Benelli QJ 600N: Αλλάζει για άλλη μια φορά!

Προχωρά και η εξέλιξη του Imperiale 530
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

8/4/2020

Μερικούς μήνες νωρίτερα, σας είχαμε παρουσιάσει τα σχέδια της Benelli QJ για το 2020 και πώς θα κινηθεί μέσα στη χρονιά, σε ό,τι αφορά την εξέλιξη και παραγωγή νέων μοντέλων, βάσει στοιχείων που είχαν διαρρεύσει κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης τύπου του κινέζικου κολοσσού στους συνεργάτες του.

Όπως είχαμε αναφέρει και τότε, η Benelli QJ ασχολήθηκε αρχικά με τη σχεδίαση των νέων μοντέλων και το τετρακύλινδρο 600Ν είναι το πρώτο της λίστας. Μάλιστα, η κινέζικη εταιρεία θα επενδύσει αρκετά πάνω στον κινητήρα του 600Ν χωρητικότητας 599cc, με ιπποδύναμη που αναμένεται να φτάνει τα 86 άλογα, καθώς θα χρησιμοποιηθεί και σε άλλα μοντέλα που θα δούμε στο μέλλον.

Από την άλλη, η πορεία του πρωτότυπου 600Ν θυμίζει την Οδύσσεια, καθώς ανά καιρούς η Benelli QJ έχει κατοχυρώσει φωτογραφίες από διάφορες παραλλαγές του, θολώνοντας τα νερά σχετικά με το ποια θα είναι η τελική μορφή του μοντέλου. Λέμε πως θολώνει τα νερά, διότι όταν μια εταιρεία καταθέτει φωτογραφίες ή λεπτομερείς ψηφιακές απεικονίσεις από ένα μοντέλο της, το κάνει για να κατοχυρώσει την τελική του μορφή, όμως η Benelli QJ φαίνεται πως αποτελεί εξαίρεση. Σε αυτό το σημείο να θυμίσουμε πως το προηγούμενο μοντέλο δεν πληρούσε τις προδιαγραφές Euro4 και ήταν διαθέσιμο μόνο για τις ασιατικές αγορές.

Η πιο πρόσφατη φωτογραφία του 600Ν, αποκαλύπτει πως η εταιρεία εστίασε στη δημιουργία ενός νέου LED προβολέα, εμφανώς επηρεασμένη απ’ τις σχεδιαστική φιλοσοφία των Ζ της Kawasaki, ενώ LED είναι και τα φλας – κάτι που δεν αποτελεί έκπληξη καθώς τα περισσότερα μοντέλα της Benelli είναι εφοδιασμένα με full LED τεχνολογία. Επίσης, διακρίνονται και τα όργανα που αποτελούνται από μια έγχρωμη οθόνη, την οποία είχαμε δει και στο παρελθόν, ενώ παραμένει άγνωστο το αν θα διαθέτουν δυνατότητα σύνδεσης με smartphone. Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο, το οποίο έχει παραμείνει αναλλοίωτο σε όλες τις προτάσεις του 600Ν που έχουν εμφανιστεί, είναι η τεράστια κάτω πλάκα του πιρουνιού, που συγκρατεί τα καλάμια με τρεις βίδες παρακαλώ. Η εμφάνιση της υπόλοιπης μοτοσυκλέτας ταιριάζει με τις πιο πρόσφατες φωτογραφίες του 600Ν που είχαν παρουσιαστεί και δεν εντοπίζονται διαφορές.

