Ducati V4 Granturismo: Ο κινητήρας της επόμενης Multistrada – Τεχνική Ανάλυση

Θα είναι «λιγότερο» Desmo!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

15/10/2020

Το μυστήριο πίσω από τα 60.000 χιλιόμετρα για service βαλβίδων που προκάλεσε απορίες πριν λίγες ημέρες, λύθηκε από την Ducati με την αποκάλυψη του νέου κινητήρα σήμερα: Για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια βλέπουμε ελατήρια στις βαλβίδες από το εργοστάσιο του Borgo Panigale! Μπορούμε λοιπόν να πούμε πως είναι ένας “semi-desmo” κινητήρας ο νέος Granturismo που όπως λέει και ο Claudio Domenicali προέρχεται από τις Panigale και Streetfighter αλλά φτιαγμένος για να είναι ο καλύτερος V4 για την χρήση που προορίζεται. Για αυτό και το νέο όνομα που δηλώνει μεγάλες αποστάσεις και μακρινά ταξίδια!

Η ύπαρξη ελατηρίων στις βαλβίδες για τον ιταλικό V4 είναι η μεγαλύτερη είδηση για τον νέο κινητήρα και ακολουθούν τα πολύ εντυπωσιακά νούμερα και βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά:

  • Συμπίεση 14:1
  • Ιπποδύναμη 170hp/10.500rpm
  • Ροπή 12,7Kg.m/8.750rpm
  • 1.158 κυβικά V4
  • 60.000km διαστήματα ελέγχου βαλβίδων
  • 15.000km ή δύο χρόνια για αλλαγές λαδιών
  • Euro5 (προφανώς και θα ήταν)
  • Διάμετρος x Διαδρομή – 83 x 53,5mm
  • Οδήγηση βαλβίδων με συνδυασμό αλυσίδας και γραναζιών και δύο επικεφαλής εκκεντροφόρους
  • Ημίξερο κάρτερ με τρεις αντλίες, μία κεντρική και δύο επιστροφής
  • Τέσσερα οβάλ σώματα ψεκασμού με διάμετρο 46mm
  • Υγρός πολύδισκος, μονόδρομος και υποβοηθούμενος συμπλέκτης
  • Στρόφαλος που περιστρέφεται αντίστροφα μειώνοντας το γυροσκοπικό φαινόμενο, με offset κομβία σε γωνία 70ο
  • Quickshifter δύο κατευθύνσεων στο εξατάχυτο κιβώτιο
  • Στο ρελαντί η ανάφλεξη στους δύο πίσω κυλίνδρους κόβεται για καλύτερη διαχείριση της θερμότητας, των ρύπων και της κατανάλωσης. Κυρίως της θερμότητας
  • 66.7kg συνολικό βάρος κινητήρα
  • 1,2Kg κιλά ελαφρύτερος από τον δικύλινδρο Testastretta
  • 85mm μικρότερο μήκος από τον δικύλινδρο
  • 95mm μικρότερο ύψος από τον δικύλινδρο
  • 20mm μεγαλύτερο πλάτος από τον δικύλινδρο

Πρόκειται για έναν κινητήρα λοιπόν που δεν έχει απλά προσαρμοστεί στα νέα του καθήκοντα αλλά άλλαξε πλήρως για να είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται μία μοτοσυκλέτα με εξαιρετικά υψηλή απόδοση, την ίδια ώρα που στοχεύει στα ταξίδια αλλά και κάποιες εκτός δρόμου διαδρομές.

Η αναγωγή στην αλλαγή του δεσμοδρομικού συστήματος ως πιο σημαντική γίνεται με βάση τα παρακάτω νούμερα:

1956 - Πρώτη φορά τρέχει που τρέχει με το δικό της δεσμοδρομικό σύστημα η Ducati κερδίζοντας και αγώνες, και θα περάσουν 9 χρόνια μέχρι να το δούμε στην παραγωγή.

