Η ιστορία του ντελιβερά που τα έβαλε με την μαφία των σκούτερ του Λονδίνου

Αποκάλυψε μόνος του την ταυτότητά του
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

21/10/2019

Ενάμισι χρόνος έχει περάσει από την ημέρα που ο Omar Marjan, courier στο νοτιοδυτικό Λονδίνο, αποφάσισε να καταγράφει συστηματικά πλέον τις καθημερινές διαδρομές του. Ο Omar είχε μόλις επιβιώσει από μία ένοπλη επίθεση με μαχαίρι που στόχο είχε να του κλέψουν το σκούτερ, το δεύτερο μιας και το πρώτο το είχαν ήδη αρπάξει. Πλήρωνε ήδη δόσεις για το PCX όταν προσπάθησαν να του αφαιρέσουν ένα Forza 300 μαχαιρώνοντάς τον με την λεπίδα να του διαπερνά το χέρι. Πάλεψε μαζί τους όχι από μαγκιά ή τσαμπουκά, αλλά με την αδρεναλίνη της στιγμής, που του είπε πως το να παλέψει είναι η μόνη ευκαιρία που έχει να βγει ζωντανός. Ο 22χρος Omar γινόταν εκείνη την στιγμή πιο πλούσιος σε εμπειρίες από τους ανήλικους ληστές και εν δυνάμει δολοφόνους που μαίνονται τους δρόμους του Λονδίνου. Αυτό θα του χάριζε το προτέρημα να καταλήξει σταδιακά ο κυνηγός τους…

Ο Omar ξόδευε περισσότερες από 50 ώρες στους δρόμους αυτούς κάθε εβδομάδα και τα πράγματα που έβλεπε ήταν απίστευτα. Ξεκινούσε για την δουλειά του με την ίδια ψυχολογία που έχει κάποιος που πηγαίνει για πόλεμο, κι αυτό γιατί οι κλέφτες με τα σκούτερ, δεν ήταν πλέον απλοί κλέφτες παρκαρισμένων μοτοσυκλετών. Ορμούσαν -ορμούν και τώρα δεν έχει αλλάξει κάτι- σε ανυποψίαστους αναβάτες και με την απειλή μαχαιριών τους παίρνουν τις μοτοσυκλέτες και τα σκούτερ που καβαλούν. Ακριβώς όπως στην Βραζιλία, και σταδιακά και με την ίδια συχνότητα, ο Omar γινόταν πολύ συχνά μάρτυρας επιθέσεων. Για αυτό κι άρχισε να κινηματογραφεί τις διαδρομές που έκανε. Έτσι κατέγραψε την δεύτερη επίθεση που του έγινε, ενώ το video κατέληξε viral, με τον ίδιο να γίνεται θέμα στις ειδήσεις. Αυτό το τελευταίο θα ήθελε εκ των υστέρων να το είχε αποφύγει, διότι ο εύρωστος Omar αποφάσισε από εδώ και πέρα να κυνηγά κάθε έναν που πετυχαίνει στο δρόμο, αντί απλά να καλεί την αστυνομία, ξεμπροστιάζοντας την δράση τους στο internet. Ήταν συνετό να κρατήσει την ανωνυμία του ξεκινώντας μία τέτοια δράση… Και αυτή η απόφαση ήρθε πρώτα γιατί έβλεπε ένα πρόβλημα να μεγαλώνει, κυριολεκτικά μπροστά του, κι έπειτα γιατί το αίσθημα της αυτοσυντήρησης του έλεγε πως μονάχα η αντίδραση θα ήταν δικαιολογημένη απέναντι σε μία εμπόλεμη πραγματικότητα.

Σύντομα μέσα από το κανάλι του είχε αποδείξει την δράση των συμμοριών στις περιοχές Hammersmith και Shepherd’s Bush και ο ίδιος είχε γίνει αναγνωρίσιμος. Σε εκείνο το πρώτο video φαινόταν το πρόσωπό του, ενώ η καθημερινή του παρέλαση με τις κάμερες στους ίδιους δρόμους, τον είχαν καταστήσει αναγνωρίσιμο.