Μαζί με το 600Ν, η Benelli QJ κατέθεσε και τη φωτογραφία του Impierale 530, την μεγαλύτερη σε κυβισμό έκδοση του Imperiale 400. Ωστόσο, το όνομα της μοτοσυκλέτας που κατατέθηκε είναι το BJ500, οπότε ενδεχομένως ο μονοκύλινδρος κινητήρας να είναι 500cc και όχι 530cc. Η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ του BJ500 και του Imperiale 400 είναι ότι διαθέτει ενιαία σέλα και ότι δεν έχει τη χειρολαβή που υπήρχε πάνω απ’ το πίσω φανάρι στο 400. Στο τομέα των επιδόσεων ο μεγαλύτερης χωρητικότητας κινητήρας αναμένεται να σπάσει το φράγμα των 30 ίππων, την ώρα που το Imperiale 400 αποδίδει 21,5hp.

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα της Benelli το 600Ν θα παρουσιαστεί το Μάιο, ενώ το κλασσικό μοντέλο της γκάμας της λίγο αργότερα, τον Ιούλιο. Ωστόσο, με τον κορωνοϊό να επηρεάζει τα πάντα, είναι πολύ πιθανόν να υπάρξουν καθυστερήσεις.

Bγαίνει σε δημοπρασία MV Agusta 750 S του 1974 με αυθεντικούς αριθμούς πλαισίου και κινητήρα

Από τα τελευταία μοντέλα παραγωγής - Ελάχιστα χρησιμοποιημένη
1974 - MV Agusta 750 S
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

6/7/2026

Μία από τις πιο σπάνιες και επιθυμητές κλασικές MV Agusta πρόκειται να αλλάξει χέρια μέσω δημοπρασίας στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Πρόκειται για μία MV Agusta 750 S του 1974, από τις τελευταίες που κατασκευάστηκαν πριν ολοκληρωθεί η παραγωγή του μοντέλου το 1975, με την εκτιμώμενη αξία της να κυμαίνεται από 60.000 έως 70.000 λίρες Αγγλίας (περίπου 70.000 έως 81.000 ευρώ).

Από τις πίστες του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος στους δρόμους

Η MV Agusta κυριάρχησε στους αγώνες Grand Prix τη δεκαετία του 1950 και του 1960, κατακτώντας συνολικά 17 συνεχόμενους τίτλους στην κατηγορία των 500 κ.εκ. από το 1958 έως και το 1974, ένα επίτευγμα που παραμένει αξεπέραστο μέχρι σήμερα.

Η επιτυχία αυτή οδήγησε την ιταλική εταιρεία στην παρουσίαση της πρώτης τετρακύλινδρης μοτοσυκλέτας παραγωγής το 1965, της MV Agusta 600. Ωστόσο, η επιλογή του κόμη Agusta να σχεδιαστεί ως sport touring μοντέλο και όχι ως καθαρόαιμη sport μοτοσυκλέτα περιόρισε σημαντικά την εμπορική της επιτυχία.

Η απάντηση ήρθε το 1969 με την 750 S, μία μοτοσυκλέτα που αξιοποιούσε την τεχνογνωσία των αγωνιστικών της εταιρείας και απέκτησε αμέσως τη φήμη που άξιζε στο όνομα MV Agusta.

1974 - MV Agusta 750 S

Αγωνιστική τεχνολογία για χρήση στον δρόμο

Η 750 S χρησιμοποιούσε έναν τετρακύλινδρο εν σειρά κινητήρα με σαφείς καταβολές από τις εργοστασιακές αγωνιστικές μοτοσυκλέτες της MV Agusta. Διέθετε κάρτερ και κυλινδροκεφαλή από χυτό αλουμίνιο, επικεφαλής εκκεντροφόρους που έπαιρναν κίνηση μέσω γραναζιών από τον στρόφαλο και τέσσερα καρμπιρατέρ της Dell'Orto.

Η ισχύς έφθανε τους 66 ίππους στις 8.000 στροφές ανά λεπτό, ενώ η τελική ταχύτητα ξεπερνούσε τα 190 χλμ./ώρα, τοποθετώντας την ανάμεσα στις ταχύτερες μοτοσυκλέτες παραγωγής της εποχής.

