Το "Leather Top" της χαρίζει ΑΚΟΜΗ ΕΝΑ βραβείο Red Dot Design Award!
Από τον
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
5/4/2017
Πόσες φορές μία εταιρία, και μάλιστα ελληνική - που ως γνωστό οι Έλληνες δηλώνουν ότι θέλουν- μπορεί να διαφημιστεί ως η καλύτερη στον κόσμο και πραγματικά όχι μόνο να είναι, αλλά να απέχει και τεράστιο βήμα μπροστά από τον δεύτερο; Τα φίλτρα της ελληνικής DNA, της εταιρίας που δημιούργησε ο Ντίνος Νικολαΐδης από όπου πηγάζει και το όνομά της, είναι πολλαπλές φορές αποδεδειγμένο ότι είναι τα καλύτερα που μπορεί να βρει κανείς σε όλο τον κόσμο, απέναντι σε κάθε όνομα, μικρό ή μεγάλο. Την DNA εμπιστεύονται διεθνείς βελτιωτικοί οίκοι και παγκόσμιες αγωνιστικές ομάδες, καθώς τα φίλτρα αέρος που κατασκευάζει αποδίδουν το μέγιστο δυνατό.
Οι πρωτοτυπίες της DNA είναι πολλές, με πρώτη και καλύτερη την τεχνολογία Fcd, όπως την ονομάζουν, δηλαδή τον σχεδιασμό ενός φίλτρου που το σχήμα του ξεφεύγει από τα απλά γεωμετρικά των υπολοίπων κατασκευαστών και ακολουθεί το πλήρες περίγραμμα του φιλτροκουτιού, κάνοντας χρήση ολόκληρης της επιφάνειας, μεγιστοποιώντας την ροή του αέρα. Η DNA ήταν επίσης από τις πρώτες εταιρίες που ξέφυγε από την χρήση του απλού αφρώδους υλικού φτιάχνοντας το δικό της υλικό φιλτραρίσματος DNA® με πολλαπλά στρώματα.
Τώρα προχώρησε σε μία νέα πρωτοτυπία:
Κατασκεύασε φίλτρο με δερμάτινη επιφάνεια, με σύνθετο γεωμετρικό σχήμα και μάλιστα η δερμάτινη επιφάνεια έρχεται σε διαφορετικά χρώματα! Από την εποχή που είχε φτιάξει το φίλτρο των KTM Duke αναδεικνύοντας το ίδιο το φίλτρο σε αξεσουάρ εμφάνισης και όχι μόνο απόδοσης, η DNA ξανά χτυπά με κάτι μοναδικό για την νέα έκρηξη του customizing στην εποχή μας, δίνοντας την ευκαιρία στον ιδιοκτήτη να αναβαθμίσει την εμφάνιση της μοτοσυκλέτας, σε ένα σημείο που δεν μπορούσαν να γίνουν πολλά πράγματα, την στιγμή που ταυτόχρονα αναβαθμίζεται και η απόδοση!
Η νέα σειρά φίλτρων της DNA, όπως και όλα της τα φίλτρα, σχεδιάζονται, κατασκευάζονται κι έπειτα εξάγονται σε όλο τον κόσμο από την Ελλάδα, την στιγμή που η χώρα μας παραμένει μία από τις μικρότερες αγορές για την εταιρία.
Αναμένουμε περισσότερες λεπτομέρειες για το "Leather Top" φίλτρο, που η DNA ετοίμαζε εδώ και καιρό και μας είχε προειδοποιήσει για την πρωτοτυπία, στο περίπτερό της στην EICMA χωρίς να αποκαλύψει περισσότερα εκείνη την ώρα. Ταυτόχρονα ετοιμάζει και κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που την είχαμε συνηθίσει, μία custom μοτοσυκλέτα με την ονομασία DCR017!
H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία
Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
28/4/2026
Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.
Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.
Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.
Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.
Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960.
Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.
Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.
Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.
Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο.
Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.