BMW M4 CS Edition VR46 - Γιορτάζοντας τα 46α γενέθλια του Valentino Rossi με μοναδικό τρόπο

Δυο εκδόσεις περιορισμένης παραγωγής με 46 αντίτυπα έκαστη, και με τον "Γιατρό" να έχει βοηθήσει στη σχεδίασή τους
BMW M4 CS Edition VR46
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

26/2/2025

Ο Valentino Rossi με το #46 έκλεισε τα 46 και η BMW M ετοίμασε το τέλειο δώρο για τον εννέα φορές Παγκόσμιο Πρωταθλητή και νυν εργοστασιακό οδηγό της BMW M: την BMW M4 CS Edition VR46, η οποία σχεδιάστηκε με τη συνδρομή του ίδιου του "Γιατρού"!

Αυτή η αποκλειστική έκδοση, που κατασκευάζεται στο εργοστάσιο του BMW Group στο Dingolfing, προσφέρεται σε δύο χαρακτηριστικές σχεδιαστικές παραλλαγές: Sport και Style. Ο "Γιατρός" συμμετείχε ενεργά στη διαδικασία σχεδιασμού και των δύο εκδόσεων, οι οποίες θα κατασκευαστούν σε περιορισμένο αριθμό 46 αντιτύπων. Το διάσημο σε όλο τον κόσμο #46, σήμα κατατεθέν του Rossi, εμφανίζεται σε πολλά σημεία της BMW M4 CS Edition VR46, όπως στις πόρτες και στην οροφή, η οποία είναι φτιαγμένη από πλαστικό ενισχυμένο με ανθρακονήματα (CFRP).

Το κερασάκι στην τούρτα είναι πως όσοι αγοράσουν μία BMW M4 CS Edition VR46 θα έχουν τη μοναδική ευκαιρία για μία αποκλειστική, προσωπική συνάντηση με τον Valentino Rossi στο VR46 Motor Ranch στην Tavullia (Ιταλία) και μια εμπειρία οδήγησης BMW M στην πίστα Misano (Ιταλία).

BMW M4 CS Edition VR46

Η BMW M4 CS Edition VR46 διαφέρει από την BMW M4 CS εν πρώτοις χάρη στα δύο αποκλειστικά φινιρίσματα της BMW Individual, τα οποία συνδυάζονται με τις πολλές γυμνές επιφάνειες από carbon, όπως οι εσοχές στο καπό. Επιπλέον, υπάρχουν πολλές αποκλειστικές λεπτομέρειες τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά. Η συνολική χρωματική φιλοσοφία των δύο εκδόσεων είναι εμπνευσμένη από τις αγαπημένες αποχρώσεις και το εκφραστικό στυλ του Valentino Rossi. Για παράδειγμα, η έκδοση "Sport" έχει μεταλλικό φινίρισμα Marina Bay Blue, ενώ και στις δύο πλευρές του αυτοκινήτου εμφανίζεται ένα υπερμέγεθες "46" στο πιο σκούρο μεταλλικό Tanzanite Blue. Στη σχεδιαστική παραλλαγή "Style", το αμάξωμα διατίθεται σε ματ μεταλλικό φινίρισμα Frozen Tanzanite Blue, με το "46" αυτή τη φορά σε μεταλλικό Frozen Marina Bay Blue και στις δύο πλευρές.

Αποτίνοντας φόρο τιμής στον αγαπημένο χρωματικό συνδυασμό του Rossi, το περίγραμμα της μάσκας "νεφρών" της BMW M και μία από τις ακτίνες σχήματος V στις σφυρήλατες ζάντες ελαφρού κράματος M -η οποία, όπως και στα αγωνιστικά αυτοκίνητα, υποδεικνύει τη θέση της βαλβίδας του ελαστικού- είναι βαμμένες σε έντονο κίτρινο χρώμα, όπως και οι δαγκάνες των φρένων με το λογότυπο M και η διακοσμητική λωρίδα πάνω από τα πλαίσια των θυρών της έκδοσης "Sport". Η οροφή από ανθρακονήματα -όπως και τα βαμμένα στο χέρι πλαϊνά του αυτοκινήτου- κοσμείται με ένα μεγάλο λογότυπο VR46 (επίσης σε κίτρινο χρώμα) και την υπογραφή του Rossi. Στην πίσω πόρτα υπάρχει η επιγραφή VR46.