Είναι το 1967, που πρώτη φορά υπάρχει δεσμοδρομικό σύστημα Ducati σε μαζική παραγωγή, με το Mrk3D

Κι από τότε φτάνουμε… στο σήμερα! Αν εξαιρέσουμε τι συμβαίνει με τα MotoGP και τις αγωνιστικές μοτοσυκλέτες και πάρουμε μία πιο καθημερινή μοτοσυκλέτα στα χέρια μας, όπως η επόμενη Multistrada, τότε καταλαβαίνουμε γιατί η ύπαρξη ελατηρίων στις βαλβίδες στο νέο Multistrada είναι τόσο σημαντική!

Η Ducati εξηγεί πως πήρε όλη την μεγάλη εμπειρία που έχει κερδίσει από την απίστευτη εξέλιξη που έχει κάνει στο δεσμοδρομικό σύστημα και την εφάρμοσε στον νέο κινητήρα, τοποθετώντας όμως ελατήρια. Αυτό καταπονεί λιγότερο τις βαλβίδες και τους εκκεντροφόρους και ήταν ο βασικός λόγος -πάντα σύμφωνα με την Ducati- που κατάφεραν να ανεβάσουν τόσο πολύ τα περιθώρια του μεγάλου service με το τσεκάρισμα βαλβίδων. Αντίστοιχα μπορείς να δεις έως και 25.000 για το μεγάλο service σε άλλους κατασκευαστές στην σημερινή εποχή, αλλά να πάμε σε πάνω από τα διπλάσια χιλιόμετρα κατευθείαν είναι κάτι σημαντικό και από μόνο του αποτελεί είδηση!

Όπως σημαντικό είναι και το 15.000km ή δύο χρόνια, που δίνει πλέον η Ducati για τον περιοδικό έλεγχο και την αλλαγή λαδιών. Τα νέα λάδια μπορούν σίγουρα να το υποστηρίξουν (σύμφωνα με τους κατασκευαστές τους αντέχουν πολύ παραπάνω) το γεγονός πως είναι νούμερο που οι μηχανικοί το ακούν με σκεπτικισμό είναι επίσης κάτι που από τώρα θεωρούμε δεδομένο. Άλλωστε και το manual -που δεν έχουμε διαβάσει- είμαστε σίγουροι πως θα προτείνει στον ιδιοκτήτη να ελέγχει την στάθμη λαδιού στον κινητήρα, κάτι που στην πράξη λίγοι κάνουν σχολαστικά. Μια πιο προσεκτική ματιά στα διαστήματα service, μας λέει πως εκτός από τον περιοδικό έλεγχο και τα λάδια κάθε 15.000Km ή δύο χρόνια, το φίλτρο αέρα αλλάζει κάθε 30.000Km και το μεγάλο service με έλεγχο βαλβίδων και αλλαγές μπουζί έρχεται στις 60.000Km πράγμα που σημαίνει πως αξίζουν ιδιαίτερη μνεία και τα μπουζί. Αυτά τα διαστήματα service δεν υπάρχουν πουθενά, σε κανέναν άλλο κατασκευαστή!

Οι προηγούμενες Multistrada είχαν μία βαριά αίσθηση στην απόκριση του γκαζιού συγκεκριμένα στις χαμηλές στροφές εξαιτίας του μεγάλου δικύλινδρου κινητήρα τους. Άνοιγες βέβαια μετά το γκάζι και ήσουν ο Αλλαντίν στο μαγικό χαλί. Τώρα ο V4 θα αλλάξει πλήρως την αίσθηση αυτή συνολικά, βελτιώνοντας τα πράγματα στις χαμηλές στροφές, (θα έχει και λιγότερη ροπή χαμηλά) ενώ ταυτόχρονα υπάρχει και ο νέος στρόφαλος που περιστρέφεται αντίστροφα με την φορά της μοτοσυκλέτας πράγμα που μειώνει το γυροσκοπικό φαινόμενο και βελτιώνει την ευκολία με την οποία κατευθύνεις από στροφή σε στροφή την μεγάλη μοτοσυκλέτα. Με offset κομβία 70ο οι μπιέλες έχουν μία δουλειά με μικρότερη αντίσταση κι έτσι η ευστροφία που θα έχει αυτός ο V4 αναμένεται παροιμιώδης.