Την ίδια εποχή η αστυνομία της μητροπολιτικής περιοχής του Λονδίνου πήρε την απόφαση να εμβολίζει τις μοτοσυκλέτες που προσπαθούν να διαφύγουν, κάτι που έως εκείνη την στιγμή αντιμετωπιζόταν ως αναίτια αστυνομική βία. Για να φτάσουν σε αυτή την απόφαση, είδαν την «εγκληματικότητα των σκούτερ» να φτάνει σε πρωτοφανή επίπεδα που μονάχα με τριτοκοσμική χώρα μπορούσαν να συγκριθούν. Ανοίγοντας μία μικρή παρένθεση, φέτος τον Σεπτέμβριο η αστυνομία του Λονδίνου ανακοίνωσε τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της τακτικής που τα παρουσιάζει ως καλά. Η αλήθεια δεν είναι ακριβώς έτσι, καθώς από λιγότερες από χίλιες επιθέσεις μία επταετία πριν, πλέον μετρούν πάνω από είκοσι χιλιάδες! Διαιρεμένες σε 365 ημέρες, αντιλαμβάνεται κανείς πως δεν γίνεται να κυκλοφορήσεις με ασφάλεια κι αυτό μονάχα ως μείωση δεν μπορεί κανείς να το μετρήσει. Επίσης η τακτική του εμβολισμού στους δρόμους του Λονδίνου δεν είναι νέα, παρόλο που ως τέτοια θέλουν να την παρουσιάζουν τα μέσα ενημέρωσης, μάλλον από ελλιπή ενημέρωση που έχουν τα ίδια. Απλά διευρύνθηκε το νομικό πλαίσιο στο οποίο δικαιολογείται μία τέτοια πράξη που μπορεί να επιφέρει τον θάνατο, με τους αστυνομικούς όμως να συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν κατηγορίες αυτεπάγγελτα και σε δεύτερο χρόνο να εξετάζεται αν τελικά καλώς εμβόλισαν το σκούτερ που προσπαθούσε να διαφύγει. Ήδη υπάρχουν περιπτώσεις που οδήγησαν και σε καταδίκη, κάτι που - αν θέλετε να το έχετε σίγουρο- δεν θα γινόταν ποτέ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Ο Omar πέτυχε ακριβώς αυτή την τεράστια έξαρση της εγκληματικότητας στο απόγειό της, όταν γειτονιές ολόκληρες στήριζαν την οικονομική τους επιβίωση στην παραβατικότητα των σκούτερ κι έτσι έφτασε στο σημείο να του κάνουν νοήματα οι πεζοί από τα πεζοδρόμια αποκαλώντας τον «καρφί». Η ταυτότητά του είχε αποκαλυφθεί. Παράλληλα η ζωή στις περιοχές αυτές είχε καταντήσει ανυπόφορη και το ενδιαφέρον των μέσων μαζικής ενημέρωσης είχε αυξηθεί. Για αυτό κι άρχισε πλέον τις συνεντεύξεις χωρίς να καλύπτει το πρόσωπό του, μιλώντας απευθείας για το τεράστιο αυτό πρόβλημα. Η απήχηση του Omar όταν ξεκίνησε τις συνεντεύξεις ήταν τόσο μεγάλη, που έφτασε στο σημείο να συνομιλεί και με τους ίδιους τους κλέφτες, σε κάποια περίπτωση και με την μητέρα ενός νεαρού στα σπάργανα της παραβατικότητας, που αποκαλούσε τον γιό της «έναν άγγελο» χωρίς να αναγνωρίζει όλα αυτά που κάνει…

Ταυτόχρονα και το θράσος των ληστών είχε αντίστοιχα αυξηθεί, βλέποντας πως μονάχα ένα μικρό ποσοστό ληστειών και κλοπών, φτάνουν στην εξιχνίαση. Κι έτσι έφτασαν στο σημείο να δημοσιοποιούν την δράση τους, κυρίως στο Instagram αλλά και σε άλλα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Ήταν τότε, στις αρχές της φετινής χρονιάς, που σε μία «οργανωμένη βόλτα» -όπως κακώς τις αποκαλούμε εμείς εδώ στην Ελλάδα- ο Omar έμεινε πίσω από την παρέα του για να αντιμετωπίσει ένα άλλο πρόβλημα που είχε με την μοτοσυκλέτα του και αναγνώρισε ύποπτες κινήσεις από ένα σκούτερ που αργότερα επιβεβαιώθηκε κλεμμένο. Τα γεγονότα εκείνης της ημέρας και το γεγονός πως πολύ συχνά η παρέα μαζεύονται στο ACE Café και απέναντι έχουν συμμορίες κλεφτών που ξεδιάντροπα καραδοκούν σαν τους λύκους να αρπάξουν όποιο πρόβατο ξεστρατίσει, ισχυροποίησαν μία σκέψη που υπήρχε από πριν. Να πάψουν να είναι τα πρόβατα. Να φτιάξουν μία ομάδα περιφρούρησης που θα καταδιώκει τους ληστές στους δρόμους της ευρύτερης περιοχής τους. Το αποτέλεσμα ήταν σύντομα τόσο μεγάλο που κατέληξε σε συνεντεύξεις ληστών - μάλιστα ναι κανονικών ληστών- που ανοικτά απειλούν τον Omar! Παρόλο που ο Omar δεν είναι «αρχηγός» της ομάδας περιφρούρησης, σίγουρα έχει αποκτήσει μεγαλύτερη εμπειρία μέσα από την καθημερινότητά του, ώστε να αναγνωρίζει όλα όσα βλέπει στον δρόμο. Μπορεί να μην βλέπει τον εαυτό του ως «εκδικητή» αλλά έτσι τον αντιμετωπίζουν τόσο οι ληστές, όσο και η αστυνομία που δεν βλέπει με καλό μάτι τις ομάδες αυτές, φοβούμενη πως θα φτάσουν σε σημείο να γίνονται συγκρούσεις. Όχι όμως πως η τωρινή κατάσταση στους δρόμους είναι καλύτερη. Η δικαιολογία της αστυνομίας είναι πως έχουν μεγαλύτερα προβλήματα από αυτά. Την ίδια στιγμή ο Omar κυκλοφορεί με αλεξίσφαιρο γιλέκο.

