Eicma 2021 Royal Enfield: Από το «Project Origin» στο SG650! Μόνο μέταλλο!

Συζήτηση με τον Paolo Brovedani – Chief Product Developer
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

2/12/2021

Η Royal Enfield, η βασίλισσα της Ινδίας για εμάς και «global leader» στις μεσαίες μοτοσυκλέτες έως 750 κυβικά όπως αυτοαποκαλούνται, (χωρίς να λένε όμως και ψέματα) είχε μία ενδιαφέρουσα παρουσία στην EICMA όπου μας έδειξε και το SG650, ένα καλοφτιαγμένο Concept που σηματοδοτεί τα 120 χρόνια της εταιρείας.

Είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε με τον κ.Paolo Brovedani που έχει επιτελική θέση στην διαδικασία εξέλιξης και ανάπτυξης νέων μοντέλων, ξεκινώντας με το ζήτημα των προμηθευτών και της εφοδιαστικής αλυσίδας που μαζί με τα μεταφορικά είναι αυτή την στιγμή το μεγαλύτερο πρόβλημα όλων ανεξαιρέτως των κατασκευαστών. Ακριβώς δηλαδή όπως διαβάσατε στο ΜΟΤΟ ήδη από το καλοκαίρι πως θα γινόταν.

Η Royal Enfield σύμφωνα με τον κ.Brovedani έχει ένα πολύ υψηλό ποσοστό αυτό-τροφοδοσίας της γραμμής παραγωγής, σε αντίθεση με άλλους κατασκευαστές που εξαρτώνται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τρίτους. Αυτό το οφείλει σε μία σειρά από λόγους ξεκινώντας από την απλότητα της κατασκευής, μέχρι και στα υλικά που χρησιμοποιεί, καθώς κυριαρχεί το μέταλλο και όχι το πλαστικό. Είναι πιο φθηνό να προμηθευτείς πλαστικά, ή κρύσταλλα για φανάρια και φλας από τρίτες χώρες και είναι πιο δύσκολο τα εισαγόμενα εξαρτήματα να αφορούν μεταλλικά ρεζερβουάρ, πάνελ κτλ. Για την Ινδία που κατασκευάζει τα πάντα και διαθέτει φθηνά εργατικά χέρια, αυτή η ισότητα τιμών εξαπλώνεται και σε κάθε είδους ανταλλακτικών, με την Royal Enfield να διατηρεί έτσι γραμμές παραγωγής που για κάποια μοντέλα τροφοδοτούνται έως και 100% από την ινδική αγορά.

Να θυμίσουμε στους αναγνώστες πως καμία ευρωπαϊκή μοτοσυκλέτα δεν πλησιάζει αυτό το νούμερο. Για παράδειγμα, η γραμμή παραγωγής της Multistrada τροφοδοτείται στο 60% από προμηθευτές έως και 150 χιλιόμετρα μακριά από το εργοστάσιο της Bologna, περίπου το 10% έρχεται από μακρύτερα ή από άλλες ευρωπαϊκές χώρες και ένα 30% έρχεται από τρίτες χώρες, όπως ας πούμε το πίσω φωτιστικό σώμα που είναι κινέζου προμηθευτή. Λίγο-πολύ αυτή είναι μία εικόνα που αντιπροσωπεύει και το σύνολο της αυτοκίνησης κι έτσι εξηγείται πώς γιγαντώνεται το τωρινό πρόβλημα της εφοδιαστικής αλυσίδας επηρεάζοντας το σύνολο της παραγωγής.

Η Royal Enfield ακόμη και για τα φρένα απευθύνεται σε ντόπιους προμηθευτές όπως για παράδειγμα την Bybre, που είναι θυγατρική της Brembo. Η Bybre φτιάχτηκε για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στην τεράστια ζήτηση της τοπικής αγοράς αλλά και στην απαίτηση για πιο προσιτό προϊόν και σύμφωνα με παλαιότερη (2019) δήλωση των ίδιων των ανθρώπων της Brembo, που έχουμε την δυνατότητα να μιλάμε απευθείας, τα προϊόντα της Bybre δεν γίνεται να εξισωθούν με της μητρικής εταιρείας. Προφανώς και δεν υπάρχει κανένα πλάνο για κάτι τέτοιο και η Bybre έχει φτιαχτεί για συγκεκριμένο λόγο όπως είπαμε, αλλά δεν θα γινόταν να κατασκευάζουν εκεί πέρα GP4, για παράδειγμα, ακόμη κι αν το ήθελαν και ο λόγος είναι η πρώτη ύλη.