Η Ducati είναι μεγάλη οπαδός ενός στρόφαλου που περιστρέφεται αντίστροφα από την φορά της μοτοσυκλέτας, ιδιαίτερα στους αγώνες, αλλά τα προτερήματα αυτής της λύσης σαφώς και χρειάζονται και εδώ. Όταν μία βασική κινούμενη μάζα, όπως είναι ο στρόφαλος, περιστρέφεται αντίστροφα από την κίνηση της μοτοσυκλέτας, τότε νιώθεις την μοτοσυκλέτα ελαφρύτερη στις εναλλαγές κλίσης. Ταυτόχρονα στο δυνατό φρενάρισμα και κλείνοντας το γκάζι, έχεις τον κινητήρα να προσγειώνει τον πίσω τροχό κι αυτό σημαίνει μικρότερη παρεμβατικότητα από τα σύγχρονα συνδυασμένα φρένα. Τα φρένα επιτρέπουν μία οριακή ανύψωση του πίσω τροχού, πριν αμολήσουν την πίεση στην εμπρός δαγκάνα για να σταματήσουν ένα επερχόμενο endo… οπότε στο τέλος φρενάρεις και με μικρότερη παρέμβαση του ABS! Αντίστοιχα η αδράνεια παίζει τον ρόλο της και στις σούζες, τις οποίες καταπολεμά στην θεωρία. Στην πράξη απλά έχεις καλύτερο έλεγχό τους, καθώς με 170 άλογα στον τροχό προφανώς και οι σούζες θα είναι κομμάτι της οδήγησης αυτής της μοτοσυκλέτας.

Δεν απουσιάζει ολότελα η δικύλινδρη αίσθηση καθώς με διαστήματα ανάφλεξης σε 0ο -90ο – 290ο και 380ο τόσο ο ήχος όσο και η αίσθηση πλησιάζουν τα δεδομένα ενός δικύλινδρου. Δεν αναμένουμε να μπερδευτεί κανείς αν ανέβει με κλειστά μάτια στην καινούρια, αλλά πράγματι η επιλογή “Twin Pulse” που μας δίνει τέσσερις αναφλέξεις ανά δύο ζευγάρια, θυμίζει την λειτουργία ενός δικύλινδρου: Οι δύο αριστεροί κύλινδροι έχουν διαδοχικές κοντινές μεταξύ τους αναφλέξεις, και μετά από ένα διάστημα ακολουθεί αντίστοιχα το δεξί ζευγάρι.

Σημαντική είναι και μία ακόμη δήλωση της Ducati για τον ήχο σε συνδυασμό με τα τοιχώματα, καπάκια κινητήρα κτλ, ώστε να απουσιάζουν οι μηχανικοί θόρυβοι και να ακούς αντίστοιχα μία χαρακτηριστική -σαν V2- μουσική. Αυτή η δήλωση είναι σημαντική αν την συνδυάσεις με το βάρος του κινητήρα που είναι εξαιρετικά χαμηλό. Διότι και η Honda μπορεί να φτιάξει έναν V4 που ακούγεται μόνο μουσική αλλά ζυγίζει όσο ένα μικρό Ducati μόνος του και η μοτοσυκλέτα σου πέφτει σταματημένη αν δεν είσαι 1.80 και πάνω με πόδια δρομέα. Μιλάμε για το Crosstourer προφανώς και οι αναγώστες του ΜΟΤΟ ξέρουν πολύ καλά πως δεν το λέμε τώρα, αλλά πολλά χρόνια πριν από την πρώτη στιγμή που το οδηγήσαμε, όταν οι υπόλοιποι απλά το εκθείαζαν. Αντίστοιχα έχουμε γράψει από την πρώτη στιγμή για τον εξαιρετικό δικύλινδρο της KTM με τα 160 άλογα που στο 1190 ζύγιζε 62 κιλά αλλά άκουγες μέχρι και το λάδι να κυλά! Άκουγες τα πάντα να δουλεύουν και η απάντηση τότε ήταν πως αυτά παθαίνεις αν στοχεύεις στο πολύ χαμηλό βάρος ενός πολύ αποδοτικού κινητήρα. Έχουμε λοιπόν παραδείγματα του αντιθέτου. Οπότε; Οπότε εδώ έχουν μάλλον έχουν χρησιμοποιηθεί κράματα που αξίζουν μία πρόσθετη ανάλυση, όταν με το καλό μιλήσουμε από κοντά με τους μηχανικούς της Ducati και βάλουμε το αυτί μας δίπλα στον κινητήρα. Η Ducati είναι από τις εταιρείες που λένε πάντα την αλήθεια στο βάρος χωρίς απόκλιση, κι αυτό το λέμε εμείς που είμαστε οι μόνοι που ζυγίζουμε τις μοτοσυκλέτες. Επίσης στην Ducati δίνουν μεγάλη σημασία στον ήχο, για αυτό κι αυτά τα δύο αποτελούν ενδιαφέρον συνδυασμό.

