστα δοκιμών της Dunlop. Εκτός από μία κανονική πίστα με έντονες υψομετρικές διακυμάνσεις στην μορφολογία της, η Goodyear, στην ομπρέλα της οποίας είναι και η Dunlop, διαθέτει και μία σειρά εξεζητημένων πεδίων δοκιμών για δοκιμές στο βρεγμένο και για δοκιμές ελιγμών και ευελιξίας. Η πίστα εξομοίωσης βροχής γεμίζει νερό και μάλιστα δημιουργεί και αυλάκια με περισσότερη ροή ώστε να έρχεται πολύ κοντά σε συνθήκες καταιγίδας σε δημόσιο δρόμο και την περνάς μονάχα με αδιάβροχα καθώς είναι σαν να βρέχει εκεί μέρα από τους πίδακες που δημιουργούν τα ελαστικά, τόσο πολύ νερό που υπάρχει στην επιφάνειά της.

Είναι ένας εξεζητημένος μηχανισμός που διακινεί τεράστιες ποσότητες νερού αλλά σε απόλυτο σεβασμό του περιβάλλοντος. Η πίστα είναι κατασκευασμένη σε πλαγιά και δεν χρησιμοποιεί μπεκ για την κατάβρεξή της αλλά διατρέχεται από την αριστερή της μεριά από υπόγειο αυλάκι που στην ουσία είναι η υπερχείλιση διαφορετικών, συγκοινωνούντων δεξαμενών. Το νερό που ξεχειλίζει και διατρέχει την πίστα, συλλέγεται από υπόγεια υδρορροή που διατρέχει την πίστα από την δεξιά της μεριά κι αφότου φιλτραριστεί, επαναπροωθείται στις δεξαμενές. Το αποτέλεσμα είναι μία πίστα που μόνιμα την διατρέχει το νερό με ακανόνιστα σημεία όπου έχει περισσότερη ή λιγότερη ροή, ανάλογα με την υπερχείλιση. Είναι ένα εξαιρετικό πεδίο δοκιμών για να δεις την απόδοση σε βρεγμένο οδόστρωμα σε συνθήκες που μόνιμα προσομοιάζουν μία καταρρακτώδη βροχή.

Η αρχή βέβαια της ημέρας έγινε κυνηγώντας τον Peter Hickman μαζί με έναν Αυστριακό και δύο Γερμανούς συναδέλφους, σχηματίζοντας ένα ξεχωριστό γκρουπ πέντε αναβατών και δύο πλοηγών που πήραν οδηγίες από το μεγάλο αφεντικό της Dunlop για ακραία σπορ οδήγηση όπου οι συνθήκες το επέτρεπαν, «και μην τολμήσουν να πουν πως βαρέθηκαν». Το αποτέλεσμα ήταν να κάνει λόγο ο Peter Hickman, συνέντευξη του οποίου θα διαβάσετε σύντομα στο ΜΟΤΟ, για οδήγηση που ξεφεύγει από τα δικά του πρότυπα για ελαστικά δρόμου και αγνώστους συνοδοιπόρους, κι ας μην πλησιάσαμε ούτε στο ελάχιστο μία ημέρα του στο Isle of Man. Ήταν όμως η πλέον γρήγορη οδήγηση που επέτρεπε ο δρόμος και οι συνθήκες, με στάσεις μονάχα για να αλλάξουμε μοτοσυκλέτες, δοκιμάζοντας τα νέα ελαστικά από Suzuki GSX-S 1000GT, μέχρι Honda NT1000!

Η καλή η ημέρα φάνηκε από την πρώτη κιόλας στροφή, όταν ο πλοηγός χρειάστηκε να βγάλει το πόδι από τα μαρσπιέ του Versys 1000 που είχαν διπλώσει ξύνοντας την άσφαλτο με όλο τους πλέον το μήκος και όχι μονάχα τον αποστάστη. Βασικό μέλημα της Dunlop είναι να σχεδιάζει τα ελαστικά έτσι ώστε το πίσω να χάνει πρώτο την πρόσφυση, δίνοντάς σου χρόνο αντίδρασης. Πρόκειται για μία φιλοσοφία σχεδιασμού που ξεκινά από την γεωμετρία του ελαστικού αλλά δεν περιορίζεται μόνο εκεί και φυσικά ο λόγος είναι για σταθερή πρόσφυση του δρόμου και όχι για τις στιγμές που το εμπρός ελαστικό θα περάσει πρώτο από σημείο μειωμένης πρόσφυσης. Οπότε όταν πατήσεις χαλίκια ή βρεγμένο κομμάτι του δρόμου χάνοντας στιγμιαία πρόσφυση εμπρός, βασίζεσαι να σε ακολουθήσει το ελαστικό στην γρήγορη αντίδραση και να ανακτήσει άμεσα όπως φυσικά και υπήρξε τέτοια περίπτωση και μάλιστα σε ένα από τα ταχύτερα κομμάτια της διαδρομής, εκεί όπου συμβαίνουν αυτές οι περιπτώσεις.

