Ducati: Διοικητικές αλλαγές στο R&D και στην παραγωγή

Αλλάζει πόστο ο Forni
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

19/11/2019

Ο Andrea Forni είναι πιθανόν ο πιο γνωστός manager της Ducati στους έλληνες μοτοσυκλετιστές καθώς έχει επισπευτεί αρκετές φορές τη χώρα μας έχει οδηγήσει μαζί τους στην πίστα των Σερρών στα πλαίσια του Hellas Ducati Weekend. Στα 31 χρόνια που εργάζεται στην Ducati, έχει περάσει από πολλές διαφορετικές θέσεις, όλες τους σχετικές με την μηχανολογία.

Τα τελευταία χρόνια είχε την ευθύνη του R&D, κυρίως των μοτοσυκλετών παραγωγής και πέρναγε πολλές μέρες τον χρόνο ανάμεσα στο εργοστάσιο της Bologna και την πίστα του Nardo στη νότια Ιταλία, όπου πλέον ανήκει την Porsche (μέλος του ομίλου VW, όπου ανήκει και η Ducati) και πέρα από την τεράστια κυκλική πίστα των 12 χιλιομέτρων που είναι ορατή από το διάστημα, περιλαμβάνει πίστες δοκιμών κρατήματος και ειδικά εργαστήρια προσομοίωσης καιρικών συνθηκών, όπου δοκιμάζονται οι αντοχές των μηχανικών μερών των πρωτοτύπων πριν μπουν στην παραγωγή. Από δω και στο εξής, ο Andrea Forni θα έχει τη θέση του διευθυντή ποιοτικού ελέγχου.

Τη θέση του Forni αναλαμβάνει ο Vincenzo De Silvio και ταυτόχρονα παίρνει θέση στο διοικητικό συμβούλιο της Ducati. Ο De Silvio προέρχεται από το αγωνιστικό τμήμα της Ducati, έχει 18 χρόνια προϋπηρεσία στην ιταλική εταιρεία και ήταν ήδη στο R&D ως διευθυντής σχεδιασμού κινητήρων.

Σημαντική αναβάθμιση θα έχει και ο Andrea Gesi μετά από 21 χρόνια στην εταιρεία, αφού μαζί με τη νέα θέση του διευθυντή παραγωγής, θα έχει και αυτός μια θέση στο διοικητικό συμβούλιο της Ducati στην Μπολόνια, αλλά και σε εκείνο της Ducati Ταϊλάνδης.

Η θέση που πήρε ο Andrea Gesi ήταν του Silvano Fini, ο οποίος αναλαμβάνει έναν νέο ρόλο, ως υπεύθυνος για την σχέση της Ducati τους προμηθευτές.  

 

QJMOTOR IMBROS 2026, μέρος 1ο – Ο Κωνσταντίνος Μητσάκης σε Ίμβρο και Αϊβαλί!

Ο Έλληνας αναβάτης ξεκινά ένα οδοιπορικό 2.500 χιλιομέτρων
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

9/1/2026

Ακόμα δεν ξεκίνησε ο νέος χρόνος και ο Κωνσταντίνος Μητσάκης έχει ετοιμάσει “βαλίτσες” και ξεκινά το νέο του ταξίδι με προορισμό την Ίμβρο της γειτονικής Τουρκίας. Πάνω στην σέλα ενός QJMOTOR FORT 350 EVO θα διανύσει περί τα 2.500 χιλιόμετρα και θα έχει την ευκαιρία να κινηθεί κατά μήκος των μικρασιατικών ακτών αλλά και να συναντήσει την ελληνική κοινότητα που βρίσκεται στην Ίμβρο και απαριθμεί περίπου 200 άτομα.

Ακολουθεί το δελτίο τύπου:

Στην Ίμβρο με QJMOTOR FORT 350 EVO

Με το καλωσόρισμα του νέου χρόνου, ο Κωνσταντίνος Μητσάκης, οδηγώντας ένα scooter QJMOTOR FORT 350 EVO, πραγματοποιεί το QJMOTOR IMBROS 2026. Πρόκειται για ένα οδοιπορικό 2.500 χλμ. στην Τουρκία με τελικό προορισμό το νησί της Ίμβρου, που αποτελούσε κάποτε μια μικρή ελληνική πατρίδα. Μετά την Ίμβρο, θα κινηθεί κατά μήκος των μικρασιατικών ακτών, περνώντας από την Τροία του Ομήρου, την Άσσο του Αριστοτέλη και το Αϊβαλί του Ηλία Βενέζη, για να επισκεφθεί τρεις νοσταλγικούς τόπους του παρελθόντος και της ιστορίας μας.

QJMOTOR

Στην Τουρκία ο αναβάτης θα μεταβεί οδικώς (Αθήνα – Κήποι) και η απόβασή του στην Ίμβρο θα πραγματοποιηθεί με το ακτοπλοϊκό δρομολόγιο Kabatepe–Imbros (Gökçeada). Θα ακολουθήσει κατόπιν περιήγηση στα μικρασιατικά παράλια μέχρι το Αϊβαλί, ενώ η επιστροφή στην Ελλάδα θα γίνει και πάλι οδικώς από τον συνοριακό σταθμό των Κήπων.

Ταξιδεύοντας με το QJMOTOR FORT 350 EVO στους στενούς δρόμους της Ίμβρου, θα αναζητήσει τα διαχρονικά σημάδια και τις μισοσβησμένες μνήμες του άλλοτε ακμάζοντος ελληνικού στοιχείου. Επισκεπτόμενος μισάνοιχτες ελληνορθόδοξες εκκλησίες, ερημωμένα ελληνικά σχολεία, βρύσες με ελληνικές επιγραφές και πετρόκτιστες κατοικίες με πεσμένους τοίχους και γυμνά παράθυρα, θα περιηγηθεί σε τόπους και οικισμούς που κάποτε αντηχούσαν ζωηρές ελληνικές λαλιές.

Παράλληλα, ο Κωνσταντίνος Μητσάκης θα επιδιώξει να καταγράψει στην Ίμβρο τις δυσκολίες αλλά και τις προσδοκίες της τοπικής ελληνικής κοινότητας των περίπου 200 ατόμων, που συνεχίζουν να αντέχουν στον χρόνο και να μιλούν ακόμα ελληνικά. Οι λιγοστοί εναπομείναντες ομογενείς της Ίμβρου, με τη δημιουργική παρουσία τους και τη διατήρηση της ιδιαίτερης ταυτότητας και της πολιτιστικής τους κληρονομιάς, εξακολουθούν να «φυλάνε Θερμοπύλες» εδώ και 2.500 χρόνια στη βορειοανατολική γωνιά του Αιγαίου.