Στο ρελαντί βέβαια αυτή η μοτοσυκλέτα θα ακούγεται διαφορετικά, από την στιγμή που -όπως και στην Panigale- θα διακόπτεται η ανάφλεξη στους δύο πίσω κυλίνδρους με τα προτερήματα που λέμε παραπάνω.

Οι δεκαέξι βαλβίδες των 33,5mm σε διάμετρο για της εισαγωγής και 26,8mm για της εξαγωγής, δέχονται την επίδραση από follow finger εκκεντροφόρους που παίρνουν κίνηση με σύστημα αθόρυβης αλυσίδας και γραναζιών. Στο μπροστά μπλοκ η κίνηση μεταφέρεται στους εκκεντροφόρους για την εισαγωγή και από εκεί με γρανάζια στους εκκεντροφόρους για την εξαγωγή. Ανάποδα συμβαίνει στο πίσω μπλοκ που η κίνηση πηγαίνει στους εκκεντροφόρους εξαγωγής και από εκεί στην εισαγωγή. Με την αντιστροφή αυτή ο χρονισμός γίνεται πιο εύκολος και οι δυνάμεις κατανέμονται ομοιόμορφα. Η κίνηση για το εμπρός μπλοκ γίνεται από τα δεξιά του κινητήρα με γρανάζι από το γρανάζι κύριας μετάδοσης. Για το πίσω μπλοκ η κίνηση μεταδίδεται από τον στρόφαλο απευθείας ενώ κάθε κύλινδρος έχει και knock sensor” που βοηθά εξαιρετικά στα ταξίδια και την αίσθηση απόκρισης. Ουσιαστικά ελέγχει για κάθε αρρυθμία του κινητήρα που προέρχεται από κακό μίγμα, και το κακό μίγμα εξαιτίας της βενζίνης είναι κάτι που συμβαίνει πολλές φορές καθημερινά σε όλους τους κινητήρες. Ο knock sensor ανιχνεύει την ποιότητα του μίγματος ενημερώνει την ECU για να παρέμβει αντίστοιχα. Αυτό σημαίνει πως η ECU μπορεί να καθυστερήσει την ανάφλεξη για μερικά κλάσματα, ώστε η πλήρωση του θαλάμου καύσης να είναι πληρέστερη και ο αναβάτης να μην καταλάβει τίποτα, ισιώνοντας έτσι κάθε πρόβλημα που θα μπορούσε να φανεί στην απόκριση.

Οι σχέσεις στο κιβώτιο έχουν αλλάξει σημαντικά σε σύγκριση με την Desmosedici Stradale πηγαίνοντας από 2171 σε 2849 κονταίνοντας την πρώτη σχέση πράγμα που χρειαζόταν σίγουρα στον V4 που δεν θα έχει πλέον την ίδια εκρηκτικότητα χαμηλά, όπως είχε και ο V2. Σίγουρα η ροπή χαμηλά θα είναι μικρότερη, οπότε η Ducati προχώρησε σε αυτή την λύση και για να εξισορροπήσει αυτή την απώλεια.