Το οποίο μας οδηγεί στην επόμενη ερώτηση προς τον κ.Brovedani σχετικά με την προέλευση του μετάλλου στην Royal Enfield, ιδιαίτερα από την στιγμή που η Ινδία φημίζεται για την ανακύκλωση που πραγματοποιεί. Πράγματι, μας εξηγεί, έχουν γίνει μελέτες για χρήση ανακυκλωμένου μετάλλου όμως προς το παρόν όλη η παραγωγή στηρίζεται σε κράμα πρωτογενών υλικών. Στο μέλλον είναι κάτι που σίγουρα θα περάσει στην πράξη, όχι όμως προτού εξελίξουν την διαδικασία. Προς το παρόν, εξηγεί ο κ.Brovedani, είναι πιο προσιτό οικονομικά να χρησιμοποιούν πρωτογενή υλικά που έχουν και την σωστή συνταγή για το πώς να τους συμπεριφέρονται.

Στον τομέα του σκληρού ανταγωνισμού, που ήδη οι Ασιάτες κατασκευαστές έχουν εντείνει σε μεγάλο βαθμό, η θέση της Royal Enfield είναι πως δεν τον φοβήθηκαν ποτέ και δεν είναι κάτι νέο για αυτούς, καθώς βρίσκονται στην μεγαλύτερη αγορά του κόσμου που έτσι κι αλλιώς ο ανταγωνισμός ήταν ανέκαθεν υψηλός. Έχοντας τοποθετηθεί στην κορυφή της Ινδικής αγοράς απολαμβάνουν μία θέση που σε τοπικό βαθμό ξεφεύγει της απευθείας σύγκρισης και με δεδομένο πως η τοπική αγορά μετρά πωλήσεις σε εκατομμύρια μονάδες, η Royal Enfield έχει το πλεονέκτημα να κοιτά από ψηλά.

Σύμφωνα με τον κ.Brovedani το Concept SG650 είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα για τον τρόπο που γεφυρώνεται το παρελθόν με το τώρα, χωρίς να χάνονται οι αξίες της Royal Enfield και ταυτόχρονα τονίζοντας την μεγάλη παράδοση της εταιρείας στο customizing. Ο αναλογικός κόσμος δεν πρέπει να συμπιέζεται από τον ψηφιακό κι ακριβώς όπως συνυπάρχουν τα μηχανικά ρολόγια μαζί με τα ηλεκτρονικά, έτσι και μοτοσυκλέτες όπως η SG650 έχουν την δική τους ξεχωριστή και μάλιστα δεσπόζουσα θέση. Ο τρόπος κατασκευής έχει εδώ τον πρωταρχικό ρόλο, με παράδειγμα το ρεζερβουάρ που είναι φτιαγμένο σε CNC, έχει «σκαφτεί» λοιπόν από ένα μασίφ κομμάτι αλουμινίου, όπως και οι τροχοί το ίδιο, και με αυτή την ευκαιρία προετοιμάστηκαν και αντίστοιχα με βάσεις για σένσορες του ABS και τις δαγκάνες. Η δερμάτινη σέλα έχει ραφτεί στο χέρι, ενώ τα γραφικά και τα χρώματα ξεφεύγουν από τις παραδόσεις για να φέρουν το μέλλον πιο κοντά.

Η αλήθεια είναι πως από κοντά η SG650 δείχνει την φινέτσα της κι αποτυπώνει στο μάτι μία ολοκλήρωση κατασκευής που έως τώρα είναι συνυφασμένη με μάρκες όπως η H-D, ένας στόχος που οι άνθρωποι της Royal Enfield δεν σχολιάζουν, αλλά σου κλείνουν το μάτι όταν τους το λες. Κι έτσι με βεβαιότητα το συγκεκριμένο concept αποτυπώνει την πορεία της Royal Enfield τα τελευταία 120 χρόνια.

Η μεγαλύτερη συνεχής πορεία στην ιστορία.