Κρατώντας βαθιά τα φρένα μέσα στις στροφές για να διατηρηθεί ο υψηλός ρυθμός οδήγησης που επιβάλλει ο πλοηγός και με τον Peter Hickman να ακολουθεί, δίχως να αφήνει περιθώριο, η εμπιστοσύνη στο Roadsmart IV χτίζεται πολύ γρήγορα κι ανεβαίνει πολλούς ορόφους. Το ελαστικό διατηρεί την κατευθυντικότητά του και τα περιθώριά του βρίσκονται πολύ ψηλά, όπως διαπιστώσαμε αμέσως μετά στην πίστα αυτή την φορά με πλοηγό τώρα τον Hickman. Δίχως πλέον περιορισμούς και στην ασφάλεια που προσφέρει η ιδιαίτερη και άκρως τεχνική ιδιωτική πίστα της Goodyear-Dunlop και κρατώντας τις ίδιες street μοτοσυκλέτες, το Roadsmart IV μας αποκαλύπτεται πλήρως. Υψηλός βαθμός κλίσης που έρχεται αβίαστα και δεν προκύπτει από υπερ-προσπάθεια, ακριβώς το αντίθετο. Εμπιστοσύνη στο εμπρός ελαστικό που έχει ομοιογένεια στην συμπεριφορά του σε όλες τις μοίρες που συναντά την άσφαλτο και ταχύτητα προσαρμογής στις αλλαγές κλίσης σε ρυθμό που ξεφεύγει από την σπορ οδήγηση στον δρόμο, είναι το συμπέρασμα μετά από αρκετούς γύρους στην πίστα, φανερώνοντας τα υψηλά όρια που έχει το Roadsmart IV.

Στην πίστα – λίμνη, ο στόχος της Dunlop ήταν να βελτιώσει την απόδοση μεταξύ 7ο και 30ο κλίσης που θεωρεί πως είναι το μέσο εύρος κλίσης των αναβατών σε βρεγμένους δημόσιους δρόμους. Βασικό σημείο αναφοράς όμως για τους περισσότερους όταν οδηγούν σε καταρρακτώδη βροχή είναι οι 20ο κλίσης, κι εκεί το ελαστικό έχει 46 τετραγωνικά εκατοστά επαφής με την άσφαλτο, δηλαδή τρία περισσότερα από το Roadsmart III. Την έκδοση αυτή είχαμε δοκιμάσει στην ίδια ακριβώς πίστα έναντι όμως του ανταγωνισμού που βγήκε τότε καλύτερο ελαστικό και τώρα το δοκιμάζαμε έναντι της νέας του έκδοσης. Βέβαια και ο ανταγωνισμός έχει βελτιωθεί από τότε και μάλιστα αρκετά, είναι όμως χαρακτηριστικό πως το Roadsmart IV είχε βελτιωθεί αρκετά έναντι του III που τα οδηγούσαμε εναλλάξ σε ίδιο μοντέλο μοτοσυκλέτας. Να σημειωθεί πως στο παραπάνω εμβαδό ελαστικού αντιστοιχεί ποσοστό αυλακώσεων που αγγίζει το 12,6% έναντι 10,3% στο προηγούμενο μοντέλο που δεν είναι μικρή διαφορά. Ακόμη περισσότερα για το βρεγμένο αλλά και για τα δυναμικά χαρακτηριστικά του Roadsmart IV, διαβάζετε στο τεύχος #629 του ΜΟΤΟ.

Με διάφορες εκδόσεις για να προσαρμόζεται το ελαστικό σε βαρύτερες και πιο τουριστικές μοτοσυκλέτες, καθώς και πλήθος διαστάσεων το Roadsmart IV είναι ένα από τα πιο σημαντικά ελαστικά στην τεράστια γκάμα της Dunlop γιατί την φέρνει κοντά σε εκατοντάδες χιλιάδες αναβάτες. Ενώ οι sport-touring μοτοσυκλέτες έχουν πρακτικά εξαφανιστεί, τα sport-touring ελαστικά μονοπωλούν εδώ και χρόνια τις πωλήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο και όχι μόνο στην Ευρώπη και χρησιμοποιούνται σε καθημερινή βάση από μεγάλο εύρος των street μοτοσυκλετών. Για αυτό ακριβώς τον λόγο, η Dunlop επένδυσε αρκετά στην εξέλιξή του και του έδωσε δυναμικά στοιχεία για να είναι σύντροφος όλες τις ώρες, σε όλες τις καιρικές συνθήκες αλλά και σε κάθε ρυθμό οδήγησης.