Τι περιμένουμε να δούμε από έναν V4 της Ducati εκτός των άλλων; Να είναι και σωστά τοποθετημένος και να έχει ακριβώς την ακαμψία που πρέπει. Παλαιότερα η οπτική της εταιρείας ήταν να φτιάχνει κινητήρες και πλαίσια «νταμάρια» για να στρίβεις στις πίστες παίρνοντας μαζί σου και την άσφαλτο. Η μοτοσυκλέτα γενικά, σαν όχημα, έχει κάνει τεράστια εξέλιξη τα τελευταία χρόνια και οι εταιρείες μπορούν να κάνουν υπολογισμούς σε γραμμάρια δίνοντας ακριβώς εκείνα τα χαρακτηριστικά που θέλουν. Από το πρώτο Hypermotard για παράδειγμα, σε αυτά που βλέπουμε τώρα οι διαφορές είναι τεράστιες και δεν φαίνονται όλες με γυμνό μάτι. Η Ducati έχει γίνει πλέον μπροστάρης στην κατανομή βάρους και την σωστή απόδοση της ακαμψίας κάτι που φαίνεται και με την νέα Panigale. Οι μεγάλες διαφορές διαστάσεων που έχει ο νέος κινητήρας, διότι τα χιλιοστά είναι πολλά, τους επιτρέπουν να αλλάξουν πλήρως την κατανομή βάρους και να προσαρμόσουν με καλύτερη ακρίβεια την γεωμετρία της μοτοσυκλέτας. Το ακραίο παράδειγμα του αντιθέτου ήταν η Multistrada Enduro αλλά ήταν και μία πολύ συγκεκριμένη έκδοση αυτή, στην νέα Multistrada -που έχουμε επίσης περιέργεια να δούμε πόσο On και πόσο Off θα είναι- το ζύγισμα με τον νέο κινητήρα δίνει μεγάλες προοπτικές στην Ducati. Είναι ασφαλές να θεωρήσουμε από τώρα, πως τις έχουν εκμεταλλευτεί στο έπακρο…

Αναμένουμε τώρα με μεγάλη προσμονή, την παρουσίαση της νέας Multistrada στις 4 Νοεμβρίου!

 

Ετικέτες

Royal Enfield Himalayan 450 Phantom: Μεταλλαγμένη για σκληρή χρήση [VIDEO]

Aγριεμένη rally εκδοχή της Himalayan 450 με σειρά aftermarket αναβαθμίσεων
Royal Enfield Phantom
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

13/3/2026

Μια ιδιαίτερη έκδοση της Royal Enfield Himalayan 450 παρουσιάστηκε στη Μεγάλη Βρετανία, όχι από την ίδια την εταιρεία αλλά από την αντιπροσωπεία της, Cooperb Motorcycles, η οποία δημιούργησε την Phantom με στόχο ένα πιο ικανό και αξιόμαχο σύνολο εκτός δρόμου.

Αυτή η Royal Enfield Himalayan 450 που έκανε την εμφάνισή της στο Ηνωμένο Βασίλειο με την ονομασία Phantom δεν αποτελεί επίσημο μοντέλο της εταιρείας, αλλά δημιουργία της βρετανικής αντιπροσωπείας Cooperb Motorcycles, η οποία αποφάσισε να κατασκευάσει τη “δική της” Himalayan με έντονο rally χαρακτήρα.

Royal Enfield Phantom

Η τιμή της Phantom ξεκινά από τις 10.299 λίρες Αγγλίας (σχεδόν €12.000), ποσό σημαντικά υψηλότερο από την αρχική της Himalayan 450 Mana Black που προσέφερε τη βάση. Για σύγκριση, η συγκεκριμένη έκδοση κοστίζει 6.400 λίρες (€7.400) στη βρετανική αγορά.

Roya Phantom

Δομικές αλλαγές - Σε αναρτήσεις και εργονομία

Με την διαφορά τιμής να είναι τουλάχιστον “ηχηρή”, η Cooperb Motorcycles υποστηρίζει ότι η Phantom διαθέτει πολλές αναβαθμίσεις που δικαιολογούν το επιπλέον κόστος. Η εταιρεία φέρει αγωνιστική εμπειρία και δάφνες, με βάση την Himalayan 450, κάτι που ενέπνευσε τον σχεδιασμό της συγκεκριμένης έκδοσης.

Royal Enfield Phantom

Σύμφωνα με τους ανθρώπους της, επιλέχθηκαν εξαρτήματα υψηλής ποιότητας ώστε να δημιουργηθεί μια μοτοσυκλέτα που είναι, όχι μόνο πιο επιθετική εμφανισιακά, αλλά και πιο ανθεκτική, ελαφριά και προσαρμοσμένη σε χρήση rally ή/και σκληρού adventure.