«Project Origin»

Ας μην ξεχνάμε άλλωστε, όπως έχουμε γράψει και στο ΜΟΤΟ επανειλημμένως, πως η Royal Enfield έχει την μεγαλύτερη, αδιάλειπτη πορεία στην παγκόσμια ιστορία του μοτοσυκλετισμού. Κι αυτό φέτος το γιόρτασε με τον καλύτερο τρόπο φτιάχνοντας μία ρέπλικα της πρώτης μοτοσυκλέτας που βγήκε από την γραμμή παραγωγής της! Η πρώτη ενός εργοστασίου είναι σπάνιο εύρημα, έως πρακτικά αδύνατο όταν μιλάμε για το 1.901, και λίγοι μπορούν να καυχηθούν πως το έχουν στην συλλογή τους! Διότι πριν από 120 χρόνια κανείς δεν σκεφτόταν να αποθηκεύσει την πρώτη που έφτιαχνε με την προοπτική πως στο μέλλον θα έχει φτάσει το μέγεθος πολυεθνικής με σπουδαίες πωλήσεις. Μιλάμε για ταραχώδεις εποχές με τεράστιες δυσκολίες και μεγάλη αβεβαιότητα, οπότε δεν σκέφτεσαι να κρατήσεις την πρώτη, το ακριβώς αντίθετο, πασχίζεις να την διώξεις από πάνω σου. Πόσο μάλιστα όταν κόστιζε 50 λίρες Αγγλίας που αντιστοιχούν σε €4.700 σημερινά χρήματα. Επίσης δεν υπήρχαν σχέδια ή λεπτομέρειες της πρώτης μοτοσυκλέτας, αλλά αυτό δεν σταμάτησε την Royal Enfield που έβαλε στόχο να κατασκευάσει μία ρέπλικα απόλυτα πιστή, όχι μόνο στην εμφάνιση αλλά και σε κατασκευή, επιστρέφοντας δηλαδή σε πρακτικές εκατό ετών! Ανέθεσε σε μία ομάδα ειδικών το δύσκολο αυτό στόχο, κι εκείνοι έψαξαν σε δημοσιεύματα της εποχής, σε παλιές φωτογραφίες των πρώτων ιδιοκτητών και συγκέντρωσαν κάθε στοιχείο που μπορούσε να υπάρχει, ώστε να χτίσουν μία απόλυτα λεπτομερή εικόνα του μοντέλου.

Ο αναβάτης έπρεπε να ξεκινήσει κάνοντας πετάλι μέχρι να πάρει μπροστά ο κινητήρας και μετά να γυρίσει το καρμπυρατέρ για να ξεκινήσει εκείνο να τροφοδοτεί, και όχι πριν. Ο αναβάτης έπρεπε επίσης να ελέγχει και την ανάφλεξη για να πετύχει σταθερή απόκριση, που σημαίνει πως δεν υπήρχε γκαζιέρα με την έννοια που ξέρουμε εμείς, αλλά με μαεστρία έπρεπε να ρυθμίζεις το άνοιγμα των βαλβίδων, κυριολεκτικά ακούγοντας και αισθανόμενος τον κινητήρα! Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πως η λίπανση ήταν ακόμη πιο πολύπλοκη διαδικασία! Στην αριστερή πλευρά του κυλίνδρου, υπήρχε ένας λεβιές από τον οποίο ο αναβάτης μπορούσε να ελέγχει την τροφοδοσία λαδιού μέσα στον στροφολοθάλαμο, το οποίο και καιγόταν μετά από 10-15 μίλια, πριν επαναλάβει την διαδικασία. Αν το παράκανε θα γινόταν μαύρος κι αυτός και όλοι οι πεζοί γύρω του, αν το ξεχνούσε θα τον έσπαγε. Φανταστείτε τα τώρα όλα αυτά, απέναντι στους οδηγούς του σήμερα.

