Ατυχήματα με μοτοσυκλέτες: Ανατροπή στερεοτύπων για την ταχύτητα!

Η λάθος κατεύθυνση των μέχρι τώρα αναλύσεων
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

12/3/2020

Για πάρα πολλά χρονιά, επικρατούσε (ή μάλλον επικρατεί ακόμη και σήμερα σε μεγάλο βαθμό) η αντίληψη ότι όσο πιο αργά οδηγείς, τόσο πιο ασφαλής είσαι. Επιφανειακά, αυτό δείχνει λογικό καθώς οι χαμηλότερες ταχύτητες σου δίνουν περισσότερο χρόνο να αντιδράσεις στα εμπόδια και τους κινδύνους, ενώ απαιτείται μικρότερη σωματική προσπάθεια δίνοντας παράλληλα και περισσότερο χρόνο στους άλλους οδηγούς, να αντιδράσουν κι αυτοί με την σειρά τους.

Μια έρευνα όμως που έγινε πέρσι και τα αποτελέσματά της δημοσιεύθηκαν πριν λίγες μέρες, αποδεικνύει ότι τα ατυχήματα με μοτοσυκλέτες είναι πολύ πιο πολύπλοκα από αυτή την απλοϊκή σκέψη, ενέχοντας και πολλούς τυχαίους παράγοντες. Μέσα από αυτή την έρευνα φαίνεται ότι η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας δεν αποτελεί πάντα τον καθοριστικό παράγοντα για το αν ένας αναβάτης θα τραυματιστεί ή όχι και ότι οι μέχρι τώρα αναλύσεις, στρέφονταν προς την λάθος κατεύθυνση!

Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία της έρευνας με αναφορές από χιλιάδες ατυχήματα, τα περισσότερα από αυτά είχαν συμβεί μεσημέρι προς απόγευμα Σαββάτου, μεταξύ 15:0 και 16:00. Μάλιστα, όσοι πήραν μέρος στην έρευνα απάντησαν ότι η ορατότητα την ώρα του ατυχήματος ήταν καλή, με ένα ποσοστό άνω του 60% να καταθέτει ότι το ατύχημά τους συνέβη ενώ επικρατούσαν άριστες καιρικές συνθήκες.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στατιστικά, είναι αυτό που δείχνει ότι δεν υπάρχει άμεση σύνδεση μεταξύ της ταχύτητας της μοτοσυκλέτας και της σοβαρότητας του τραυματισμού, ή του χρόνου νοσηλείας που απαιτήθηκε. Αντιθέτως, η σοβαρότητα του τραυματισμού και ο χρόνος που πέρασαν οι αναβάτες στο νοσοκομείο είναι ένας σχεδόν τυχαίος παράγοντας, καθώς σοβαροί τραυματισμοί καταγράφηκαν σε διαφορετικές ταχύτητες.

Προσοχή όμως να εξηγηθούμε, για να μην παρεξηγηθούμε. Σε καμία περίπτωση δεν λέμε ότι πρέπει να αμοληθείτε με τις μοτοσυκλέτες σας και να τερματίσετε τα κοντέρ, γιατί αυτό είναι ασφαλέστερο. Αυτό που λέμε εμείς και που τονίζεται από την συγκεκριμένη έρευνα, είναι ότι στην περίπτωση ενός ατυχήματος με μοτοσυκλέτα, δεν ισχύει πάντα η άποψη ότι φταίει ο αναβάτης και το ότι οδηγούσε πολύ γρήγορα.

Σε ό,τι αφορά την έρευνα, αυτή διεξήχθη σε 1.578 μοτοσυκλετιστές από την Ευρώπη, τις Η.Π.Α., την Ν. Αμερική, την Ασία και την Αυστραλία, με την αρωγή του SMC (Sveriges MotoRyklister) και της FIM, από τους Elaine Hardy, Martin Winkelbauer, Dimitri Margaritis (και ελληνικό στοιχείο…) και James Ouellet. Όλοι τους έχουν μεγάλη εμπειρία στο θέμα των ατυχημάτων με μοτοσυκλέτες και έχουν εργαστεί και στο πεδίο της πραγματογνωμοσύνης των ατυχημάτων. Οι απαντήσεις των μοτοσυκλετιστών δόθηκαν μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας και όλοι τους είχαν εμπλακεί σε ένα τουλάχιστον ατύχημα τα τελευταία δέκα χρόνια. Το ερωτηματολόγιο αποτελούνταν από 39 ερωτήσεις, οι οποίες κάλυπταν θέματα όπως το επίπεδο της οδηγικής εμπειρίας, την κατηγορία του διπλώματος οδήγησης, τον εξοπλισμό του αναβάτη (ένδυση και κράνος), τον τύπο της μοτοσυκλέτας, τον κυβισμό της, τις συνθήκες του δρόμου και τα δυναμικά στοιχεία του ατυχήματος (ταχύτητα, φρένα, ABS, ζημιές, τραυματισμοί και χρόνος νοσηλείας).