Πρόσφατα αποκάλυψε πως ένας «ράπερ» που είχε αρχίσει να κερδίζει φήμη μέσα από την μουσική “Drill” ένα κλαδί της trap που έχει ξεκινήσει από το Σικάγο και βασίζεται σε απλοϊκούς στοίχους με μίσος για την κοινωνία, ήταν στην πραγματικότητα ένας από αυτούς που κυνηγά τόσο καιρό.

Μόλις χθες, κι αφορμή για αυτό το άρθρο, ο Omar ξεκίνησε μία διαδικτυακή συνομιλία με έναν ληστή που κατέληξε να ανακαλύψει σε πιο σπίτι βρισκόταν η ολοκαίνουρια μοτοσυκλέτα που καραδοκούσε να ληστέψει. Πήγε να τους αντιμετωπίσει και κατέληξε σε καταδίωξη, ενώ ενημέρωσε την αστυνομία. Πλέον ο Omar, είτε θέλει να το παραδεχτεί είτε όχι, πράγματι λειτουργεί ως «εκδικητής» κι αυτό είναι ακριβώς και το σημείο που θα πρέπει να προσέχει. Αυτή την στιγμή βλέπουμε την απαρχή μίας γενικευμένης σύγκρουσης ανάμεσα σε καθημερινούς αναβάτες και νέους ληστές, στους δρόμους του Λονδίνο!

Οι περισσότεροι από τους ληστές αυτούς είναι ανήλικοι ή πολύ νέοι, άπειροι σχετικά και λειτουργούν περισσότερο από θράσος παρά με σχέδιο. Εκείνοι που γίνονται αποδέκτες των κλοπιμαίων όμως ανήκουν σε άλλη στόφα, θεωρούν αυτό που κάνουν μία επιχείρηση και δηλώνουν μάλιστα επιχειρηματίες στον ευρύτερο κοινωνικό τους κύκλο. Οι ληστές είναι αναλώσιμοι και δεν νοιάζεται κανείς για εκείνους όταν πιάνονται, είτε από «εκδικητές» είτε από την αστυνομία, έχοντας φροντίσει να μην υπάρχει σύνδεση με το παραπάνω επίπεδο. Όταν όμως η δράση τέτοιων ομάδων, αναπόφευκτα κάποια στιγμή στο μέλλον, τους φέρει άμεσα αντιμέτωπους με τους «επιχειρηματίες», τότε τα πράγματα στους δρόμους του Λονδίνου θα γίνουν πραγματικά πολύ σοβαρά…