Μία δεκαετία αργότερα η Royal Enfield έβγαζε το Model 200, το οποίο ήταν δίχρονο, έπιανε 40 μίλια τελικής και είχε φρένα και τροχούς ποδηλάτου. Μπορεί να μην χρειαζόταν πλέον να είσαι ένας κανονικός μηχανικός για να την οδηγήσεις, αλλά σίγουρα έπρεπε να είσαι γενναίος. Την δεκαετία του 1930 η Royal Enfield είχε μοτοσυκλέτα 1.140 κυβικών με αρκετή ροπή για να ξεριζώσει ένα δέντρο, όπως έλεγαν χαρακτηριστικά, και προωθούνταν στο μεγάλο μοτοσυκλετιστικό κοινό της Αγγλίας μέχρι και την έναρξη του πολέμου. Την χειρότερη περίοδο στην σύγχρονη ιστορία της ανθρωπότητας, έφτιαχναν μοτοσυκλέτες για τον στρατό, προβάλλοντας την απλότητα και την ευκολία κατασκευής και επισκευών, ως μέγιστο προτέρημα.

Μέσα από την τεράστια διαδικασία που έφτιαξαν για να δημιουργήσουν την ρέπλικα της πρώτης μοτοσυκλέτας, συνδέθηκαν ξανά με το παρελθόν και εκτίμησαν εκ νέου την τεράστια αυτή πορεία τους! Λίγες μάρκες μπορούν να γιορτάσουν κάτι τέτοιο και για να τιμήσουν ακόμη περισσότερο αυτή την πορεία, είχαν στην EICMA και τις επετειακές μοτοσυκλέτες που το φινίρισμά τους αξίζει να το δει κανείς από κοντά.

Οι Interceptor INT 650 και Continental GT 650 έκλεψαν την παράσταση και είχαν πάντα κόσμο τριγύρω τους. Συνοδεύονται από αύξοντα σειριακό αριθμό και θα φτιαχτούν μόλις 60 για τις τέσσερις γεωγραφικές περιοχές του κόσμου.

Ετικέτες

H Phelon & Moore έρχεται Ελλάδα - Μέσω της TEOREN MOTORS Α.Ε.

Η ελληνική εισαγωγική ενισχύει την παρουσία της στους δύο τροχούς - Πότε έρχονται
Phelon & Moore στην Ελλάδα από την Teoren
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

10/11/2025

Η TEOREN MOTORS Α.Ε. ανέλαβε την εισαγωγή των μοτοσυκλετών και σκούτερ της αναγεννημένης Phelon & Moore στην ελληνική αγορά.

Γνωρίζαμε από πέρσι τις συζητήσεις μεταξύ των δύο πλευρών, συζητήσεις που κατέληξαν τελικά σε συμφωνία μεταξύ της TEOREN MOTORS Α.Ε. και της Phelon & Moore με την ελληνική εισαγωγική να ενισχύει έτσι σημαντικά τη δίτροχη παρουσία της στην Ελλάδα έχοντας και την UM Motorcycles.

Η Phelon & Moore ιδρύθηκε στο Yorkshire της Αγγλίας το 1904, από τον Joah Phelon και τον μηχανικό Richard Moore. Ο Moore μπήκε στην εταιρεία έπειτα από τον θάνατο του ανιψιού του Phelon, Harry Rayner, σε τροχαίο δυστύχημα με την εταιρεία να ονομάζεται αρχικά Phelon & Rayner.

Αυτό που χαρακτήριζε τις Phelon & Moore ήταν οι καινοτομίες που τις έκαναν να ξεχωρίζουν αλλά και η φήμη που απέκτησαν ως πολύ ποιοτικές και αξιόπιστες μεταξύ των δύο πολέμων, ενώ ήταν δημοφιλείς και με side car. 

Οι P&M χρησιμοποιούσαν μετάδοση με αλυσίδα από το 1902, λίγο αργότερα ήρθαν και τα κιβώτια ταχυτήτων (δύο στην αρχή και έπειτα τέσσερεις) ενώ σήμα κατατεθέν τους ήταν ο μονοκύλινδρος κινητήρας που αποτελούσε ενεργό μέρος του πλαισίου και είχε περιστραφεί ολόκληρος μέσα στο πλαίσιο κατά 40 μοίρες (κινητήρας sloper). Το πρώτο πρωτότυπο έκανε την εμφάνισή του το 1900 με τα χειροποίητα μοντέλα να κατασκευάζονται και να πωλούνται μεταξύ 1901 και 1903. 

Η προσπάθεια για την αναβίωση της Phelon & Moore ξεκίνησε πριν από τέσσερα χρόνια από μια ομάδα επενδυτών, με την αναγεννημένη εταιρεία να κάνει επίσημο ντεμπούτο στην περσινή EICMA με δύο μοτοσυκλέτες και δύο σκούτερ (διαβάστε περισσότερα εδώ). 

