MBE 2020: Monster ΜΑΧ!

Ένα “ανίερο” ζευγάρωμα
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

16/1/2020

Οι μοτοσυκλέτες που παίρνουν μέρος στον διαγωνισμό, που παραδοσιακά γίνεται κάθε χρόνο στα πλαίσια της MBE, είναι εξ ορισμού εντυπωσιακές και ιδιαίτερες κατασκευές, οι οποίες κρύβουν ευφάνταστη δημιουργικότητα και αμέτρητες εργατοώρες πίσω από την κατασκευή τους. Ένα από τα δημιουργήματα που ξεχωρίζει όμως είναι το… νόθο παιδί του ζευγαρώματος ενός Yamaha TMAX κι ενός Ducati Monster S2R!

Ναι σωστά διαβάσατε, το mega scooter της Yamaha και το naked της Ducati έχουν δώσει ένα περίεργα γοητευτικό και καλοφτιαγμένο αποτέλεσμα, που αν δεν το δεις δύσκολα μπορείς να φανταστείς πως αυτά τα δύο ετερόκλητα στοιχεία μπορούν να συνδυαστούν. Ουσιαστικά πρόκειται για το πλαίσιο και τον κινητήρα του Monster «τυλιγμένο» στα πλαστικά του ΤΜΑΧ. Προφανώς τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, καθώς ο δικύλινδρος V-90 δεν μπαίνει έτσι απλά στο κοστούμι του mega scooter, ούτε καταλαμβάνει τον χώρο που πιάνει ο δικύλινδρος εν σειρά της Yamaha. Γι’ αυτό το carbon κομμάτι πίσω από την ποδιά (που ουσιαστικά γεμίζει τα κενά του χωροδικτυώματος) έχει το απαραίτητο κενό για να ξεπροβάλλει ο πίσω κύλινδρος του Ducati και οι δύο φιλτροχοάνες, ενώ σε κοινή θέα είναι και το χωροδικτύωμα που κατά ένα περίεργο τρόπο συνδυάζεται με την αρχιτεκτονική “boomerang” των πλαστικών του ΤΜΑΧ.

Και επειδή προφανώς ο δημιουργός του θεώρησε ότι δεν είναι ήδη αρκετά ιδιαίτερη κατασκευή, προσάρμοσε και δύο καθρέφτες από φορτηγάκι, χαμηλά εκατέρωθεν της ποδιάς, με τα λογότυπα της Ducati Corse να φιγουράρουν πάνω τους. Το ψαλίδι είναι μονόμπρατσο – φυσικά- και οι δύο εξατμίσεις βγαίνουν χαμηλά στο πλάι του πίσω τροχού.

Η όλη κατασκευή είναι σε πολύ καλό ποιοτικό επίπεδο, όπως και η βαφή, αν και οι δύο καθρέφτες από βαν είναι κάπως παράταιροι, ενώ τα όργανα δίνουν μια αγωνιστική νότα με τη λιτή επιλογή της μικρής ψηφιακής οθόνης  και του λευκού δείκτη θερμοκρασίας. Όπως και να έχει, το συγκεκριμένο Monster Max θέτει σοβαρή υποψηφιότητα για διάκριση, όχι μόνο για το επίπεδο της κατασκευής του, αλλά και για το ότι δίνει κάτι εντελώς διαφορετικό στο σύμπαν των custom δημιουργιών.

 

Κάμερες τροχαίας στην Αττική: Ψαλιδίστηκαν 21.000 καταγραφές πριν βεβαιωθεί πρόστιμο

Το νέο σύστημα ελέγχου καταγράφει παραβάσεις, αλλά κάθε υπόθεση εξετάζεται πριν εκδοθεί κλήση
Καμερες
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

4/8/2026

Περισσότερες από 21.000 καταγραφές παραβάσεων που εντόπισαν οι νέες κάμερες κυκλοφορίας στην Αττική απορρίφθηκαν έπειτα από έλεγχο της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς κρίθηκε ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία ή δεν επρόκειτο για πραγματικές παραβάσεις

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ., έως τις 22 Ιουλίου 2026 ακυρώθηκαν συνολικά 21.073 καταγραφές από το νέο σύστημα αυτόματης επιτήρησης της κυκλοφορίας, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι κάμερες δεν εκδίδουν αυτόματα πρόστιμα, αλλά κάθε περίπτωση ελέγχεται πριν βεβαιωθεί παράβαση.

Ο συχνότερος λόγος απόρριψης ήταν η λανθασμένη αναγνώριση οχημάτων που κινούνταν πολύ κοντά στη διαγράμμιση, χωρίς όμως να την παραβιάζουν. Για τον λόγο αυτό ακυρώθηκαν 7.039 καταγραφές (33,4%).

Ακολούθησαν τα οχήματα έκτακτης ανάγκης και κρατικά οχήματα, με 6.051 ακυρώσεις (28,7%), καθώς διαθέτουν ειδικό καθεστώς κατά την εκτέλεση υπηρεσίας.

Σε 4.732 περιπτώσεις (22,5%) η ποιότητα της εικόνας δεν επέτρεπε την ασφαλή αναγνώριση του οχήματος, κυρίως κατά τις νυχτερινές ώρες ή σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού.

Επιπλέον, 1.958 καταγραφές (9,3%) ακυρώθηκαν επειδή η κυκλοφορία ρυθμιζόταν εκείνη τη στιγμή από τροχονόμο ή υπήρχε νόμιμη εξαίρεση για οχήματα της ΕΛ.ΑΣ., της Πυροσβεστικής ή του ΕΚΑΒ.

Μικρότερο ποσοστό αφορούσε περιπτώσεις όπου καταγράφηκαν περισσότερα από ένα οχήματα στο ίδιο πλάνο (440 περιπτώσεις), ξένες ή μη καταχωρημένες πινακίδες (171), σφάλματα στην αυτόματη αναγνώριση πινακίδων (107), μη ευδιάκριτες πινακίδες λόγω φθοράς ή λάσπης (71) και ελιγμούς που πραγματοποιήθηκαν για αποφυγή ατυχήματος (28). Άλλες 476 καταγραφές χαρακτηρίστηκαν ως “λοιποί λόγοι”.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι το σύστημα λειτουργεί με ανθρώπινο έλεγχο πριν από την επιβολή προστίμου, ώστε να αποφεύγονται λανθασμένες χρεώσεις. Παράλληλα, αναδεικνύουν τα σημεία όπου το σύστημα εμφανώς πάσχει, όπως η ακρίβεια των αλγορίθμων αναγνώρισης, η απόδοση των καμερών σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού και η καλύτερη αναγνώριση των πινακίδων κυκλοφορίας.