Για όσους θέλουν να διαβάσουν την πλήρη έρευνα των 124 σελίδων, μπορούν να την βρουν εδώ.

Ιταλία: Υποχρεωτικές πινακίδες για ηλεκτρικά πατίνια και χάος από την πρώτη μέρα

Από την Κυριακή 17 Μαΐου ισχύει ο νέος νόμος, φόβος για τσουνάμι ενστάσεων
πατίνι
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

18/5/2026

Η Ιταλία έχει από χτες, Κυριακή 17/5, θέσει σε ισχύ έναν νέο νόμο που προβλέπει πως τα ηλεκτρικά πατίνια θα πρέπει υποχρεωτικά να εκδίδουν πινακίδες κυκλοφορίας, τόσο τα ιδιωτικά, όσο και αυτά που ανήκουν σε εταιρικούς στόλους ως ενοικιαζόμενα.

Οι πινακίδες αυτές είναι πλαστικά αυτοκόλλητα διαστάσεων 5x6 εκατοστά, τα οποία εκδίδονται από δημόσια αρχή μέσω ειδικής ιστοσελίδας με προδιαγραφές που εγγυώνται τη γνησιότητά τους, μη επιτρέποντας την αντιγραφή τους και με κόστος περίπου 35 ευρώ για τον ιδιοκτήτη. Η τοποθέτησή τους πρέπει να γίνεται είτε σε ειδική βάση, όπως στις μοτοσυκλέτες, ή στην κολώνα του τιμονιού αν δεν έχουν άλλη βάση.

Μόνο που η πρεμιέρα του νέου νόμου δεν ήταν τόσο βελούδινη όσο θα ήθελε ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών (και πρώην πρωθυπουργός), Matteo Salvini, καθώς αντιμετωπίζει δύο σοβαρότατα προβλήματα.

Το πρώτο αφορά στις καθυστερήσεις έκδοσης των πινακίδων, με τις πρώτες εκτιμήσεις να μιλούν για πάνω από 15.000 οχήματα σε αναμονή για να μπορέσουν να κυκλοφορήσουν. Η συντριπτική τους πλειοψηφία είναι ενοικιαζόμενα, έτσι η απουσία πινακίδων είναι σοβαρότατο πρόβλημα με άμεσες και μετρήσιμες συνέπειες.

Γι’ αυτό μάλιστα η οργάνωση προστασίας καταναλωτών Codacons έχει ζητήσει παράταση ισχύος του μέτρου από την κυβέρνηση, χωρίς ωστόσο να εισακουστεί. Στο μεταξύ η αστυνομία της πόλης Bari διαφημίζει τους αυστηρούς ελέγχους που έχει ξεκινήσει από τις πρώτες ώρες της Κυριακής, πιάνοντας μόνο την πρώτη μέρα 10 πατίνια χωρίς πινακίδες, με πρόστιμα που φτάνουν ως τα 400 ευρώ.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι η κλοπή των πινακίδων. Από την πρώτη μέρα ένας μεγάλος αριθμός πατινιών που κυκλοφόρησαν κανονικά με τις πινακίδες τους βρέθηκαν άνευ, καθώς κάποιοι έσπευσαν να τις ξεκολλήσουν, κάτι που όπως φαίνεται δεν είναι και πολύ δύσκολο, ειδικά όταν μιλάμε για στόλους ενοικιαζόμενων που παρκάρουν στον δρόμο όλη μέρα.

Και εδώ αναδεικνύεται ένα τρίτο ζήτημα, καθώς οι πινακίδες δεν συνδέονται με συγκεκριμένο πατίνι, αλλά με το ΑΦΜ του ιδιοκτήτη – λογικότατα, αφού θα χρειαζόταν αριθμός πλαισίου και κινητήρα για να ταυτοποιηθεί το όχημα. Εύκολα κάποιος μπορεί χρησιμοποιεί την ίδια πινακίδα για διάφορα πατίνια, όσο εύκολα μπορεί να βγάλει την αυτοκόλλητη πινακίδα και είτε να ισχυριστεί πως του την έκλεψαν, ή να κλέψει μια ξένη για το δικό του.

Τα παραπάνω αρχίζουν λοιπόν να αγχώνουν τις ιταλικές αρχές, με κάποιες φωνές, όπως η Codacons, να προβλέπουν τσουνάμι ενστάσεων κατά προστίμων με εύλογες δικαιολογίες, όπως υπάρχει και κίνδυνος για σωρεία μηνύσεων από εταιρείες ενοικίασης για απώλεια εισοδήματος. Γεγονός που κάνει την όλη υπόθεση να θυμίζει πολύ την τυπική ελληνική πραγματικότητα: μέτρα στο πόδι, με τη δημόσια εικόνα της κυβέρνησης να λειτουργεί τόσο ως αφορμή, όσο και ως τελικός στόχος των μέτρων.