Μεταξύ των επενδυτών είναι και η οικογένεια Villegas της UM Motorcycles με συνιδρυτή τον Diego Villegas. Η εγγραφή της εταιρείας έχει γίνει στο Λονδίνο με την Phelon & Moore να έχει γραφεία και στο Τορίνο της Ιταλίας.

Σύμφωνα και με σχετικές αναφορές κάποιοι πιστεύουν ότι η P&M, ενσωματώνοντας όλα τα παραπάνω, ήταν η πρώτη που ξέφυγε από τα ποδήλατα με κινητήρα και δημιούργησε την πρώτη πραγματική μοτοσυκλέτα.  Αυτό το χαρακτηριστικό παρέμεινε μέχρι και το οριστικό κλείσιμο της εταιρείας το 1966, με την P&M να βρίσκεται ήδη σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης από το 1962. Τα οικονομικά προβλήματα ξεκίνησαν τον 'B ΠΠ γιατί σε αντίθεση με τον 'A ΠΠ, η P&M δεν ήταν ανάμεσα στις εταιρείες που κατασκεύασαν μοτοσυκλέτες μαζικά για τον στρατό.

Η Phelon & Moore βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε διαδικασία "χτισίματος" της γκάμας της, η οποία απαριθμεί μέχρι στιγμής δύο μοτοσυκλέτες και δύο scooter, τα οποία κατασκευάζονται στην Κίνα. 

Η πρώτη μοτοσυκλέτα, στην οποία οι άνθρωποι της εταιρείας ποντάρουν πολλά ειδικά για τις ευρωπαϊκές αγορές, είναι η crossover Capetown 7 με το όνομά της να αποτίνει φόρο τιμής στον τελικό προορισμό των Theresa Wallach και Florence Blenkiron, την πρωτεύουσα της Ν. Αφρικής, με τους Βρετανούς να έχουν ξεκινήσει από το Λονδίνο για να διασχίσουν την Αφρική στη σέλα μιας Panther.

Phelon & Moore στην Ελλάδα από την Teoren

Η Capetown 7 είναι διαθέσιμη σε δύο εκδόσεις, μία με χυτές αλουμινένιες ζάντες και μία με ακτινωτούς τροχούς. Και στις δύο εκδόσεις η εμπρός ζάντα είναι 19 ιντσών -17 η πίσω- με τις διαδρομές των αναρτήσεων και στα δύο άκρα να βρίσκονται στα 170 χλστ., ενώ αυτό που την κάνει να ξεχωρίζει είναι το αλουμινένιο μονόμπρατσο ψαλίδι της, με την υπόλοιπη αισθητική της μοτοσυκλέτας να είναι εύπεπτη και να μην μοιάζει με άλλο μοντέλο της κατηγορίας.

Ο κινητήρας της crossover είναι εν σειρά δικύλινδρος στα 693 κ.εκ. με την ισχύ του να ανακοινώνεται στους 74 ίππους και τη μέγιστη τιμή της ροπής στα 6,94 χιλιογραμμόμετρα ροπής στις 8.500 και 6.500 σ.α.λ. αντίστοιχα. Η Capetown 7 φέρει TFT οθόνη που συνδέεται με κινητό και προσφέρει λειτουργία mirroring, ενώ στον εξοπλισμό της περιλαμβάνονται ρυθμιζόμενη οθόνη, χούφτες traction control, σύστημα παρακολούθησης πίεσης ελαστικών, ABS που απενεργοποιείται και full LED φώτα. 

Στις αναρτήσεις, τέλος, έχουμε πλήρης ρυθμίσεις για το πιρούνι των 43 χλστ. και υδραυλική προφόρτιση για το αμορτισέρ, ενώ στα φρένα βλέπουμε δίσκους 320 χλστ. και ακτινικής τοποθέτησης δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων. Το ύψος της σέλας είναι 810 χλστ. (830 για την ), το μεταξόνιο βρίσκεται στα 1.550 χλστ. και το βάρος στα 249 κιλά πλήρης υγρών για την "Χ" και στα 240 κιλά για την "S".

