Πέθανε ο Roberto Colaninno, ο άνθρωπος που ανέστησε την Piaggio

Ήταν 80 ετών και πρώην CEO Telecom και Piaggio
Πέθανε ο Roberto Colaninno, ο άνθρωπος που ανέστησε την Piaggio
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

19/8/2023

Ο ριζοσπαστικός επιχειρηματίας, Roberto Colaninno, απεβίωσε σήμερα 19/8/2023, τρείς ημέρες αφότου γιόρτασε τα 80α γενέθλιά του. Ο Colaninno άφησε εποχή στην Ιταλία για την επιτυχία του να επιστρέφει σε κερδοφορία τις εταιρείες που εξαγόραζε, όταν άλλοι επιχειρηματίες αδυνατούσαν να διακρίνουν τις δυνατότητές τους. Το κατάφερε το 1999 με την Telecom και ακόμη καλύτερα με την Piaggio που στα χέρια του έγινε ένας ισχυρός όμιλος με μία εξαιρετική γκάμα σε μοτοσυκλέτες και ισχυρές μάρκες, όπως η Aprilia, η MOTO CUZZI και η Vespa.

Ο Colaninno ήταν πρόεδρος του επενδυτικού ταμείου Immsi στο τιμόνι του οποίου βρίσκεται ο δεύτερος γιος του, Michele. Ο πρωτότοκος Matteo ασχολείται με την πολιτική από το 2008.

Ο Colaninno ξεχώρισε το 1969 όταν έγινε διευθυντής της FIAAM Filter μίας ιταλικής εταιρείας που προμήθευε με εξαρτήματα την ιταλική αυτοκινητοβιομηχανία και όχι μόνο. Παραμένοντας στην Μάντοβα, το 1981 ίδρυσε την Sogefi, επίσης προμηθεύτρια της ανερχόμενης αυτοκινητοβιομηχανίας. Πολύ γρήγορα η Sogefi εντάχθηκε στην CIR και στην ομπρέλα του Carlo De Benedetti καθιστώντας έτσι τον Colaninno συνεταίρο του, έστω και με 8%. Η εταιρεία εκείνη έγινε γρήγορα η Olivetti και το 1995, ανεβαίνοντας τάχιστα τα σκαλιά στην διοίκηση, ο Colaninno ήταν CEO και έτοιμος να αντιμετωπίσει την ισχυρότερη κρίση της εποχής εκείνης. Στόχος του να αποχωρήσει από τον χώρο των κατασκευών και την τεχνολογία της πληροφορίας και να μετατρέψει τον όμιλο σε μία εταιρεία χαρτοφυλακίου. Έδιωξε το κατασκευαστικό κομμάτι πρώτο, γράφοντας ζημιές και το 1998 πούλησε την Omnitel για 7 δις Ευρώ, χωρίς κανείς να μπορεί να προβλέψει την επόμενη κίνησή του.

Η μεγαλύτερη εξαγορά στην ιστορία της Ιταλίας και μία από τις πλέον σημαντικές παγκοσμίως ήταν προ των πυλών καθώς το 1999 προχώρησε σε μία επιθετική δημόσια προσφορά εξαγοράς μετοχών της Telecom. Για να πετύχει κάτι τέτοιο συνεργάστηκε με επιχειρηματίες από γειτονικές περιοχές της Μάντοβα, που εκείνη την εποχή αποτελούσε την κοιλάδα του επιχειρηματικού κόσμου. Με πρωτεργάτη τον Emilio Gnutti όπου δημιουργούν μαζί την Hopa SpA και την Bell με έδρα στο Λουξεμβούργο, ο Roberto Colaninno αναλαμβάνει πρόεδρος και εκτελεστικός διευθυντής και οι υπόλοιποι επιχειρηματίες που συντάχθηκαν μαζί τους, δημιουργούν μία δομή εταιρειών που τους επιτρέπει να κρατούν τον έλεγχο της Olivetti και της Telecom.