Εμείς εδώ δεν έχουμε ακόμη φτάσει σε αυτό το σημείο, να έχουμε παραβατικότητα τύπου Βραζιλίας, όπου επιτίθονται σε οχήματα εν κινήσει είτε για να ληστέψουν το περιεχόμενο, είτε για να τα αρπάξουν. Τουλάχιστον όχι ως καθημερινό φαινόμενο. Μία τέτοια δράση εδώ, θα βρει περισσότερους “omar” απ΄ότι στο Λονδίνο κι έχει να κάνει με ένα σωρό άλλα πράγματα κοινωνικής συνοχής και ανάληψης ευθύνης από ένα φθηνό σχόλιο περί μαγκιάς. Δεν θέλουμε να φανεί ποτέ ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ούτε και στον μακρινό ορίζοντα, όμως χρόνια τώρα ζούμε την ολοένα και μεγαλύτερη αύξηση της εγκληματικότητας με σκούτερ και μοτοσυκλέτες, καθώς και την αποδεδειγμένη οργάνωση των ληστών αυτών σε συμμορίες που δρουν κατά επάγγελμα. Έχουμε περισσότερους αστυνομικούς στα γραφεία και σε ρόλους πορτιέρη, παρά σε καθημερινές ασταμάτητες περιπολίες και τα στοιχεία για την Αθήνα είναι σοκαριστικά. Μετά βίας φτάνουμε το 10% σε ποσοστό εξιχνιάσεων όταν πρόκειται για κλοπές κι αυτό ήταν η αρχή του κακού και για το Λονδίνο το 2012, πολύ πρόσφατα δηλαδή, όταν και σημειώθηκε το πρώτο κύμα έξαρσης. Διαθέτουμε πολύ καλό, ή μάλλον καλύτερο συγκριτικά, ποσοστό εξιχνίασης στις ένοπλες επιθέσεις και τις ληστείες, αλλά αυτό δεν ξέρουμε γιατί κάποια ηγεσία θα πρέπει να το βλέπει καθησυχαστικά…

Έλλειψη πινακίδων κυκλοφορίας: Ο ΣΕΜΕ προειδοποιεί για αναστολή ταξινομήσεων και προτείνει λύσεις – Κάποιος να ξυπνήσει την κυβέρνηση

Ο ΣΕΜΕ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου προς ένα Κράτος που μοιάζει να βρίσκεται σε βαθύ ύπνο
no number plates
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

13/3/2026

Την Παρασκευή 6 Μαρτίου γράφαμε ξανά για τη δυστοπία που έχει δημιουργηθεί γύρω από τον διαγωνισμό προμήθειας πινακίδων κυκλοφορίας οχημάτων από το Υπουργείο Μεταφορών, εντοπίζοντας το πρόβλημα στη διαμάχη δύο εταιρειών που ερίζουν για τη δουλειά και δυστυχώς αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που ασχοληθήκαμε.

Το θέμα έχει εμφανιστεί επανειλημμένα και, παρότι θα έπρεπε λογικά να έχει βρεθεί μια οριστική λύση, φτάνουμε ξανά και ξανά στο ίδιο αδιέξοδο, το οποίο η κυβέρνηση προσπάθησε να ξεπεράσει με μια πολύ προσωρινή λύση: απευθείας αναθέσεις σε μικρές ποσότητες.

Το είχαμε ξαναγράψει τον Φλεβάρη και έναν μήνα μετά απλώς διαπιστώσαμε πως το όλο θέμα, όχι απλώς δεν είχε αντιμετωπιστεί, αλλά είχε εξαπλωθεί σε όλη τη χώρα καθώς έμποροι προσπαθούσαν να βρουν πινακίδες για να εξυπηρετήσουν τους πελάτες τους – που είχαν παραγγείλει και πληρώσει μοτοσυκλέτες που δεν μπορούσαν να παραλάβουν – καταφεύγοντας σε άλλες περιφέρειες της χώρας που δεν είχαν (ακόμη) ξεμείνει από πινακίδες.

Παρασκευή 13 Μαρτίου σήμερα, που γράφονται αυτές οι αράδες, κι ακόμη δεν έχει γίνει τίποτα πλην του να φτάσουμε κοντύτερα στο χείλος του γκρεμού, καθώς ο Σύνδεσμος Εισαγωγέων Μοτοσυκλετών Ελλάδος (ΣΕΜΕ) εξέδωσε δελτίο Τύπου με ημερομηνία 12 Μαρτίου 2026, στο οποίο ευθέως μιλά για “Επικείμενη αναστολή ταξινομήσεων δικύκλων λόγω εξάντλησης αποθεμάτων πινακίδων κυκλοφορίας.”

Το πρόβλημα περιγράφεται από τον ΣΕΜΕ με τα ίδια μελανά χρώματα:

“Το υφιστάμενο πρόβλημα εδράζεται σε διοικητικές αστοχίες κατά τη διαγωνιστική διαδικασία προμήθειας νέων πινακίδων, η οποία προσβλήθηκε νομικά, επιφέροντας εκ των πραγμάτων σημαντικές καθυστερήσεις στην ολοκλήρωσή της.

