MBE 2019: Yamaha XSR 700 Flat Track by C-Racer

Η μεταμόρφωση
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

18/1/2019

Όπως θα έχετε ήδη διαβάσει για την ελληνική παρουσία στα εκθέματα της Motor Bike Expo, η C-Racer, η εταιρεία του Χρήστου Ζαμπετάκη που κατασκευάζει after market εξαρτήματα για customizing, δίνει ένα δυναμικό παρών μέσω του Yamaha XSR 700 Flat Track που έχει φτιάξει και που κοσμεί το περίπτερο της Parts Europe. Η C-Racer έχει αποκλειστική συνεργασία με την Parts Europe, τον μεγαλύτερο προμηθευτή αξεσουάρ και ανταλλακτικών της Ευρώπης, με την δυνατότητα όμως να πουλάει και η ίδια η εταιρεία τα προϊόντα της ανεξάρτητα. Μέσα στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας, ο Χρήστος Ζαμπετάκης και η ομάδα του έφτιαξαν τρία διαφορετικά κιτ για το Yamaha XSR 700, τα οποία είναι bolt on (μπαίνουν δηλαδή χωρίς καμία μετατροπή και χωρίς την χρήση ειδικών εργαλείων στην μοτοσυκλέτα) και απολύτως νόμιμα και κατάλληλα για χρήση στο δρόμο. Είναι τρία κιτ που κυριολεκτικά μεταμορφώνουν το sport heritage μηχανάκι της Yamaha, σε flat track, σε scrambler και σε café racer.


Στο περίπτερο λοιπόν της Parts Europe, σε περίοπτη θέση, ποζάριζε η flat track έκδοση του XSR που για πρώτη φορά μπορέσαμε να δούμε κι εμείς από κοντά, έχοντας μάλιστα και την ευκαιρία να μάθουμε περισσότερα πράγματα για την δημιουργία του κιτ από τον ίδιο τον δημιουργό του. Όλο το σετ αποτελείται από οκτώ bolt on εξαρτήματα που κατασκευάστηκαν σε εργαλειομηχανές CNC, εκτός από την σέλα που είναι χειροποίητη. Ο σχεδιασμός και η κατασκευή τους διήρκεσε τρεις μήνες, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας των καλουπιών, φτάνοντας σε ένα αποτέλεσμα που ποιοτικά είναι πολύ καλύτερο κι από το εργοστασιακό επίπεδο.


Ξεκινώντας από το μούτρο της μοτοσυκλέτας, η μάσκα από πλαστικό ABS της C-Racer διαθέτει δύο διαφορετικούς τύπους, με και χωρίς προβολέα LED, ανάλογα με την χρήση που θέλει να κάνει ο ιδιοκτήτης (δρόμος ή πίστα). Το κάλυμμα των καλαμιών του μπροστινού είναι κι αυτό από ABS και είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε να είναι κατάλληλο και για αγωνιστική χρήση. Τα δύο πλαστικά καπάκια που διαθέτει από το εργοστάσιο το XSR, έχουν μετατραπεί σε αεραγωγούς, οι οποίοι εκτός του ότι συμβάλλουν τα μέγιστα στην επιθετική εμφάνιση της μοτοσυκλέτας, ο αριστερός αεραγωγός στέλνει τον αέρα στον ανορθωτή βοηθώντας έτσι την ψύξη του.
Τα πίσω πλαϊνά καπάκια έδωσαν την θέση τους σε μεγαλύτερα για καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα, ενώ η σέλα αντικαταστάθηκε πλήρως από ένα μεγάλο πλήθος συνδυασμών για το μονόσελο που σχεδίασε η C-Racer, χάρη και στην δυνατότητα της συγκεκριμένης μοτοσυκλέτας να αφαιρείται εντελώς το υποπλαίσιο.

Τι σημαίνει αυτό; Ότι υπάρχει η επιλογή για τοποθέτηση της νέας σέλας που διατίθεται σε δύο διαφορετικά πάχη (40mm ή 20mm) με κάλυμμα από συνθετικό δέρμα, με ή χωρίς τα ειδικά σχεδιασμένα number plates, αλλά και με ή χωρίς το υποπλαίσιο. Όλοι οι συνδυασμοί είναι δυνατοί και εξαρτώνται αποκλειστικά από τα γούστα του ιδιοκτήτη του. Στην περίπτωση πάντως που δεν τοποθετηθεί το υποπλαίσιο δεν θα υπάρχει, φυσικά, πίσω φτερό, αλλά σε αυτή την περίπτωση η C-Racer διαθέτει κάλυμμα για το κενό που δημιουργείται, διατηρώντας έτσι το όμορφο αισθητικό αποτέλεσμα.


Τέλος, η βάση της πινακίδας είναι αναδιπλούμενη, κατασκευασμένη από λαμαρίνα 3mm και 2mm βαμμένη με ηλεκτροστατική βαφή και συνοδεύεται από under tray (το κάλυμμα κάτω από την ουρά) για να έχει ένα εργοστασιακό look, το οποίο αποτελεί και το πιο πολύπλοκο κομμάτι στην κατασκευή του. Όλα τα εξαρτήματα μπορούν να διατεθούν βαμμένα κατόπιν επιλογής, με το κόστος να μην υπερβαίνει τα 1.000 ευρώ, κάτι που ισχύει και για τα άλλα δύο κιτ, σε ένα αποτέλεσμα που πραγματικά χαρακτηρίζεται από μια πολύ υψηλή σχέση value for money.

Στο πλούσιο gallery που συνοδεύει το άρθρο, μπορείτε να απολαύσετε την μοτοσυκλέτα με φωτογραφίες υψηλής ανάλυσης

Ετικέτες

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.