Τα επόμενα χρόνια η Telecom δεν μεγαλώνει απλά αλλά γιγαντώνεται σε διεθνές επίπεδο, περνώντας από την σταθερή τηλεφωνία στην κινητή, από πάροχο Internet σε τηλεοπτικό κολοσσό και από πάροχο δορυφορικής επικοινωνίας σε κατασκευαστή υπολογιστικών συστημάτων. Εξίσου μεγάλος είναι και ο δανεισμός βέβαια, τόσο για την Olivetti, όσο και για την Telecom και παρόλο που εξυπηρετούνται οι υποχρεώσεις τους, υπάρχουν σύννεφα για την σχέση που έχει με ένα πόδι στην Bell και ένα στην Telecom, αποφασίζοντας για αυτό να αποχωρίσει.

Το 2002 ο Colaninno αποφασίζει να αγοράσει την εταιρεία IMMSI που ειδικεύεται στο real estate και να την μετατρέψει σε εταιρεία χαρτοφυλακίου, εισηγμένη στο χρηματιστήριο. Μέσω εκείνης αγοράζει την Piaggio το 2003 και το 2006 την βάζει στο χρηματιστήριο έχοντας σχέδια να την μετατρέψει σε μία από τις ισχυρότερες μάρκες. Πράγματι στα χέρια του η Piaggio γίνεται ο τέταρτος μεγαλύτερος κατασκευαστής δικύκλων και επεκτείνεται στις αγορές της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής, ενώ δημιουργεί μία ομπρέλα με τις Vespa, Gilera, Scarabeo, Aprilia, Moto Guzzi, Derbi, Ape, Piaggio Commercial Vehicles.

Σε εμάς στο MOTO εκείνο που μας έκανε εντύπωση είναι πως ο Roberto Colaninno έδινε πάντα το παρόν σε εταιρικές εκδηλώσεις, από δημοσιογραφικές παρουσιάσεις νέων μοντέλων μέχρι την EICMA. Αυτό τις περισσότερες φορές σήμαινε πως έπρεπε να παρακολουθήσουμε μία μακρά οικονομοτεχνική παρουσίαση για τον όμιλο, πριν δούμε περισσότερα για το νέο μοντέλο που ήταν και ο βασικός λόγος για τον οποίο είχαμε ταξιδέψει και μάλιστα να την παρακολουθήσουμε στα Ιταλικά. Όμως ήταν και εξακολουθεί να είναι, εξαιρετικά σπάνιο να έχεις μπροστά σου τον CEO ενός μεγάλου εργοστασίου. Ο Roberto Colaninno υπήρξε από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε, ο πιο προσιτός CEO στην σύγχρονη ιστορία της μοτοσυκλέτας ενώ παράλληλα ήταν εξαιρετικά δραστήριος όχι μόνο μεγαλώνοντας το Piaggio Group, αλλά και τις υπόλοιπες επιχειρήσεις του.

Πέθανε ο Roberto Colaninno, ο άνθρωπος που ανέστησε την Piaggio

Λίγοι γνωρίζουν πως η προσπάθεια διάσωσης της χρεοκοπημένης Alitalia ήταν δική του, ξεκινώντας το 2008 και καταλήγοντας το 2015 να συνεργάζεται με την Etithad για την δημιουργία του νέου σχήματος κρατώντας το υγιές κομμάτι του εθνικού αερομεταφορέα της Ιταλίας.

Πέθανε ο Roberto Colaninno, ο άνθρωπος που ανέστησε την Piaggio

Σήμερα στον αγώνα Sprint των MotoGP στην Αυστρία, κρατήθηκε ενός λεπτού σιγή στην μνήμη του, ενώ πλήθος δηλώσεων έχει κάνει ο πολιτικός και επιχειρηματικός κόσμος της Ιταλίας.

Ενεργός μέχρι την τελευταία ημέρα και με όραμα να προσφέρει μοτοσυκλέτες και δίκυκλα που θα ξεχωρίζουν στην παγκόσμια αγορά, ο Roberto Colaninno αφήνει πίσω του ένα σπουδαίο έργο, έχοντας διασώσει ένα κομμάτι της ιταλικής ιστορίας, που είναι η κατασκευή μοτοσυκλετών στο έδαφός της.

 

Πέθανε ο Roberto Colaninno, ο άνθρωπος που ανέστησε την Piaggio

 

Ετικέτες

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.