“Οι απευθείας αναθέσεις που προέκυψαν προσπάθησαν να καλύψουν το κενό χωρίς όμως να προσφέρεται οριστική λύση. Επιπροσθέτως, δεν κατέστη εφικτή ούτε η προσπάθεια της ΓΔΟΥ του Υπουργείου Μεταφορών για σχετικό αίτημα προς το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με στόχο την απευθείας διαπραγμάτευση, καθώς όπως ενημερωθήκαμε, μισό μήνα μετά την κατάθεση του αιτήματος, απορρίφθηκε.

“Βάσει των υφιστάμενων δεδομένων, δημιουργείται ένα επιχειρησιακό κενό τουλάχιστον είκοσι (20) έως τριάντα (30) ημερών, κατά το οποίο η αγορά θα στερείται πλήρως του απαραίτητου υλικού. Προτάσεις του ΣΕΜΕ για την προσωρινή γεφύρωση του κενού, όπως η χρήση πινακίδων χωρίς ανακλαστική μεμβράνη, δεν προκρίθηκαν ελλείψει σχετικού νομοθετικού πλαισίου.

“Παράλληλα, μια ακόμη λύση που έχει προταθεί είναι εκείνη των προσωρινών αδειών κυκλοφορίας, η οποία δεν έχει λάβει μέχρι στιγμής την απαιτούμενη κανονιστική μορφή, ώστε να είναι άμεσα εφαρμόσιμη.”

Προς επίλυση του προβλήματος ο ΣΕΜΕ κάνει τρεις προτάσεις, μια για την άμεση κινητοποίηση της διαδικασίας και δύο για μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση αναλόγων καταστάσεων στο μέλλον.

Η άμεση θεσμοθέτηση Προσωρινών Αδειών είναι η πρόταση για να προχωρήσει τώρα η αγορά, ως μέτρο που μπορεί να αποφασιστεί και να θεσμοθετηθεί πριν καν φτάσουμε στην πλήρη παύση ταξινομήσεων, δηλαδή ουσιαστικά στην παύση της εμπορικής δραστηριότητας στον επαγγελματικό χώρο της Μοτοσυκλέτας.

Δεν θα ήταν καν η πρώτη φορά που θα εφαρμοζόταν μια προσωρινή λύση με τη μορφή χειρόγραφων πινακίδων και το επίσημο χαρτί της προσωρινής άδειας για ενδεχόμενο έλεγχο από την Αστυνομία στον δρόμο. Έχει ξαναγίνει, δεν είναι η κομψότερη λύση, αλλά τουλάχιστον δεν θα φτάναμε σε σημείο να κινδυνεύουν με λουκέτο επιχειρήσεις.

Άραγε, οι διαμάχες των προμηθευτών του υπουργείου κατέχουν υψηλότερη προτεραιότητα από την υγεία της ελληνικής αγοράς δικύκλων;

Οι άλλες δύο προτάσεις του ΣΕΜΕ δεν αφορούν τη σημερινή μέρα, αλλά κοιτούν προς την επόμενη φορά που θα δημιουργηθεί το ίδιο πρόβλημα. Κρίνοντας από το παρελθόν, μάλλον δεν θα ξαναργήσει η μέρα που θα επαναληφθεί.

Η πρώτη πρόταση μιλά για “αναπροσαρμογή προϋπολογισμού του νέου διαγωνισμού” με διπλασιασμό των σχετικών κονδυλίων και ποσοτήτων, προκειμένου να διασφαλιστεί η επάρκεια υλικού σε βάθος χρόνου, απορροφώντας πιθανές νομικές ή γραφειοκρατικές καθυστερήσεις.

Η δε δεύτερη αναφέρεται στην “αποκέντρωση του συστήματος διαχείρισης αποθεμάτων” εκχωρώντας την αρμοδιότητα στις Περιφερειακές Διευθύνσεις Μεταφορών καθώς έτσι “θα υπολογίζεται δυναμικά βάσει των τοπικών αναγκών και των αναμενόμενων ταξινομήσεων ανά περιφέρεια”.

Σωστές σκέψεις προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά άραγε απευθύνονται στα σωστά αυτιά; Ή μάλλον, υπάρχουν σωστά αυτιά σε θέσεις ευθύνης αυτή τη στιγμή; Διότι τα γεγονότα που εκτυλίσσονται επί αρκετούς μήνες τώρα μάλλον δείχνουν πως ουδείς ασχολείται σοβαρά με το θέμα στο επίπεδο λήψης αποφάσεων της κυβέρνησης. Απλά το κοιτούν να κυλά προς τον γκρεμό και δεν κάνουν απολύτως τίποτα.