BMW M4 CS Edition VR46

Οι κίτρινες λεπτομέρειες απαντώνται και στο εσωτερικό της BMW M4 CS Edition VR46, που έχει ως βασικό χρώμα το Night Blue. Τα μπάκετ καθίσματα M Carbon είναι επενδεδυμένα με δέρμα Merino σε χρωματικό συνδυασμό Black/Night Blue. Η απόχρωση Sao Paulo Yellow στην περιοχή των ώμων, η οποία φέρει επένδυση Alcantara, προσφέρει μια μοναδική αντίθεση. Τα προσκέφαλα όπως και τα διακοσμητικά των μαρσπιέ φέρουν το χαρακτηριστικό κίτρινο λογότυπο VR46. Επιπλέον, το τιμόνι M Alcantara με τις τρεις ακτίνες και την επίπεδη στεφάνη στο κάτω μέρος έχει κίτρινες ραφές και κίτρινη σήμανση για τη θέση της ευθείας. Σε όλα τα μοντέλα της έκδοσης Edition VR46, στην κεντρική κονσόλα από ανθρακονήματα υπάρχει μια σήμανση του τύπου "1/46", υποδεικνύοντας ότι κάθε μοντέλο Sport ή Style είναι ένα αντίτυπο της παρτίδας περιορισμένης παραγωγής.

Η καρδιά της BMW M4 CS Edition VR46 είναι ένας υψηλόστροφος εξακύλινδρος εν σειρά κινητήρας 3,0 λίτρων με τεχνολογία M TwinPower Turbo που δημιουργήθηκε με γνώμονα τις επιδόσεις στην πίστα. Η αύξηση της μέγιστης πίεσης υπερπλήρωσης των δύο mono-scroll υπερσυμπιεστών στα 2,1 bar, καθώς και οι ειδικές βελτιώσεις στη διαχείριση του κινητήρα, έχουν ως αποτέλεσμα η απόδοση του κινητήρα της εν λόγω έκδοσης να φτάνει τα 405 kW/550 hp. Αυτή η ισχύς μεταφέρεται στο δρόμο μέσω ενός οκτατάχυτου κιβωτίου M Steptronic, του προηγμένου συστήματος τετρακίνησης M xDrive και του ενεργού διαφορικού M. Η ταχύτατη απόδοση της ισχύος σε συνδυασμό με την βελτιωμένη πρόσφυση επιτρέπουν στο αυτοκίνητο να επιταχύνει από 0 στα 100 km/h σε μόλις 3,4 δευτερόλεπτα και από 0 στα 200 km/h σε 11,1 δευτερόλεπτα. Χρησιμοποιώντας τη μέθοδο "1-foot rollout", οι χρόνοι μειώνονται σε 3,1 δευτερόλεπτα για το σπριντ από 0 έως 100 km/h και 10,8 δευτερόλεπτα για το 0 - 200 km/h. Η επιτάχυνση από 80 στα 120 km/h απαιτεί 2,6 δευτερόλεπτα με τέταρτη σχέση και 3,3 δευτερόλεπτα με πέμπτη. Η τελική ταχύτητα του μοντέλου, το οποίο περιλαμβάνει το M Driver's Package, περιορίζεται ηλεκτρονικά στα 302 km/h.

Την εξαιρετική απόκριση του κινητήρα αναβαθμίζει μια ειδική και πιο άκαμπτη βάση πλαισίου. Αυτή η άκαμπτη σύνδεση μεταξύ του κινητήριου συνόλου και της δομής του οχήματος εξασφαλίζει άμεση μετάδοση της ισχύος στο σύστημα μετάδοσης κάθε φορά που ο οδηγός πατά το πεντάλ του γκαζιού. Το σύστημα λίπανσης -όπως και το σύστημα ψύξης- έχει σχεδιαστεί για να αντιμετωπίζει τις ιδιαίτερες προκλήσεις της χρήσης σε πίστα, όπως τη λειτουργία του κινητήρα σε υψηλούς ρυθμούς περιστροφής και τις ακραίες πλευρικές επιταχύνσεις. Η απόδοση ισχύος του κινητήρα συνοδεύεται από τον συναρπαστικό ήχο που παράγεται από το διπλής διακλάδωσης σύστημα εξαγωγής, το οποίο διαθέτει ηλεκτρικά ελεγχόμενα πτερύγια, πίσω σιλανσιέ μειωμένου βάρους από τιτάνιο και -όπως συνηθίζεται στα μοντέλα M- δύο ζεύγη απολήξεων βαμμένων σε ματ μαύρο.

BMW M4 CS Edition VR46

Η τεχνολογία πλαισίου της νέας BMW M4 CS Edition VR46 έχει προσαρμοστεί με ακρίβεια στα χαρακτηριστικά απόδοσης του κινητήρα, στη συνολική φιλοσοφία του οχήματος και στην κατανομή του βάρους του. Η ειδικά ρυθμισμένη κινηματική άξονα, οι προσαρμοσμένες ρυθμίσεις της γωνίας κάμπερ των τροχών, τα αμορτισέρ, τα βοηθητικά ελατήρια και οι αντιστρεπτικές δοκοί συμβάλλουν στη βελτίωση της ακρίβειας του τιμονιού, της μετάδοσης των πλευρικών δυνάμεων στις στροφές, της απόκρισης των ελατηρίων και της αμορτισέρ, καθώς και της θέσης των τροχών. Τα ηλεκτρονικά ελεγχόμενα αμορτισέρ της προσαρμοζόμενης ανάρτησης M διαθέτουν ειδική ρύθμιση για το μοντέλο, όπως και το ηλεκτρομηχανικό σύστημα διεύθυνσης M Servotronic με μεταβλητή σχέση μετάδοσης, καθώς και το ενσωματωμένο σύστημα πέδησης.

