Maverick Vinales: Κάτοικος Qatar με στόχο την κορυφή

Μια προσπάθεια να εξελιχθεί σε όλους τους τομείς
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

9/12/2019

Τα πράγματα στα MotoGP έχουν αλλάξει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Από την εποχή που οι αναβάτες έπιναν αλκοόλ και κάπνιζαν πάνω στη μοτοσυκλέτα τους πριν την εκκίνηση (βλ. Barry Sheene) έχουμε φτάσει στο άλλο άκρο, που υποβάλλουν τον εαυτό τους σε ένα εξαντλητικό πρόγραμμα, τόσο διατροφής όσο και προπόνησης, τα οποία επιμελούνται από ειδικούς διατροφολόγους, γυμναστές κ.ο.κ. Αυτές είναι μερικές από τις “θυσίες” που πρέπει να κάνει πλέον κάποιος, αν θέλει να αποκομίσει το 100% (κάποιες φορές το 110%) του δυναμικού του, αφού ο ανταγωνισμός έχει φτάσει σε άλλο επίπεδο. Από την άλλη, η πίεση που δημιουργείται μέσα από αυτή τη διαδικασία είναι τεράστια και σε συνδυασμό με τα ψυχολογικά παιχνίδια που κάνουν οι αναβάτες μεταξύ τους, μπορεί να οδηγήσει πολλές φορές και στην ψυχολογική κατάρρευση, με πιο πρόσφατο και αντιπροσωπευτικό παράδειγμα τον Johann Zarco.

Επάνω σε αυτό το πλαίσιο κινήθηκε και ο Maverick Vinales, εργοστασιακός αναβάτης της Yamaha και ομόσταβλος του Γιατρού, όταν αποφάσισε να γίνει μόνιμος κάτοικος του Qatar από τον Σεπτέμβρη που μας πέρασε. Οι λόγοι είναι πολλοί, όπως ανέφερε σε μια πρόσφατη συνέντευξή του. Ο πιο σημαντικός ήταν πως θα συνεργαστεί με την Qatar Motorsports Academy και το Losail Ciruit Sports Club, με στόχο να γίνει ακόμη πιο ανταγωνιστικός και να φτάσει πιο κοντά στο να εκπληρώσει το στόχο του, που δεν είναι άλλος απ’ το να γίνει Παγκόσμιος Πρωταθλητής. Οι θερμοκρασίες στο Qatar είναι πολύ καλύτερες για προπόνηση αυτό το διάστημα αφού κυμαίνονται από 25 έως 30 οC και δεν θα χρειάζεται να πραγματοποιούνται σε κλειστούς χώρους. Παράλληλα θα μπορεί να πηγαίνει και σε track day με τις συνθήκες να είναι ιδανικές -σχεδόν πάντα- πράγμα που δεν θα μπορούσε να κάνει αν έμενε στη χιονισμένη Andorra της Ισπανίας.

Στον περσινό αγώνα του Qatar, είχε επισκεφτεί την ακαδημία και είχε εντυπωσιαστεί με τις εγκαταστάσεις της, αλλά και τους προπονητές που διαθέτει. Πολλοί από αυτούς είναι πρώην αγωνιζόμενοι στα MotoGP και είναι αρκετά γρήγοροι και ανταγωνιστικοί μέσα στην πίστα, έχοντας έτσι τη δυνατότητα να πιέσουν τον Vinales και να του δώσουν το κίνητρο για περαιτέρω βελτίωση. Όπως τόνισε μάλιστα, δεν έχει σημασία ότι δεν θα βρίσκεται στη σέλα της Μ1, αφού ο ανταγωνισμός είναι το ζητούμενο, ο οποίος θα υπάρχει αφου θα οδηγά μοτοσυκλέτες αντίστοιχων επιδόσεων με αυτές των προπονητών του. Παράλληλα, ο ίδιος συνεργάζεται και με την Aspire, μια υπερσύγχρονη αθλητική ακαδημία με εκπληκτικές εγκαταστάσεις. Η οδήγηση της μοτοσυκλέτας διαφοροποιείται κατά πολύ απ’ τα περισσότερα αθλήματα και οι μύες των αναβατών χρειάζεται να έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά –αν θέλετε- ώστε να ανταπεξέλθουν πλήρως στις αντίξοες συνθήκες που καταπονούν το σώμα. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα, που ορισμένοι αναβάτες υποβάλλονται σε επεμβάσεις, όπως αυτή που έκανε στους πήχεις ο Quartararo για να αφαιρέσει τους υμένες των μυών, ώστε να μπορούν να διαστέλλονται κατά τη διάρκεια του αγώνα. Στην περίπτωση του Vinales και της Aspire, ο στόχος τους είναι δημιουργήσουν ένα εξειδικευμένο πρόγραμμα προπόνησης που αφενός μεν να ενισχύει την αντοχή και αφετέρου να δίνει τα ζητούμενα χαρακτηριστικά σε διάφορες μυϊκές ομάδες, όπως παραδείγματος χάριν στους τετρακέφαλους που πρέπει να μην πιάνονται όταν είναι σφιγμένοι, με τα γόνατα σε κλειστή γωνία.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο όμως είναι πως η Aspire δεν εστιάζει αυστηρά στην φυσική κατάσταση, αλλά δίνει και τη δέουσα σημασία στην ψυχική υγεία των αθλητών της. Μέσα από το πρόγραμμά της ενημερώνει και “εκπαιδεύει” τα μέλη της σχετικά με τη διαχείριση δύσκολων καταστάσεων, όπως φερ’ ειπείν να μη χάνουν την ψυχραιμία τους σε δύσκολες περιόδους. Κάτι που δεν κατάφερε να κάνει ο Zarco, όταν από εκεί που μαχόταν για μια θέση στο βάθρο στη σέλα της Μ1, βρέθηκε στις τελευταίες θέσεις με την ΚΤΜ.

Η επιλογή του Vinales να μετακομίσει στο Qatar δείχνει ιδανική μέσα απ’ τις συνεργασίες του και είναι σίγουρο πως απ’ την πλευρά του θα καταβάλει το 100% για να είναι όσο ανταγωνιστικός γίνεται. Έτσι, το μπαλάκι πέφτει στη Yamaha και οφείλει να φανεί αντάξια των προσδοκιών, προσφέροντας μια ανταγωνιστική μοτοσυκλέτα. Όπως ανέφερε ο Vinales, στόχος τους είναι να εξελίξουν την Μ1 και να γίνει ανταγωνιστική σε όλες τις πίστες και καιρικές συνθήκες και παράλληλα να βελτιωθεί η συμπεριφορά της στις παρατεταμένες στροφές και στις μεγάλες ευθείες.

Ετικέτες

Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.