1974 - MV Agusta 750 S

Στα τελευταία χρόνια παραγωγής της, η 750 S εξελίχθηκε περαιτέρω, αποκτώντας μεγαλύτερη απόδοση αλλά και δύο εμπρός δισκόφρενα, αντικαθιστώντας το ταμπούρο. Συνολικά κατασκευάστηκαν μόλις 583 μοτοσυκλέτες μέχρι το τέλος της παραγωγής το 1975, γεγονός που την καθιστά μία από τις πιο συλλεκτικές MV Agusta όλων των εποχών.

Ένα από τα τελευταία αντίτυπα που κατασκευάστηκαν

Η μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας παράχθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1974 και αποτελεί μία από τις τελευταίες 750 S που βγήκαν από τη γραμμή παραγωγής του εργοστασίου στο Cascina Costa.

Σύμφωνα με επιστολή του αείμνηστου E. P. Eacott, πρώην υπεύθυνου ανταλλακτικών της λέσχης ιδιοκτητών MV Agusta της Μεγάλης Βρετανίας, το πλαίσιο με αριθμό MV4C75 2140599 κατασκευάστηκε μαζί με τον κινητήρα 2140572, διατηρώντας μέχρι σήμερα τους εργοστασιακούς αριθμούς πλαισίου και κινητήρα, στοιχείο που αυξάνει σημαντικά τη συλλεκτική της αξία.

1974 - MV Agusta 750 S

Η συγκεκριμένη 750 S παραδόθηκε καινούργια στη W. H. Lowe Pty. Co. Ltd. στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, επίσημη αντιπρόσωπο τότε των Ferrari, Lancia και MV Agusta.

Από την Αυστραλία στη Βρετανία και σε ιδιωτική συλλογή

Το 1984 αγοράστηκε στο Sidney από τον Roger Thomas, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα τη μετέφερε μαζί του στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Από το 1994 βρίσκεται στην ίδια οικογένεια, αφού αποκτήθηκε μέσω δημοπρασίας του Sotheby's, ενώ όλα αυτά τα χρόνια χρησιμοποιήθηκε ελάχιστα, περνώντας το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της ως έκθεμα σε ιδιωτική συλλογή.

1974 - MV Agusta 750 S

Το οδόμετρο δείχνει μόλις 12.241 μίλια και, σύμφωνα με τον σημερινό ιδιοκτήτη, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα αυτή να είναι η πραγματική συνολική απόσταση που έχει διανύσει από καινούργια.

Σχεδόν απόλυτα αυθεντική, αλλά χρειάζεται επαναφορά σε λειτουργία

Η δημοπρασία αναφέρει ότι το ρεζερβουάρ έχει βαφτεί εκ νέου κάποια στιγμή στο παρελθόν, όμως κατά τα άλλα η μοτοσυκλέτα θεωρείται σε μεγάλο βαθμό αυθεντική.

Παράλληλα, λόγω της πολυετούς ακινησίας, θα χρειαστεί πλήρη επαναφορά σε λειτουργική κατάσταση πριν επιστρέψει στον δρόμο.

1974 - MV Agusta 750 S

Η μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από το παλαιού τύπου βρετανικό έγγραφο ταξινόμησης V5, καθώς και επιπλέον ιστορική αλληλογραφία που τεκμηριώνει την προέλευσή της.

Για τους συλλέκτες ιστορικών μοτοσυκλετών, μία 750 S, με εργοστασιακούς αριθμούς πλαισίου και κινητήρα, γνωστό ιστορικό ιδιοκτησίας και παραγωγή που περιορίστηκε σε μόλις 583 μονάδες, αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές εμφανίσεις σε δημοπρασία των τελευταίων ετών.

Στην ίδια δημοπρασία, πέρα από την ιταλική μοτοσυκλέτα, στο Εθνικό Μουσείο Μοτοσυκλέτας της Βρετανίας στο Solihull θα διατεθεί και η γνωστή custom μοτοσυκλέτα Viper V10 του Allen Millyard.

1974 - MV Agusta 750 S