Royal Enfield Phantom

Το βασικό πακέτο της Phantom δίνει τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε δύο πίσω αμορτισέρ, ένα της K-Tech ή ένα της Hagon στην ίδια τιμή, με συντελεστή ελατηρίου προσαρμοσμένο στις ανάγκες του εκάστοτε αναβάτη. Και τα δύο προσφέρουν ρυθμίσεις προφόρτισης καθώς και ρύθμιση απόσβεσης συμπίεσης, ενώ το K-Tech προσφέρει και ρύθμιση της απόσβεσης επαναφοράς.

Royal Enfield Phantom

Οι μαύροι ακτινωτοί τροχοί είναι έτοιμοι να υποδεχτούν tubeless ελαστικά της επιλογής του πελάτη με πιο δημοφιλή επιλογή τα 60/40 Battlax Adventurecross AX41 από την Bridgestone, ενώ έχει αφαιρεθεί το χαμηλό φτερό με την βοήθεια ενός kit μετατόπισης των σωληνώσεων του εμπρός φρένου.

Royal Enfield Phantom

Στις εργονομικές αλλαγές περιλαμβάνονται επίσης ανυψωτικά τιμονιού Cooperb, καθώς και μαρσπιέ τύπου Pivot Pegz για καλύτερο έλεγχο σε όρθια θέση οδήγησης εκτός δρόμου.

Η Phantom διαθέτει ακόμη Rally σέλα από τη Royal Enfield, ενισχύοντας τον αγωνιστικό χαρακτήρα της μοτοσυκλέτας.

Πλούσιος εξοπλισμός από Acerbis

Σημαντικό μέρος των εξαρτημάτων προέρχεται από την Acerbis, η οποία παρέχει μια σειρά από adventure και off-road αξεσουάρ. Μεταξύ αυτών βρίσκονται οι χούφτες τιμονιού, το μεγάλο ρεζερβουάρ χωρητικότητας 23 λίτρων (6 λίτρα αύξηση) που ταυτόχρονα μετατοπίζει χαμηλότερα το κέντρο βάρους της μοτοσυκλέτας, προστατευτικά για τα καλάμια του πιρουνιού, κοντές φυσούνες, οδηγός αλυσίδας, ποδιά κινητήρα, προστατευτικά κάρτερ X-Power και πλέγμα προστασίας ψυγείου.

Royal Enfield Phantom

Βελτιώσεις ισχύος

Στον κινητήρα, η βάση παραμένει η ίδια. Η Phantom χρησιμοποιεί τον μονοκύλινδρο Sherpa των 452 κυβικών εκατοστών της Himalayan 450. Ωστόσο, έχουν προστεθεί ορισμένες αναβαθμίσεις που βελτιώνουν την απόδοση και την αναπνοή του κινητήρα.

Μεταξύ αυτών βρίσκεται ένα πλήρες σύστημα εξάτμισης της HP Corse ενισχύοντας πέρα από το αισθητικό και ακουστικό κομμάτι και την απόκριση του γκαζιού από χαμηλά με προστατευτικό της ιταλικής Acerbis. Το φιλτράρισμα της εισαγωγής αναλαμβάνει ένα kit της DNA για βελτιωμένη εισαγωγή αέρα, με το σύστημα Fuel X Pro Plus να διαχειρίζεται τον ψεκασμό καύσιμου με 10 θέσεις μίγματος που μπορεί να επιλέξει ο χρήστης.

Royal Enfield Phantom

Κατόπιν σχετικού αιτήματος, η μοτοσυκλέτα παραδίδεται και με προσαρμοσμένη σχέση τελικής μετάδοσης (γρανάζωμα), ενώ υπάρχουν διάφορες ακόμα επιλογές όπως ποδόφρενα, επιλογείς και σωθικά της K-Tech για την εμπρός ανάρτηση, ενώ υπάρχει και πίσω τροχός 18 ιντσών που θα ξεκλειδώσει πολλές επιλογές σε εκτός δρόμου ελαστικά.

Royal Enfield Phantom

Μια Himalayan με rally χαρακτήρα

Με τις συγκεκριμένες παρεμβάσεις, η Cooperb Motorcycles προσπαθεί να δημιουργήσει μια πιο χωμάτινη εκδοχή της Himalayan 450, προσανατολισμένη σε απαιτητική εκτός δρόμου χρήση και adventure διαδρομές.