Phelon & Moore στην Ελλάδα από την Teoren

Επόμενη μοτοσυκλέτα είναι η Panther, η cruiser που παράγεται επίσης σε δύο εκδόσεις τη C και την S που ξεχωρίζουν μεταξύ τους επίσης στις λεπτομέρειες: η C έχει πιο κλασική αισθητική και όρθια θέση οδήγησης με μπόλικη δόση χρωμίου σε εξάτμισης και άλλα σημεία της, ενώ η S είναι η πιο σπορ με λεπτομέρειες και εξάτμιση -διαφορετική- σε μαύρο χρώμα, τιμόνι πιο χαμηλά τοποθετημένο, διαφορετική, μονή σέλα και κανονικά μαρσπιέ αντί για floor boards. Διαφορετική είναι επίσης η θέση της στρογγυλής TFT οθόνης των 4,5 ιντσών με την C να την έχει στο ρεζερβουάρ και την S στο τιμόνι.

Phelon & Moore Panther

Η Panther έχει V2 κινητήρα στα 573 κ.εκ. με τη ισχύ και την ροπή του να βρίσκεται στους 54 ίππους και τα 4,95 χιλιογραμμόμετρα στις 8.500 και 6.500 σ.α.λ. αντίστοιχα, με μεταξόνιο στα 1.600 χλστ. και βάρος στα 249 κιλά πλήρης υγρών -246 για την S-, ενώ το ύψος της σέλας βρίσκεται στα χαμηλά 700 χλστ.

Το Panthette X είναι το crossover σκούτερ της Phellon & Moore και θα είναι διαθέσιμο σε δύο εκδόσεις, μία με μοτέρ στα 125 κ.εκ. για δίπλωμα κατηγορίας Α1 και μία στα 300 κ.εκ. Στην πρώτη περίπτωση η ισχύς βρίσκεται στους 12 ίππους και τα 1,19 kg.m, ενώ ο μεγαλύτερος κινητήρας αποδίδει 31,5 ίππους και 2,55 kg.m στις 8.000 και 5.000 σ.α.λ. αντίστοιχα.

Phelon & Moore Panthette

Υπάρχει και έκδοση στα 250 κυβικά που πληροί επίσης της Euro 5+ προδιαγραφές, με μικρή απόκλιση προς τα κάτω αναφορικά με την απόδοσή της και δεν γνωρίζουμε ακόμη αν θα εισαχθούν και οι δύο. Ο εξοπλισμός είναι σε υψηλό επίπεδο με φωτιζόμενους διακόπτες, θερμαινόμενα γκριπ, χούφτες αλλά και TFT οθόνη επτά ιντσών με λειτουργία mirroring, ενώ η τελική μετάδοση γίνεται με ιμάντα.

Phelon & Moore Panther

Για εκείνους που θέλουν περισσότερη κομψότητα η Phelon &Moore διαθέτει το Panthette S, ένα σκούτερ που ξεχωρίζει από τον μεγάλο, σχεδόν στρογγυλό προβολέα του, με τον εμπρός τροχό να έχει ζάντα 16 ιντσών -14 πίσω-, ενω ξεχωριστή είναι και η κάθετα τοποθετημένη TFT των επτά ιντσών. Κάτω από τη σέλα χωρά ένα demi-jet κράνος, ενώ στον εξοπλισμό του Panthette S περιλαμβάνεται TPMS σύστημα παρακολούθησης πίεσης των ελαστικών, σύστημα start & stop και ABS και θα είναι διαθέσιμο με τρεις διαφορετικούς κινητήρες. Και σε αυτή την περίπτωση δεν γνωρίζουμε αν θα εισαχθούν όλες οι εκδόσεις, με την πρώτη να έχει αερόψυκτο κινητήρα 125 κ.εκ. με απόδοση στους 9,1 ίππους, την δεύτερη να φέρει υγρόψυκτο 125άρη 12 ίππων και την τρίτη 200άρη κινητήρα με 17 ίππους και 1,53 kg.m ροπής.

Στη φετινή EICMA η P&M παρουσίασε και την roadster Brighton 6 με εν σειρά δικύλινδρο 550 κ.εκ. που αποδίδει 59 ίππους -διαβάστε περισσότερα εδώ.

Το Capetown 7 αναμένεται στην ελληνική αγορά στα τέλη του ερχόμενου Ιανουαρίου, ενώ τα υπόλοιπα στα τέλη του Φεβρουαρίου 2026.