Όπως αναφέρει και η BMW, ο αριθμός 46 συνόδευσε τον Valentino Rossi καθ' όλη τη διάρκεια της εντυπωσιακής του καριέρας ως αναβάτης και οδηγός αγώνων, έχοντας αποκτήσει μοναδική αναγνωρισιμότητα, ίσως περισσότερο και από το παρατσούκλι του "The Doctor" ή "Il Dottore". Συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του, Graziano Rossi, ο οποίος αγωνιζόταν με το #46, ο Valentino αποφάσισε να υιοθετήσει τον ίδιο αριθμό από την αρχή της καριέρας του και ποτέ δεν τον άλλαξε, ακόμη και όταν έγινε παγκόσμιος πρωταθλητής και θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το νούμερο 1.

BMW M4 CS Edition VR46

Ο Valentino Rossi κέρδισε τον πρώτο του παγκόσμιο τίτλο στην κατηγορία των 125cc το 1997. Δύο χρόνια αργότερα, κατέκτησε το στέμμα στην κατηγορία των 250cc. Το 2000, πέρασε στην κορυφαία κατηγορία των αγώνων Grand Prix, εκείνη των 500cc, και αναδείχθηκε Παγκόσμιος Πρωταθλητής σε αυτή το 2001. Την επόμενη χρονιά, η κατηγορία αυτή αντικαταστάθηκε από το MotoGP, με τον Rossi να παραμένει κυρίαρχος. Μέχρι το 2005, είχε προσθέσει άλλους τέσσερις παγκόσμιους τίτλους, με τον όγδοο και ένατο να κατακτώνται από τον Ιταλό το 2008 και το 2009. Με τα εννέα αυτά παγκόσμια πρωταθλήματα και τις 115 νίκες σε Grand Prix, ο Rossi είναι ένας από τους τρεις πιο επιτυχημένους αναβάτες στην ιστορία των αγώνων μοτοσικλέτας και παγκόσμιο είδωλο του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Το VR46 έχει γίνει διεθνές σήμα, ενώ η γενέτειρα του Rossi, η Tavullia, έχει μειώσει προς τιμή του το όριο ταχύτητας από τα 50 km/h στα 46 km/h.

Όταν ολοκληρώθηκε η αγωνιστική του καριέρα στους δύο τροχούς στα τέλη της σεζόν 2021, ο Valentino Rossi αποφάσισε να εστιάσει αποκλειστικά στους αγώνες αυτοκινήτου. Είχε ήδη συμμετάσχει σε πολλές δοκιμές με μονοθέσια της Formula 1 και είχε κάνει guest εμφανίσεις σε αγώνες ράλι και αντοχής. Από την αρχή της σεζόν 2023, είναι εργοστασιακός οδηγός της BMW M, οδηγώντας μια BMW M4 GT3 για την BMW M Team WRT σε διοργανώσεις όπως το GT World Challenge Europe και το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Αντοχής της FIA (FIA WEC), που περιλαμβάνει και τις 24 Ώρες του Le Mans (Γαλλία). Στις αρχές Φεβρουαρίου 2025, κατέκτησε τη δεύτερη θέση με μια BMW M4 GT3 στο Bathurst 12 Hour (Αυστραλία), που ήταν ο πρώτος γύρος του Intercontinental GT Challenge (IGTC) της φετινής χρονιάς.

BMW M4 CS Edition VR46

Η αγορά μιας BMW M4 CS Edition VR46 συνοδεύεται από ένα αποκλειστικό προνόμιο, το οποίο δίνει στους πελάτες την ευκαιρία να απολαύσουν μια ξεχωριστή διήμερη εμπειρία στην Ιταλία. Η πρώτη ημέρα περιλαμβάνει μια επίσκεψη στο VR46 Motor Ranch στην Tavullia, στα πλαίσια της οποίας οι πελάτες θα έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν ένα μοναδικό μπάρμπεκιου στο "Ράντσο" αλλά και να συνομιλήσουν με τον Valentino Rossi. Τη δεύτερη ημέρα, οι πελάτες θα επισκεφτούν το Misano World Circuit Marco Simoncelli για μια αποκλειστική εμπειρία οδήγησης με τα πιο πρόσφατα μοντέλα BMW M. Οδηγώντας μια BMW M4 GT3, ο Valentino Rossi πήρε τη νίκη στους αγώνες του GT World Challenge Europe Sprint Cup που διεξήχθησαν στην "εντός έδρας" πίστα για τον Ιταλό τόσο το 2023 όσο και το 2024.

Οι τιμές των BMW M4 CS Edition VR46 ξεκινούν από τα 148,710 ευρώ.

Ετικέτες

Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.